Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ο βασιλιάς Αρθούρος και η εξημέρωση ενός δράκου

Ο βασιλιάς Αρθούρος και η εξημέρωση ενός δράκου




Ο Catho, βασιλιάς του Dunster, δεχόταν επιθέσεις από όλες τις πλευρές: το Κανάλι του Bristol στα βόρεια έφερνε τους επιδρομείς Ιρλανδούς πειρατές, την ανατολή απειλούσαν οι ορδές των Σαξόνων εισβολέων και οι βάλτοι στους οποίους βρισκόταν ο λόφος πάνω στον οποίο στεγαζόταν το κάστρο του δεχόταν τις επιθέσεις ενός δράκου. Κάθε νύχτα, οι άνθρωποι έβρισκαν καταφύγιο στο Κάστρο του Dunster και φοβόντουσαν πως ο δράκος θα έκανε το κάστρο κομμάτια με τα μεγάλα νύχια του ή θα τους έκαιγε με την φλογερή του ανάσα. 
Ο δράκος είχε βγει έξω από τους βάλτους  όταν η πείνα τον οδήγησε προς τα κοπάδια στις κοιλάδες και τα αγρίμια μέσα στα δάση. Όσο πιο πολύ έτρωγε, τόσο μεγαλύτερος γινότανε και τόσο πιο πολύ πεινούσε.
Αφού καταβρόχθισε όλα τα οικόσιτα και τα άγρια ζώα, στράφηκε προς τους ανθρώπους. Έκανε κατά προτίμηση επιθέσεις σε μεγάλες ομάδες για να αξίζει η προσπάθειά του. Οι στρατιώτες του Catho είχαν πάει να πολεμήσουν τους πειρατές και υπέφεραν τα χειρότερα λόγο των επιθέσεων του δράκου, Ο δράκος αφού τους έτρωγε έφτυνε τις πανοπλίες και τα όπλα τους. 
Προς το Dunster, μέσα από τους βάλτους, ίππευε ο νεαρός Αρθούρος Πέντραγκον, ο οποίος είχε ανακηρυχθεί πρόσφατα Υψηλός Βασιλέας. Όλα έδειχναν αβέβαια για αυτόν μέσα σε αυτή την πλατιά πεδιάδα, όπου δεν μπορούσε να διακρίνει ανάμεσα στα χωράφια, την θάλασσα και τα σύννεφα, όπου η γη δεν ήταν πράσινη ούτε το νερό ήταν γαλάζιο και όλες οι επιφάνειες έμοιαζαν γκρίζες σαν τον ουρανό. 
Αφού τον καθοδήγησαν με ασφάλεια οι ντόπιοι μέσα από τους βάλτους, ο Αρθούρος πέρασε μέσα από τις λάσπες σε μία περιοχή που δεν υπήρχαν ούτε χωράφια ούτε νερό. Σκεφτόταν πόσο αβέβαια ήταν τα βήματά του ανάμεσα στους ισχυρούς του νέου του βασιλείου και πως ευχόταν να μπορούσε να διακρίνει τους φίλους από τους εχθρούς. 
Ο Αρθούρος ίππευε για να ζητήσει την βοήθεια του Catho ενάντια στους Σάξονες, χωρίς να γνωρίζει πως το βασίλειο του Catho αντιμετώπιζε μια πιο φοβερή απειλή. Έτσι τόσο κυκλωμένος από τις δικές του ανησυχίες ήταν ο Αρθούρος ώστε δεν παρατήρησε πόσο ήσυχο ήταν το τοπίο γύρω του. Δεν ακουγόταν κελάηδημα πουλιών, κανένα ζώο δεν κινούνταν μέσα στα χόρτα και τα καλάμια. 
Μόλις έφτασε στο κάστρο, ο Αρθούρος κατάλαβε τον λόγο για τον οποίο ο Catho αντέδρασε με ένα πικρό χαμόγελο στο αίτημά του. Του είπε ο Catho: "Θα σε βοηθήσω εάν με βοηθήσεις και εσύ. Οι άνδρες μου είναι αδύναμοι ενάντια σε έναν δράκο που τους τρώει κατά εκατοντάδες. Είναι δικοί σου και θα υπακούν στις εντολές σου εάν με απαλλάξεις από αυτό το θηρίο."
