Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

Το " Αραπάκι" και ο γέροντας Γεράσιμος ο Υμνογράφος !

 



  Ο Αράπης ο χαριτωμένος ημίονος ήταν ο προσωπικός μεταφορέας του αείμνηστου Γέροντα στις δύσκολες διαδρομές από τη Μικραγιάννα στις Σκήτες και τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, ήθελε όμως απαραίτητα πριν τις μεταφορές και τις άλλες δουλειές που έκανε ένα μεγάλο φιλί από τον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη και το είχε. 
 Το "Αραπάκι" είχε μια οικειότητα με τον Γέροντα που ξάφνιαζε χαρακτηριστικό είναι πως πολλές φορές μετέφερε μόνο του επισκέπτες σε διάφορα σημεία της Σκήτης, αφού πρώτα ο Γέροντας του ψιθύριζε στο αυτί τον προορισμό π.χ.
 " Θα πας τον π. Τιμόθεο στους Δανιηλαίους και θα περιμένεις να τον γυρίσεις πίσω εδώ ", ένα χλιμίντρισμα και η εντολή γινόταν αμέσως πράξη. Το ζωάκι σε πήγαινε εκεί που του είπε ο Γέροντας, περίμενε υπομονετικά να τελειώσεις τη δουλειά σου και σε γύριζε πίσω πολλές φορές αλλάζοντας και τη διαδρομή για να θαυμάσεις το τοπίο. Επιστρέφοντας ήθελε το απαραίτητο φιλί από τον Γέροντα. που πολλές φορές το έπαιρνε και από τον αναβάτη και ένα μεγάλο τραγανό παξιμάδι για τα "μεταφορικά". 
 Τόσο απλή και ωραία έφτιαξε ο Δημιουργός τη ζωή μας, εμείς κάπου τα αλλάξαμε όλα και πήραμε τη ζωή μας λάθος κατά το ποιητή.


Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

 



«Μην προσπαθείς να κατανοήσεις για να πιστέψεις· πίστεψε για να κατανοήσεις».

«Αν πιστεύεις μόνο ό,τι σου αρέσει στον Λόγο του Θεού και απορρίπτεις ό,τι δεν σου αρέσει σ’ αυτόν, δεν πιστεύεις στον Λόγο του Θεού· πιστεύεις στον εαυτό σου».

«Πίστη είναι να πιστεύεις αυτό που δεν βλέπεις· και η ανταμοιβή της Πίστεως να δεις αυτό που πιστεύεις».

«Τα θαύματα δεν είναι αντίθετα στη φύση, αλλά αντίθετα σε αυτά που γνωρίζουμε εμείς για τη φύση».

«Να προσεύχεσαι σαν όλα να εξαρτώνται από τον Θεό· να αγωνίζεσαι σαν όλα να εξαρτώνται από σένα».

«Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο για τη δικαιοσύνη που δεν απονεμήθηκε».

«Αν απουσιάζει η δικαιοσύνη, τι άλλο είναι η πολιτική εξουσία παρά οργανωμένη ληστεία;»

«Υπάρχει κάτι χειρότερο από την αμαρτία· η αλαζονεία της αρετής».

«Η Αγάπη είναι η ομορφιά της ψυχής»


Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

Πάσχα στην Ιαπωνία Μέρος Β.

 


Ο Μιχαήλ Μιτσουτζάβα Νοριμάσα και ο Στέφανος Νομπάτα Σοΐτι την ώρα της λιτανείας του Πάσχα στην ενορία της πόλης Χάντα




Η γιορτή του Πάσχα ήταν πάντα πολύ σημαντική για κάθε ορθόδοξη ιαπωνική ενορία. Στα ευχετήρια τηλεγραφήματα και τις επιστολές, που στέλνονταν στο Τόκιο από όλες τις εκκλησίες, υπογραμμίζονταν πόσοι πιστοί συμμετείχαν στις ιερές ακολουθίες, ποια σημαντικά γεγονότα είχαν γίνει αυτές τις ημέρες.

Το 1904, ο Άγιος Νικόλαος είχε διαβάσει το ακόλουθο γράμμα,: «Ο πατήρ Ανδρέας Μετόκι που είχε διωχτεί από τη στρατιωτική διοίκηση από την πόλη Χακοντάτε και που τώρα μένει στον οικισμό Αρικάβα, γράφει ότι εκεί, πριν το Πάσχα, είχε οχτώ βαπτίσεις, και στην ιερή ακολουθία του Πάσχα συμμετείχαν πάνω από πενήντα άτομα. Άρα, για τον οικισμό Αρικάβα είναι ευτύχημα ότι αναγκάστηκε να μένει εκεί. Η Εκκλησία εκεί και θα πληθαίνει και θα καλλιεργείται. Μαζί του εκεί είναι και ο κατηχητής Ησαΐας Μουράκι που κι αυτός είναι αναγκασμένος να απομονώνεται προσωρινά μαζί του στον οικισμό Αρικάβα» [1].