Φαινόταν σαν να πέρασαν μόλις λίγα λεπτά όταν ο Αρθούρος Πέντραγκον, Υψηλός Βασιλιάς της Βρετανίας, ξεκινούσε για την δική του περιπέτεια ενάντια σε έναν δράκο. 
Ίππευε και πάλι μέσα από τους βάλτους,  παρακινημένος από μία υπόσχεση που πιθανόν δεν μπορούσε να κρατήσει. Γνώριζε πως μόνο το όνομα του δεν θα μπορούσε να τον σώσει και αναρωτιόταν κατά πόσο οι μυστικές δυνάμεις του Excalibur, οι οποίες τον προστάτευαν από τους τραυματισμούς στην μάχη, θα τον προστάτευαν και ενάντια στις επιθέσεις του δράκου. 
Συνέχιζε να ιππεύει χωρίς να μπορεί να εντοπίσει τον δράκο, ώσπου αναγκάστηκε να σταματήσει γιατί είχε περάσει μέσα από τους βάλτους και έφτασε στην ακτή των Εφτά Θαλασσών. 
Εκεί, καθώς αντίκριζε την αλατισμένη παλίρροια, είδε κάτι περίεργο να επιπλέει στην επιφάνεια του νερού, κάτι που έμοιαζε σαν ένα κομμάτι της χαραυγής να είχε πέσει μέσα στην θάλασσα. Καθώς η παλίρροια έφερε πιο κοντά αυτό το αντικείμενο με τα αστραφτερά χρώματα, ο Αρθούρος μπόρεσε να δει πως ήταν φτιαγμένο από πέτρα, όμως αυτό το έκανε ακόμη πιο περίεργο γιατί οι πέτρες δεν μπορούν να επιπλεύσουν...
Τώρα ήταν τόσο κοντά που ο Αρθούρος μπορούσε να διακρίνει πως ανάμεσα στις σαφράν και ρόδινες αποχρώσεις υπήρχαν σκαλιστά σχέδια από αγγελικά φτερά και σταυρούς. Ο Αρθούρος αφίππευσε και γονάτισε στην ακτή, περιμένοντας την παλίρροια να του φέρει το θαυμαστό αντικείμενο. Τα χέρια του χάιδεψαν την ομορφιά των σκαλισμάτων και γέμισε με ελπίδα. Δεν ήθελε να αφήσει αυτή την ξεχωριστή πέτρα μόνη της στην ακτή με κίνδυνο να πέσει σε λάθος χέρια. Καθώς την άγγιζε ένιωσε να γεμίζει με μία δύναμη την οποία δεν είχε αισθανθεί ποτέ ξανά και έσπρωξε την πέτρα πέρα από την ακτή όπου την έκρυψε με πολλά φύκια. 
Λίγο μετά, καθώς ίππευε παράλληλα στις ακτές που σήμερα ονομάζουμε Blue Anchor Bay, είδε μία σιλουέτα σε απόσταση. Μπορούσε να δει πως ήταν ένας γέρος ο οποίος έγερνε στο μπαστούνι του και για μια στιγμή ήλπισε πως ήταν ο Merlin ο οποίος ερχόταν να τον βοηθήσει. Όμως αυτός ήταν ένας ξένος και καθώς ο Αρθούρος πλησίασε μπορούσε να δει πως αυτός ο άνδρας ήταν πολύ προβληματισμένος. Όταν είδε τον Αρθούρο, ο ηλικιωμένος άνδρας φώναξε: "Μήπως είδες το Ιερό μου;"
Ο ξένος συστήθηκε σαν Carantoc, ένας άγιος άνδρας από την Ουαλία. Ήταν ένας ερημίτης που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του προσευχόμενος μέσα σε μία σπηλιά ώσπου είδε ένα όραμα. Το όραμα του έδειξε το Ιερό που πρέπει να φτιάξει, σκαλισμένο με σταυρούς, αγγελικά φτερά και περιστέρια. Άκουσε μία φωνή που του είπε να θέσει αυτό το Ιερό επάνω στα νερά όπου με τη δύναμη της προσευχής θα το έκανε να επιπλεύσει. Έπειτα θα έπρεπε να το ακολουθήσει και στο σημείο που θα σταματούσε θα έφτιαχνε μία Χριστιανική εκκλησία. 
"Ακολουθούσα το Ιερό με την βάρκα μου ώσπου ένας άνδρας που ίππευε μου απέσπασε την προσοχή και μία ισχυρή ταραχή στους βάλτους πίσω του και έπειτα το έχασα από τα μάτια μου". 
"Λοιπόν, εάν με βοηθήσεις θα σε βοηθήσω και εγώ", του είπε ο Αρθούρος καθώς αφίππευσε, εντυπωσιασμένος από τις θαυματουργικές δυνάμεις του Carantoc. 
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, το άλογό του άρχισε να σκιρτάει έντονα και ο Αρθούρος ταράχτηκε από έναν φοβερό και μεγάλο θόρυβο. Η θάλασσα γέμισε ατμούς και το Excalibur έγινε ξαφνικά απίστευτα καυτό σε σημείο που ήταν δύσκολο να το φορέσει επάνω του. Η θερμοκρασία από την κοιλιά του δράκου μετέτρεπε την άμμο σε γυαλί καθώς ορμούσε πεινασμένος επάνω τους. Ο Carantoc ύψωσε το ραβδί του. 
"Μείνε ακίνητος", διέταξε τον δράκο και αυτός σταμάτησε. 
"Κάθισε" του είπε και ο δράκος κάθισε. 
"Τώρα χαλάρωσε" του είπε και ο καπνός και οι ατμοί υποχώρησαν. 
Ο Carantoc έκοψε ένα κομμάτι από τον μανδύα του και το έδεσε γύρω από τον λαιμό του δράκου σαν κολάρο. 
"Σε ποιο σημείο έκρυψες το Ιερό μου κάτω από τα φύκια;"
Οδηγώντας τον δράκο με το κολάρο, ο Carantoc ακολούθησε τον Αρθούρο στο σημείο όπου το άλογο περίμενε πλάι στο κρυμμένο Ιερό. Προκειμένου να αποδείξει πως είχε εξημερωθεί πλήρως και είχε γίνει χορτοφάγος, ο δράκος έφαγε τα φύκια ενώ το άλογο έπαιζε με τον νέο του φίλο. Οι τέσσερις τους ταξίδεψαν στο Κάστρο του Dunster όπου ο Catho ήταν συνάμα έκπληκτος αλλά και ανακουφισμένος που τους έβλεπε. 
Ο Carantoc χαροποίησε πολύ τον βασιλιά Catho ο οποίος προσφέρθηκε να του δώσει χρήματα για να χτίσει την εκκλησία όπου θα τοποθετούσε το Ιερό του κοντά στην ακτή που ξεβράστηκε. Ο Αρθούρος είχε τώρα αρκετούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του προκειμένου να πολεμήσει τους Σάξονες, πράγμα το οποίο έκαναν ενθουσιασμένοι από το γεγονός ότι σώθηκαν και δεν τους έφαγε ο δράκος. 
Την ίδια στιγμή, ο δράκος έγινε ένα εξαιρετικό κατοικίδιο το οποίο αναζωπύρωνε την φωτιά για το μαγείρεμα όταν ο άνεμος φυσούσε από λάθος κατεύθυνση και οι γηραιοί σύμβουλοι του Cathoc καθόντουσαν δίπλα του για να ζεσταθούν. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι που ένας νέος συνειδητοποίησε πως έτσι σπαταλούσαν τις δυνάμεις ενός καλού δράκου και τον έβαλαν σε δουλειά στις Εφτά Θάλασσες. Εκεί κολυμπούσε πάνω και κάτω από τις ακτές του Minehead μέχρι την St Audries Bay, μεταμφιεσμένος σαν γιγάντιο θαλάσσιο ερπετό διώχνοντας τους Ιρλανδούς πειρατές. Οι πειρατές φοβόντουσαν πολύ αυτό το θηρίο και δεν αποβιβαζόντουσαν και οι στρατιώτες του Cathoc ήταν ελεύθεροι να πολεμούν τους εχθρούς του Αρθούρου σε άλλα πεδία μαχών. 
Στις ακτές του Somerset, ανάμεσα στο Minehead και την St Audries Bay αυτή η ιστορία παραμένει ζωντανή σκαλισμένη σε ξύλο και πέτρα. 