Από άλλη ορθόδοξη ενορία ενημέρωναν ότι: «Ο Αλέξανδρος Μουροκόσι γράφει ότι επίσκεψη του πατέρα Ρωμανού στο Κουσίρο παρηγόρησε πολύ τους χριστιανούς, ιδιαίτερα επειδή τέλεσε εκεί τη Θεία Λειτουργία. Ήταν η πρώτη Θεία Λειτουργία στο Κουσίρο. Γράφει επίσης, ότι ο πόλεμος εκεί καθόλου δεν ανησυχεί τους χριστιανούς. Όλα είναι ακριβώς, όπως είναι και εν καιρώ ειρήνης. Το Πάσχα, η ιερή ακολουθία τελούνταν, όπως είθισται, από τα μεσάνυχτα, είχαν συγκεντρωθεί για αυτήν πάνω από πενήντα χριστιανοί»[2].  

Όταν στην ενορία της πόλης Χαμαμάτσου η πυρκαγιά είχε καταστρέψει το προσωρινό κτίριο της εκκλησίας, ο νέος ναός χτίστηκε ειδικά για τη γιορτή του Πάσχα. Την Πέμπτη της Εβδομάδας της Διακαινησίμου τελέστηκε ο πανηγυρικός καθαγιασμός. «Ο Αλέξιος, γιος του γιατρού Μωυσή Οότα από το Χαμαμάτσου, μαθητής γυμνασίου, με εντολή των γονιών του, μου είχε διηγηθεί πώς γιορτάστηκε εκεί ο καθαγιασμός της εκκλησίας, την 1η Μαΐου. Τον καθαγιασμό τέλεσε ο πατήρ Ματθαίος Καγκέτα. Στη γιορτή συγκεντρώθηκαν εκατόν δέκα χριστιανοί, υπήρχαν εκεί και όλοι οι κατηχητές του πατέρα Ματθαίου. Έψαλλαν δεκαπέντε ψάλτες. Χοράρχης ήταν ο Στέφανος Τακεΐσι που είχε έρθει από το Τοεχάσι ειδικά γι αυτό το σκοπό. Έψαλλαν σε διφωνία, έχοντας κάνει πριν πολύ καλές πρόβες. Στη μία το μεσημέρι, είχε τελειώσει ο καθαγιασμός και η Θεία Λειτουργία. Στη συνέχεια όλοι πήγαν σε ξενοδοχείο με κήπο και γιόρταζαν εκεί με τράπεζα και ευχές… Οι επισκέπτες από άλλες εκκλησίες επέστρεψαν στα σπίτια τους την επόμενη μέρα» [3].

Στην Ιαπωνία συνέβαιναν και πραγματικά θαύματα, το Πάσχα. Να μια αφήγηση που αναφέρεται σε μια καταπληκτική θεραπεία στην πόλη Ναγκόγια: «Πρόσφατα ήρθαν εδώ από μακριά να βαπτιστούν οι γονείς ενός μαθητή από κατηχητικό σχολείο… Έφεραν και το μικρό τρίχρονο μωρό τους που θεωρούσαν ότι είχε θεραπευτεί με τη δύναμη του Θεού. Αυτοί, όντας ειδωλολάτρες ακόμα, δεν ήξεραν πώς να γιορτάσουν το Πάσχα. Είχαν ετοιμάσει, όμως, μότι (πιτάκια ρυζιού) και είχαν ετοιμαστεί να γιορτάσουν με προσευχή. Όμως, πριν το Πάσχα, το μωρό είχε αρρωστήσει και ήταν ετοιμοθάνατο, οπότε δεν περίμεναν ότι θα ζήσει. Με αυτά και με αυτά, έφτασε η νύχτα του Πάσχα. Συμφώνησαν μεταξύ τους: “Η αρρώστια του μωρού δεν πρέπει να μας εμποδίσει να προσευχηθούμε”. Ετοιμάστηκαν για να απευθύνουν την προσευχή τους στον Αναστάντα Σωτήρα με την καρδιά τους, που αν και δεν είχε ακόμα αγιαστεί με τη χάρη του βαπτίσματος, είχε, ωστόσο, βαθιά πίστη. Και εκεί, στα μισά της προσευχής, το μωρό φώναξε τη μαμά του που είχε χάσει κάθε ελπίδα πως θα άκουγε ξανά τη φωνή του σε αυτή τη ζωή. Ύστερα από τρείς μέρες ήταν τελείως υγιής» [4].