Από το βιβλίο Somerset Folk Tales 

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Το έγκλημα και η μετάνοια του βασιλιά Αρθούρου

Το έγκλημα και η μετάνοια του βασιλιά Αρθούρου 



Ο βασιλιάς Αρθούρος στοιχειωνόταν από την ανάμνηση ενός φοβερού λάθους, ενός εγκλήματος το οποίο διέπραξε ο ίδιος τον καιρό που τον σεβόντουσαν και τον εγκωμίαζαν τόσο οι αυλικοί όσο και ο απλός λαός. Ο βασιλιάς, ενώ μαχόταν για την δικαιοσύνη, τον ιπποτισμό και την προστασία των αδύναμων, ήταν ένας φονιάς, ο φονιάς του ίδιου του γιου του και ένας δολοφόνος αμέτρητων νεογέννητων αγοριών, ακριβώς όπως ένας κακόφημος βασιλιάς πριν από αυτόν. 


Ο Αρθούρος πληροφορήθηκε έντρομος, πως χωρίς να το γνωρίζει κοιμήθηκε με την ίδια την ετεροθαλή αδερφή του και πως αυτή ήταν έγκυος με το παιδί του. Έτσι έγιναν τα πράγματα:


Ο Αρθούρος δεν είχε δει την Morgaine από όταν ήταν μικρό κορίτσι. Ζούσε μία απομονωμένη ζωή, εκπαιδευόμενη για να γίνει μία από τις "Εννέα Αδερφές", τις ιέρειες φρουρούς της Νήσου του Άβαλον, ιερό και πύλη του Άλλου Κόσμου (κατά την παγανιστική θρησκεία). Όταν πήγε στην βασιλική αυλή, σαν μια ώριμη γυναίκα πλέον, όμορφη και δελεαστική, δεν την αναγνώρισε. Και ούτε γνώριζε πως εκτός από ετεροθαλής αδερφή του ήταν και μάγισσα. Με τις μαγικές της δυνάμεις, δεν ήταν δύσκολο για εκείνη να αποπλανήσει τον Αρθούρο. Πράγματι σε κάποιους κύκλους ήταν γνωστή σαν Morgaine-Le-Fei, Morgan του λαού των Ξωτικών. 


Με τις μαγικές της τέχνες, η Morgaine ανακάλυψε πως εξαιτίας της προδοσίας της γυναίκας του Αρθούρου, ο γάμος του Αρθούρου θα ήταν καταραμένος με στειρότητα. Η μοιχική σχέση της  Guinevere με τον αγαπημένο του ιππότη, τον Λάνσελοτ, σήμαινε πως αυτή και ο Αρθούρος δεν θα λάμβαναν ποτέ την ευλογία ενός παιδιού. Ο γάμος τους δεν ήταν πλέον ένας Ιερός Γάμος και η  Morgaine, η Ιέρεια της Ιερής Γης του Άβαλον, γνώριζε πως η χώρα δεν θα έβρισκε συγχώρεση. Κάποιοι λένε πως για αυτόν τον λόγο αποφάσισε να κυοφορήσει το παιδί του Αρθούρου, για το καλό της χώρας, ώστε να υπάρξει ένας διάδοχος για όλα αυτά που είχε καταφέρει ο αδερφός της και να μην διαλυθεί η χώρα από πολέμους και προδοσίες μετά τον θάνατο του Αρθούρου. 


Άλλοι λένε πως το κίνητρό της ήταν απλά αυτό της εκδίκησης. Η Morgaine πίστευε πως ο πατέρας του Αρθούρου, ο Uther, είχε δολοφονήσει τον δικό της προκειμένου να πάρει την μητέρα της για εκείνον. Η ιστορία λέει πως ο πατέρας του Αρθούρου το έκανε αυτό με την βοήθεια του μάγου Merlin. Πιθανόν να ήταν όργανο του Merlin, πιστεύοντας πως ήταν δική του η επιθυμία εξαρχής. Όμως εάν ο Merlin είχε μαγικές ικανότητες, το ίδιο είχε και αυτή και καθώς μεγάλωνε πρόσμενε για την κατάλληλη στιγμή  που θα χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις της εναντίον του. Ακριβώς καθώς ο Merlin είχε βοηθήσει να καταστραφεί ο πατέρας της ώστε να προβιβάσει τον δικό του άνθρωπο, έτσι και αυτή θα ισοπέδωνε τον γιο αυτού του άνδρα. 


Όταν ο Αρθούρος έμαθε πως είχε κοιμηθεί με την ίδια την αδερφή του, καταλήφθηκε από ντροπή. Και όταν έμαθε πως ένας γιος είχε γεννηθεί, φοβήθηκε πως η αιμομιξία θα έβγαινε στο φως και έτσι θα ακολουθούσε μεγαλύτερη ντροπή. Αυτός ο φόβος τον κατέλαβε τόσο πολύ που υπερέβηκε κάθε τύψη που θα μπορούσε να αισθανθεί στην σκέψη του να δολοφονήσει ένα αθώο παιδί. Όμως πως θα έβρισκε το παιδί; Πως θα το αναγνώριζε; Ο μόνος σίγουρος τρόπος ήταν να θανατώσει όλα τα μωρά που είχαν την ηλικία του. Ο Αρθούρος έδωσε την εντολή να βρεθούν όλα, να τοποθετηθούν σε μία βάρκα και να τα ρίξουν στην θάλασσα να πνιγούν. 


Έτσι ο Αρθούρος βασανιζόταν από τις τύψεις, τύψεις που δεν μπορούσε να μοιραστεί με κανέναν. Κοιτούσε με απλανές βλέμμα την Guinevere και τον Λάνσελοτ καθώς η σχέση τους απειλούσε να καταστρέψει την βασιλική αυλή και το βασίλειο του. Η γυναίκα του δεν τον παρότρυνε να μοιραστεί τα προβλήματά του. Οι ίδιες της οι τύψεις την απέτρεπαν από το να δει το στοιχειωμένο βλέμμα του. Ο αγαπημένος του ιππότης, ο Lancelot δεν ρωτούσε τι προβλημάτιζε τον φίλο του και βασιλιά του. Νόμιζε πως γνωρίζει την απάντηση. 


Και έτσι οι μέρες περνούσαν με τον Αρθούρο να χάνει την πίστη στον εαυτό του και σε όσα πρέσβευε.


Μία ημέρα, μία ευλαβής μοναχή της κοντινής μοναστικής κοινότητας ήρθε στην αυλή για να ζητήσει ελεημοσύνη. Είχε έρθει στον βασιλιά για να του ζητήσει χρήματα προκειμένου να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις της αγίας Brigid στο Backery, κοντά στο Glastonbury Tor. Ο Αρθούρος την δέχτηκε με θερμότητα και της υποσχέθηκε τα χρήματα που χρειαζόταν. Προκειμένου να διευκολυνθεί την ρώτησε για το έργο της και από που είχε έρθει. Ενθαρρυμένη από το ενδιαφέρον του, η μοναχή του μίλησε για την αποστολή τους με αυτούς που ήταν πνευματικά άρρωστοι καθώς και σωματικά. Του είπε πως ένα από τα εκκλησάκια τους, αφιερωμένο στην Αγία Μαρία την Μαγδαληνή ήταν τόπος αποκάλυψης μυστηρίων και θαυματουργών οραμάτων. Του περιέγραψε πως είχε μία μικρή πόρτα στον νότιο τοίχο του και πως εάν κάποιος κατάφερνε να μπει μέσα από αυτή την πόρτα θα λάμβανε άφεση αμαρτιών. 


Βαθιά μέσα του ο Αρθούρος, άκουσε έναν ψίθυρο ελπίδας. Η ευλαβής αδερφή χάρηκε όταν άκουσε πως σκόπευε να επισκεφτεί το μοναστήρι τους και όχι πολύ μετά ο Αρθούρος έκανε προετοιμασίες για το ταξίδι. Μόνο ένας ακόλουθος του θα τον συνόδευε και οι δυο τους ξεκίνησαν για το Backery. Όταν οι ομίχλες του Avalon τους κύκλωσαν, η ανησυχία του Αρθούρου μεγάλωσε καθώς αισθάνθηκε πόσο κοντά ήταν στο βασίλειο της Morgaine, και πόσο εύθραυστα ήταν τα όρια μεταξύ των κόσμων τους. 