***

Στις μέρες μας, η ιερή ακολουθία του Πάσχα τελείται το ίδιο πανηγυρικά, όπως και στα χρόνια του Αγίου Νικολάου. Το Μεγάλο Σάββατο τελείται ο εσπερινός με τα 15 αναγνώσματα και η Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου. Περίπου από τις 9 το βράδυ διαβάζουν τις «Πράξεις». Η ίδια ιερή ακολουθία του Πάσχα αρχίζει σε άλλες εκκλησίες στις 23.00 και σε άλλες στις 23.30 και συνεχίζεται μέχρι τις 3 τη νύχτα. Μερικές φορές, την ίδια ημέρα της εορτής τελείται ακόμα μια Θεία Λειτουργία.

Πολλοί ηλικιωμένοι ενορίτες χαίρονται πολύ με τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη νυχτερινή ακολουθία. Στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τη νύχτα γίνονταν επιθέσεις από αέρος, στις πόλεις έσβηναν όλα τα φώτα και απαγορευόταν να γίνονται ακολουθίες, πόσο μάλλον να κάνεις λιτανεία με λαμπάδες. Γι’ αυτό το λόγο, εκείνη την εποχή, τελούσαν την ιερή ακολουθία του Πάσχα μόνο την ημέρα.

Την Εβδομάδα της Διακαινησίμου, στις μεγάλες εκκλησίες προσπαθούν να έχουν Θεία Λειτουργία κάθε μέρα. Όμως, στην πλειονότητα των ενοριών της Ιαπωνίας, οι ιερές ακολουθίες τελούνται, όπως πάντα, μόνο Σάββατο και Κυριακή. Πριν το Πάσχα, οι ενορίτες όλοι μαζί ετοιμάζουν το γιορτινό τραπέζι, διακοσμούν και ευπρεπίζουν το ναό με τρόπο που να μπορεί να χωρέσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό πιστών. Στην Ιαπωνία, όπως και στη Ρωσία, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, στους ορθόδοξους ναούς ο αριθμός των πιστών είναι δεκάδες φορές μεγαλύτερος σε σύγκριση με τις συμβατικές Κυριακές.

Την Αγία ημέρα της Ανάστασης του Χριστού, στις 69 ορθόδοξες εκκλησίες της Ιαπωνικής Εκκλησίας, προσεύχονται μαζί και οι Ιάπωνες και οι πιστοί από άλλες χώρες. Το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και το γιορτινό απολυτίκιο ακούγονται σε πολλές γλώσσες: στα ελληνικά, στα ρωσικά, στα αγγλικά, στα ρουμανικά, στα σερβικά, στα βουλγαρικά, στα γεωργιανά.

Οι ενορίες της Ιαπωνίας κατανέμονται σε 20 εκκλησιαστικές περιοχές, στην κάθε μια από τις οποίες σε έναν ιερέα αναλογούν τρείς-τέσσερις εκκλησίες. Γι’ αυτό, κάθε ιερέας τελεί την ιερή ακολουθία του Πάσχα τη νύχτα της Ανάστασης στον κεντρικό ναό. Σε μια από τις άλλες εκκλησίες που του αναλογούν, η ακολουθία του Πάσχα γίνεται την Κυριακή του Θωμά.

Τη νύχτα του Πάσχα μπορεί να νιώσει κανείς με ιδιαίτερο τρόπο μέλος της Εκκλησίας του Χριστού στις απλές ιαπωνικές ενορίες, όπου αυτή την ημέρα συγκεντρώνονται 100-300 άτομα. Στις εκκλησίες δεν έχει τόσο πολύ κόσμο τις καθημερινές της Μεγάλης Εβδομάδας. Η καθημερινή προσευχή, ωστόσο, δε σταματά, κυρίως, χάρη στις προσπάθειες της χορωδίας και του κλήρου του κεντρικού ναού της κάθε εκκλησιαστικής περιοχής.

Ήδη, έχει τελεσθεί η ακολουθία της Ταφής του Κυρίου και η λιτανεία της Μεγάλης Παρασκευής, κι έρχεται το Μεγάλο Σάββατο. Στις ενορίες παρατηρείται όλο και μεγαλύτερη κινητικότητα. Τη νύχτα του Πάσχα, οι ενορίτες, λίγες ώρες πριν την ιερή ακολουθία, πηγαίνουν στην τράπεζα που ονομάζεται «σπίτι για συναντήσεις των πιστών». Ο καθένας φέρνει κάτι για το κοινό τραπέζι και τακτοποιούν όμορφα τα τσουρέκια και τα πασχαλινά αυγά. Η ενορία είναι μια μεγάλη οικογένεια: ακούγονται οι συνήθεις συζητήσεις για την υγεία, τη δουλειά, τα παιδιά, τους κοινούς γνωστούς και όλοι με ειλικρίνεια μοιράζονται τα νέα τους. Η ώρα κοντεύει 11 το βράδυ. Αρχίζει η εξομολόγηση και γύρω στα μεσάνυχτα ξεκινάει η πανηγυρική ιερή ακολουθία. Την ώρα της ακολουθίας όλοι αφοσιώνονται στην προσευχή. Τα εφτάχρονα αγοράκια-παπαδάκια βοηθάνε μέχρι να τελειώσει η Θεία Λειτουργία και δε δείχνουν καθόλου κουρασμένα.

Στο Ναό της Ανάστασης του Χριστού στη Χακοντάτε – την πρώτη ορθόδοξη εκκλησία της Ιαπωνίας – οι ενορίτες είναι, ως επί τον πλείστον, μόνο Ιάπωνες. Στις ιερές ακολουθίες έρχονται και οι Ρώσοι φοιτητές του παραρτήματος του Κρατικού Πανεπιστημίου της Άπω Ανατολής που είχε ανοίξει εδώ δέκα χρόνια πριν. Έρχονται και οι εργαζόμενοι στο Παράρτημα του Χακοντάτε του Ρωσικού Προξενείου που βρίσκεται στο Σαππόρο. Το εικονοστάσι του ναού σώζεται από την εποχή της Ιαμασίτα Ριν. Περίπου τρία χρόνια πριν, στη Βουλγαρία, είχε αγιογραφηθεί η εικόνα του Αγίου Νικολάου της Ιαπωνίας, ειδικά για την ενορία στη Χακοντάτε.

Μετά την Θεία Λειτουργία του Πάσχα και τις εκφωνήσεις «Χριστός Ανέστη» στα ιαπωνικά και στα ρώσικα, ο πρωθιερέας Ιώβ κρατάει ένα τεράστιο καλάθι με αυγά και δίνει από ένα σε κάθε ενορίτη που προσκυνάει το σταυρό. Θυμόμαστε εδώ τις σημειώσεις στα ημερολόγια του Αγίου Νικολάου της Ιαπωνίας και θέλουμε πολύ, ώστε φέτος, στη Χακοντάτε, να δοθούν αν όχι 1000 ή 600, έστω 300 αυγά. Η γιορτινή τράπεζα συνεχίζεται μέχρι τις 6 το πρωί. Και ύστερα από λίγη ώρα ξεκινάει η δεύτερη Λειτουργία.

Είναι ενδιαφέρον ότι, αν και η λέξη «ανάσταση» έχει μεταφραστεί στην ιαπωνική γλώσσα με τη σχετική ιαπωνική έννοια «φουκάτσου» («εξέγερση, αναβίωση, ανάσταση»), η ίδια η λέξη Πάσχα μεταγράφεται και προφέρεται το ίδιο, όπως και στα σλάβικα, «Πάσχα». Έτσι, ο Άγιος Νικόλαος ήθελε να αναδείξει τη διαφορά ανάμεσα στο καθολικό πάσχα (Easter) και το ορθόδοξο Πάσχα. Η ίδια μεταφραστική τεχνική έχει εφαρμοστεί και με την μεταγραφή του ονόματος Χριστός: αντί για το καθολικό «κιρισούτο» (Christ), έχει χρησιμοποιηθεί η ελληνοσλαβική προφορά που έχει μεταγραφεί ως «Χαρισουτόσου».

Και ως απάντηση στην εκφώνηση «Χαρισουτόσου φουκάτσου» (Χριστός ανέστη), όλοι οι πιστοί της Ιαπωνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτές τις μέρες, ομόψυχα κραυγάζουν: «Τζίτσου νι φουκάτσου» (Αληθώς ανέστη).

Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

5/24/2021


Πάσχα στην Ιαπωνία Μέρος Α.