Όταν έφτασε τελικά στο Backery, ο Αρθούρος δεν ήθελε αρχικά να μπει από την νότια στενή πύλη. Ήθελε χρόνο για να προετοιμαστεί, χρόνο για να επιτύχει. Εξήγησε στις μοναχές πως κατά την διάρκεια της παραμονής του θα ήθελε να έχει την ευκαιρία να αποσυρθεί σε ένα ήσυχο μέρος. Νήστεψε και πέρασε την ημέρα του με προσευχή. 


Την νύχτα ονειρεύτηκε πως άκουσε μία φωνή να τον καλεί στο εκκλησάκι αλλά την επόμενη ημέρα θεώρησε πως ήταν απλά ένα όνειρο. Την δεύτερη νύχτα το ίδιο πράγμα συνέβη και πάλι μόλις ο Αρθούρος ξύπνησε το αγνόησε. Παρόλα αυτά, την τρίτη νύχτα καθώς το όνειρο του Αρθούρου επαναλήφθηκε, ο ακόλουθός του ονειρευόταν την ίδια στιγμή πως και αυτόν τον καλούσε μία φωνή να πάει στο εκκλησάκι. Στο όνειρό του, ο ακόλουθος υπάκουσε στην εντολή, πήγε στο εκκλησάκι και πήρε ένα από τα κηροπήγιά του. Καθώς ονειρευόταν ακόμη, την στιγμή  που έφευγε από το εκκλησάκι με το κηροπήγιο, κάποιος τον χτύπησε από πίσω με δύναμη στο κατώφλι. 


Ο ακόλουθος, ο οποίος κοιμόταν κοντά στο κρεβάτι του βασιλιά, ξύπνησε ουρλιάζοντας γεγονός που φυσικά ξύπνησε τον Αρθούρο. Διηγήθηκε στον άρχοντά του τι συνέβη κατά την διάρκεια του ονείρου του και οι δύο ξαφνιάστηκαν όταν είδαν το αίμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ακόλουθου και το κηροπήγιο από το εκκλησάκι. Ο Αρθούρος κατάλαβε πως είτε ήταν έτοιμος είτε όχι, έπρεπε να λάβει το κάλεσμα για το εκκλησάκι στα σοβαρά. 


Την επόμενη νύχτα, πήγε μόνος στο εκκλησάκι. Εκεί είδε ένα όραμα με δύο χέρια που κρατούσαν σπαθιά, τα σώματά τους συγκρούονταν καθώς πάλευαν μέσα στο εκκλησάκι. Πέρα από αυτά υπήρχε το σώμα ενός μοναχού το οποίο το είχαν αποθέσει επάνω σε έναν θάμνο μπροστά στο ιερό. Ο ηλικιωμένος ιερέας που τελούσε την Θεία Λειτουργία του είπε πως ήταν το σώμα ενός αγίου μοναχού από το Andrewsey. Αυτή ήταν μία από τις ευλογημένες περιοχές που δόθηκαν στον Άγιο Ιωσήφ της Αριμαθαίας για να διαδώσει τον Χριστιανισμό. Όταν ο ιερέας συνέχισε την Θεία Λειτουργία και έφτασε στην Θεία Ευχαριστία, ο Αρθούρος είδε την ίδια την Παρθένο Μαρία. Κουβαλούσε τον Χριστό σαν νήπιο και Τον σήκωσε επάνω από το ιερό για να τον προσφέρει σαν θυσία και ο Αρθούρος είδε το παιδί να σφαγιάζεται. 


Εκεί βρισκόταν ο Αρθούρος που είχε θυσιάσει τον ίδιο του τον γιο μόνο για να προστατέψει την φήμη και την υπόληψή του και εκεί βρισκόταν η Μαρία, η οποία θυσίασε το δικό της γιο έτσι ώστε οι αμαρτίες του Αρθούρου να συγχωρεθούν. 