 


Ο Ιερός Ναός της Ανάστασης του Χριστού στην πόλη Χακοντάτε. Πασχαλινή λιτανεία με εκφωνήσεις «Χριστός Ανέστη» στην ιαπωνική και ρωσική γλώσσα


Το Μεγάλο Σάββατο του 1895, λίγο πριν την ιερή ακολουθία της Αναστάσεως στον Καθεδρικό Ιερό Ναό του Τόκιο, ο μετέπειτα πρύτανης της Εκκλησιαστικής Σχολής του Τόκιο, Ιωάννης Ιωακείμ Σενούμα απευθύνθηκε στους ορθόδοξους χριστιανούς της Ιαπωνίας με τα εξής λόγια: «Αδελφοί και αδελφές! Πώς να μη νυστάξει κανείς όταν η νύχτα πλησιάζει προς την αυγή;.. Στο σκοτάδι της νύχτας όλα γίνονται όλο και πιο ερημικά. Όλο και πιο δύσκολο είναι να βρούμε αραιά και που φωτάκια. Όμως, έρχεται μια συγκεκριμένη ώρα που στην κορυφή του λόφου Σουρουγκαντάϊ σιγά-σιγά αχνοφαίνεται ζωή. Σε λίγο, στον Ιερό Ναό, από το ύψος του οποίου φαίνεται όλη η πόλη, θα ανάψουν χιλιάδες λαμπάδες και τότε θα ξεχάσουμε τελείως ότι είναι νύχτα… Το Τόκιο και όλο το κράτος της Ιαπωνίας συνεχίζει να κοιμάται αστόχαστα στο σχεδόν πλήρες σκοτάδι, έχοντας χάσει το φως του Πνεύματος μέσα στην αλλαξοπιστία και την απιστία του σκότους. Και αυτό γίνεται τρόπος ζωής τους: όχι μαζί αλλά χώρια. Τώρα θυμόμαστε τα Πάθη και την Ταφή του Σωτήρος και ψέλνουμε το τροπάριο της Αναστάσεως, την οποία θα γιορτάσουμε πολύ σύντομα. Τι στιγμή εξαιρετικού συναισθηματικού ενθουσιασμού και αυτή! Είναι αδύνατον να περιγράψω με λίγα λόγια αυτό που συμβαίνει τώρα στις καρδιές μας.

Αποσύρονται όλα τα περιττά και μέσα μας στεριώνει κάτι το πιο αληθινό, το πιο πραγματικό… Θυμόμαστε την ιστορία των Παθών του Σωτήρος και χαιρετίζουμε την ώρα της Ανάστασής Του, και με αυτό απευθυνόμαστε στο λόφο Γολγοθά και στον Ναό του Παναγίου Τάφου, στα μακρινά από την Ιαπωνία Ιεροσόλυμα. Χάρη στα ελέη του Θεού, έχουμε την ανείπωτη ευτυχία να προσκυνάμε με θέρμη τούτες τις ζωντανές μαρτυρίες των Παθών και της Ανάστασης που φωτίζουν όλο το ανθρώπινο γένος» [1].  

Μετά από λίγα χρόνια, το 1905, οι ορθόδοξοι Ιάπωνες είχαν στείλει στους Ρώσους αδελφούς κατά την πίστη, που βρίσκονταν τότε όμηροι στη ξένη για αυτούς χώρα, τον ακόλουθο πασχαλινό χαιρετισμό: «Αγαπημένοι εν Χριστώ αδελφοί! Οι ορθόδοξοι χριστιανοί της νέας Εκκλησίας της Ιαπωνίας σας στέλνουμε ευχές για την Πάμφωτη Γιορτή της Ανάστασης του Χριστού. Μέσα στο φως αυτής της γιορτής απευθυνόμαστε σε σας. Σε αυτό το φως, που λάμπει άνωθεν, καταργείται η εθνότητα. Όσοι μπήκαν στον κύκλο αυτής της λάμψης, δεν είναι πλέον Ιουδαίοι ούτε Έλληνες, Ρώσοι ή Ιάπωνες. Όλοι είναι ένα εν Χριστώ, όλοι είναι μια οικογένεια του Ουράνιου Πατέρα» [2].  






Το χειρόγραφο τετράδιο με το κείμενο της ιερής ακολουθίας της Αναστάσεως (1903)


Εκατό χρόνια αργότερα, το 2006, οι ορθόδοξοι πιστοί από την Ευρώπη, που είχαν επισκεφτεί, αυτή την Λαμπρή μέρα, μια από τις ενορίες της Ιαπωνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, έκπληκτοι έλεγαν: «Δεν καταλαβαίναμε τα λόγια των προσευχών και των ψαλμωδιών στα ιαπωνικά, όμως, έχοντας συμμετάσχει στην ιερή ακολουθία, νιώσαμε ότι υποδεχτήκαμε πραγματικό Πάσχα!»

Πώς, άραγε, ήταν η εορτή των εορτών στην Ιαπωνία, την εποχή της γέννησης της Ορθοδοξίας εκεί, και πώς γιορτάζουν το Πάσχα στις μέρες μας;

Για πρώτη φορά, η ιερή ακολουθία του Πάσχα στην Ιαπωνία είχε τελεστεί στον Προξενικό Ιερό Ναό της Ανάστασης του Χριστού, που είχε κτιστεί, το 1859, στην πόλη Χακοντάτε. Δύο χρόνια μετά, σε αυτόν τον ναό τοποθετήθηκε νέος ιερομόναχος, ο Νικόλαος (Κασάτκιν), που άλλαξε σε αυτό το πόστο τον ιερέα Βασίλειο Μάχοβ που είχε παραιτηθεί. «Η πόλη Χακοντάτε είναι η μητέρα των εκκλησιών μας» - έγραφε, το 1898, ο αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκιϊ, ο μετέπειτα Πατριάρχης). «Τριάντα επτά χρόνια πριν, ο Σεβασμιώτατος Νικόλαος είχε πατήσει, για πρώτη φορά, εδώ την ιαπωνική γη. Εδώ βαπτίσθηκαν οι πρώτοι μας χριστιανοί που διέδωσαν το μήνυμα για τον Χριστό σε όλη την Ιαπωνία» [3].

Το 1871, στη Χακοντάτε, στην ιερή ακολουθία του Πάσχα συμμετείχαν όχι μόνο Ρώσοι αλλά και επτά Ιάπωνες. Την επόμενη χρονιά εδώ, για πρώτη φορά στην Ιαπωνία, ακούστηκε πασχαλινό χτύπημα καμπάνας κάτι που στάθηκε η αιτία για διωγμούς, ακόμα και φυλακίσεις και ανακρίσεις χριστιανών, ακόμα και παιδιών. Το 1873, στη Χακοντάτε, πανηγύρισαν την Αγία Ανάσταση του Χριστού ήδη 156 άτομα[4]. Εκείνη την εποχή, οι ιερές ακολουθίες τελούνταν, ως επί το πλείστον, στα ρώσικα και μόνο ορισμένα τροπάρια και δεήσεις γίνονταν στα ιαπωνικά.  

Το 1871, στο Τόκιο αγοράστηκε ένα οικόπεδο για τη Ρωσική Ιεραποστολή. Οι ιερές ακολουθίες τον πρώτο καιρό τελούνταν στο εκκλησάκι μέσα στο κτίριο που προορίζονταν για τους κληρικούς.

Ο Σέργιος Σεόντζι, είχε επισκεφτεί το ναό για πρώτη φορά όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Για την επίσκεψή του αυτή διηγούνταν το εξής: «Ξαφνικά, άκουσα ότι χτυπάει το κουδούνι, ο ήχος του οποίου έφτανε σε μένα από το διάδρομο του πέτρινου κτιρίου της Ιεραποστολής. “Αυτό το κουδούνι, σίγουρα, καλεί σε κάτι” – σκέφτηκα και βλέπω ότι όλοι οι ένοικοι του κτιρίου βγήκαν από τα δωμάτιά τους και πήγαιναν προς μια κατεύθυνση. Αυτό μου προξένησε το ενδιαφέρον και τους ακολούθησα μέχρι που μπήκα στο κτίριο της Ιεραποστολής. Πέρασα το διάδρομο και βρέθηκα στο χολ της κεντρικής εισόδου του κτιρίου της Ιεραποστολής. Από κει οι άνθρωποι, από μια μεγάλη σκάλα, ανέβαιναν στο δεύτερο όροφο… Η αριστερή πόρτα, η πιο μεγάλη, ήταν ανοιχτή διάπλατα. Όμως, μέσα από την πόρτα, αρχικά, έβλεπα μόνο άσπρο ταβάνι επειδή υπήρχε πολύς κόσμος. Όμως, χωρίς να το σκεφτώ πολύ, τολμηρός και σβέλτος, όπως ήμουν, πέρασα μέσα από το πλήθος και βρέθηκα στο επόμενο δωμάτιο. Βλέπω: ένα ευρύχωρο δωμάτιο και μέσα να κυριαρχεί απόλυτη ησυχία, παρόλο που πλήθος κόσμου κάθεται στο πάτωμα. Στα δεξιά, από τον ένα τοίχο στον άλλον, ήταν τοποθετημένα μια σειρά από πορτρέτα και πίνακες (όπως μου φάνηκαν τότε), και πιο πάνω ακόμα μια σειρά. Πίσω από τους πίνακες θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ακόμα ένα δωμάτιο, αφού οι πίνακες δεν έφταναν στο ταβάνι και το ταβάνι συνεχιζόταν και μετά τους πίνακες. Αυτή η διαρρύθμιση, με όλες τις λεπτομέρειές της, τις οποίες παρακολουθούσα με λαχτάρα, με εκθάμβωσε ως κάτι πρωτόγνωρο που είχε και την αινιγματική της μυστικότητα» [5].