Στο τέλος της λειτουργίας η Μαρία έδωσε στον Αρθούρο έναν κρυστάλλινο σταυρό. Αισθάνθηκε τόσο μικρός και ασήμαντος ώστε δεν δυσκολεύτηκε να συρθεί μέσα από την νότια πόρτα.


Όντας μετανοημένος και γεμάτος ελπίδα, λέγεται πως ο βασιλιάς Αρθούρος άλλαξε τα σύμβολα πάνω στην ασπίδα του. Τώρα το φόντο ήταν πράσινο για την γη που ορκίστηκε να προστατεύει. Τετραγωνίστηκε με έναν ασημένιο σταυρό σαν ευγνωμοσύνη για τον σταυρό που του έδωσε η Μαρία. Στο πάνω δεξιό τετράγωνο, στην περιοχή που προστάτευε την καρδιά του στην μάχη, σχεδίασε την Παρθένο Μαρία και τον μικρό Χριστό.


Με το πέρασμα του χρόνου, ήταν μικρή ανακούφιση για τον Αρθούρο το ότι ανακάλυψε πως ο γιος του, ο Mordred, επιβίωσε, το μοναδικό μωρό στην βάρκα που δεν πνίγηκε. Ο Mordred μία ημέρα θα επαναστατούσε ενάντια στον πατέρα του, θα νικούσε τις δυνάμεις του στην μάχη και τελικά θα τραυμάτιζε θανάσιμα τον Αρθούρο. Εάν είναι αλήθεια πως η Morgaine ζητούσε εκδίκηση, το κατάφερε διά μέσο του γιου του γιου του ανθρώπου του Merlin. 


Από το βιβλίο Somerset Folk Tales 


Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow     

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Εικόνα...αλιευμένη στον βυθό του Αιγαίου

 


Αντίγραφο εικόνος αλιευμένης τον περασμένο αιώνα (μετά την μικρασιατική καταστροφή) από σφουγγαρά της Καλύμνου . 
Όπως μου ανέφεραν υπάρχουν εκατοντάδες εικόνες που βρέθηκαν από σφουγγαράδες στον βυθό του Αιγαίου μετά την καταστροφή!


Μαζική βάπτιση 100 ατόμων στην εκκλησία των 12 Αποστόλων στο χωριό Brookmans Park, στο Hertfordshire της Αγγλίας

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Οι επτά Αρχάγγελοι που επισκέφτηκαν την Γερόντισσα Γαλακτία

 


Μέχρι τα βαθειά γεράματα, σκορπούσε
έδιδε τοις πένησι
Ήταν γερόντισσα χειρουργημένη
και στα δύο πόδια, αλλά
έστηνε μία μεγάλη κατσαρόλα φαγητό
για να μη στερηθούν
οι μοναχικοί γέροντες της γειτονιάς.
Γι’αυτό λίγο πριν το τέλος
την επισκέφθηκαν ανάμεσα σε άλλους,
οι επτά Αρχάγγελοι που μεταφέρουν
τις προσευχές των Αγίων από τη γη
στον ουρανό.
Της συστήθηκαν με τα ονόματα τους
που δεν τα λησμόνησε, αλλά τα ενέταξε
στην καρδιακή μνήμη της
Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ, Ουριήλ, Ραμαήλ, Φαναήλ Θαναήλ.
Ο Ουριήλ της είπε ότι φυλάει την άβυσσο. Σήκωσαν ψηλά τις ρομφαίες και τις έκαναν ρεκάπιτο όπως είπε, για να περάσει.
Την οδήγησαν σε ένα πάγχρυσο παλάτι.
Είναι ο τόπος της κατοικίας σου της είπαν.
Στη μέση ξεχείλιζε ένα ολόχρυσο δοχείο που ανέβληζε κρυστάλλινο νερό. Ρώτησε.
Τί είναι αυτό; Είναι το δοχείο της καρδιάς σου απάντησαν και ξεχειλίζει η αγνότητά σου
η σιωπή σου, η ταπεινοφροσύνη σου
και οι ελεημονίες σου .
Την ευχή της να έχουμε