Ο Επιτάφιος στον Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στην πόλη Σαππόρο. Στα ιαπωνικά γράφει το τροπάριο «Ο ευσχήμων Ιωσήφ…»


Από το 1884, και σε διάστημα επτά χρόνων, στην Ιεραποστολή ανεγείρεται ο επιβλητικός Ιερός Ναός της Ανάστασης του Χριστού που χωράει χιλιάδες πιστούς. Το Πάσχα του 1891, όλοι οι κάτοικοι του Τόκιο μπορούσαν να ακούσουν τον πανηγυρικό ήχο της καμπάνας του νέου ορθόδοξου ναού.

Στην Ανάσταση του Κυρίου έχουν αφιερωθεί ακόμα δύο εκκλησίες στην Ιαπωνία: στην πόλη Οτάρου (νησί Χοκάιντο) και την πόλη Κεσενούμα (βορειοανατολική πλευρά του νησιού Χονσού).

Η ιερή ακολουθία του Πάσχα στο Τόκιο τελούνταν στην ιαπωνική γλώσσα. Ωστόσο, η ολοκλήρωση της επιμέλειας και της τελειοποίησης της μετάφρασης του Πεντηκοσταρίου άρχισε μόλις το 1902, από τον Άγιο Νικόλαο και το βοηθό του, τον ορθόδοξο μεταφραστή Παύλο Νακάη. Εκείνη την εποχή είχαν ολοκληρώσει τη μετάφραση του Ευαγγελίου (1901), τις ιερές ακολουθίες της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και αποσπάσματα από τις ακολουθίες για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. «Όταν θα αντιγραφούν όλα, θα τα διαβάσουμε εκ νέου για να τα δώσουμε για εκτύπωση! Απόψε αρχίσαμε τη μετάφραση του Πεντηκοσταρίου. Ευλόγησον, Κύριε!» - θα γράψει στο ημερολόγιό του ο επίσκοπος Νικόλαος, στις 25 Απριλίου/8 Μαΐου του 1902. Μετά από ένα χρόνο, ο αρχιποιμένας με ικανοποίηση αναφέρονταν στην καθημερινή πολύωρη δουλειά: «Από το βιβλιοδετείο έφεραν διακόσια αντίτυπα του Πεντηκοσταρίου και πενήντα αντίτυπα της ιερής ακολουθίας του Πάσχα για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αποστολή στις εκκλησίες. Για το Πάσχα, βεβαίως, θα φτάσει σε όλες τις εκκλησίες» (17/30 Μαρτίου του 1903). Το Πεντηκοστάριο, που είχε εκδοθεί το 1903, σε αποσπάσματα, είχε 568 σελίδες με μεγάλη γραμματοσειρά.

Ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος για το Πάσχα του 1908 στο Ιερό Ναό του Τόκιο γράφει: «Τη νύχτα πριν την ιερή ακολουθία του Πάσχα, το κτίριο της Ιεραποστολής, όπως είθισται, είναι γεμάτο ανθρώπους, το θόρυβό τους και τις κινήσεις τους. Στην εκκλησία της Ιεραποστολής, οι ενορίες συναγωνίζονται στη διακόσμηση… των τσουρεκιών και των αυγών. Στον Ιερό Ναό, πριν τον Επιτάφιο, διαβάζουν σιγανά τις «Πράξεις»…   

Ένα τέταρτο πριν από τις 12, αρχίζουν να συμμαζεύουν τον Επιτάφιο, και στις 12 ακριβώς αρχίζει η ιερή ακολουθία. Τελείται μόνο η αρχή του Απόδειπνου. Μετά ανοίγουν οι Ωραίες Πύλες, ψέλνουν «Την Ανάστασή Σου Χριστέ Σωτήρ» και γίνεται η λιτανεία γύρω από το Ναό. Όταν, μετά τη λιτή, μπαίνουν στον Ναό, αυτός είναι γεμάτος φως από τους πολυελαίους, και αρχίζει η τέλεση του θαυμάσιου Όρθρου του Πάσχα. Στον ουρανό, βεβαίως, την ίδια στιγμή γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού ακόμα πιο χαρούμενα. Αλλά και στη γη, καλά θα ήταν, να δινόταν στους ανθρώπους πιο συχνά αυτή η χαρά που έχουν νιώσει σήμερα. Μια χαρά που πάντα τη νιώθουν αυτή την ημέρα και σε αυτό τον όρθρο και στη Θεία Λειτουργία που ακολουθεί… Όλη η ακολουθία τελείωσε στις τρεις και μισή». Όπως είθισται, μετά τη Θεία Λειτουργία, ο αρχιποιμένας χάρισε στον κάθε ενορίτη από ένα πασχαλινό αυγό (ανάλογα με τη χρονιά δίνονταν από 600 μέχρι 1000 αυγά). Μετά, γίνονταν πανηγυρική τράπεζα και ακολουθούσαν οι ευχές προς τους σπουδαστές και τους καθηγητές των σχολείων της Ιεραποστολής. Στη συνέχεια, οργανώνονταν επισκέψεις στα μέλη της Πρεσβείας και στους Ρώσους κατοίκους του Τόκιο και το απόγευμα τελούνταν ο Εσπερινός της Αγάπης.  

Κατά το 1911, ο Άγιος Νικόλαος και ο Παύλος Νακάη είχαν ετοιμάσει το πλήρες κείμενο του Τριωδίου και είχαν ξεκινήσει τις διορθώσεις και την τελειοποίηση του Πεντηκοσταρίου. Ο Άγιος Νικόλαος στα ημερολόγιά του μας δίνει ένα χρονικό της μεταφραστικής δουλειάς: «Συνεχίζεται η διόρθωση του Πεντηκοσταρίου» (8/21 Οκτωβρίου του 1911)· «Μεταφράζαμε τα κεφάλαια του Μάρκου στο τέλος του Πεντηκοσταρίου, τα οποία δεν είχαμε τελειώσει» (1/14 Δεκεμβρίου του 1911)· «Το Πεντηκοστάριον είναι έτοιμο για εκτύπωση, εκτός από τρία αδιάβαστα τετράδια που αργήσαμε να τα αντιγράψουμε» (12/25 Δεκεμβρίου του 1911). Ωστόσο, η βαριά αρρώστια τον εμπόδισε να τελειώσει το σχεδόν ολοκληρωμένο έργο. Το ημερολόγιο σταματάει στις 9 Ιανουαρίου του 1912. Διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του επισκόπου Σεργίου (Τιχομίροβ), για τις τελευταίες ημέρες του αρχιεπισκόπου Νικολάου, δεν μπορούμε να μην εκπλησσόμαστε με τις αντοχές του ισαπόστολου Νικολάου και με την επιθυμία του να συνεχίσει τη μεταφραστική δουλειά.

Σε ένα από τα βράδια, ο επίσκοπος Σέργιος (Τιχομίροβ) πήγε στο νοσοκομείο για να επισκεφτεί τον καθοδηγητή του: «Μπροστά στο παράθυρο του δωματίου ένα μικρό τραπεζάκι… πάνω στο τραπεζάκι ιαπωνικά χειρόγραφα, μελανοδοχείο, πένες, μπροστά στον Σεβασμιώτατο το σλαβονικό Τριώδιο… Ο Νακάη διαβάζει την ιαπωνική μετάφραση… Ο Σεβασμιώτατος παρακολουθεί στο άλλο τετράδιο αυτά που διαβάζουν… Ώρες-ώρες σταματάνε, βάζουν και κανένα κόμμα… Ο Σεβασμιώτατος φοράει χρυσά γυαλιά, ακάθεκτος... Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός είναι ένας καταδικασμένος σε θάνατο γέροντας;» [6]

Μετά από λίγες μέρες, στις 16 Φεβρουαρίου του 1912, ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος (Κασάτκιν) εκδήμησε εις Κύριον. Μετά την εκδημία του Αγίου Νικολάου, τα τελευταία τετράδια με τη μεταφραστική δουλεία του Πεντηκοσταρίου έχουν χαθεί και τώρα η Ιαπωνική Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί μόνο μεταφραστικά αποσπάσματα από το 1903.

Συνεχίζεται…

Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

5/21/2021

1] Βλ.: Сейке симпо. 1896. Май.

[2] Платонова А.Ф. Апостол Японии. Петроград, 1916. С.71.

[3] Сергий (Страгородский), архимандрит. По Японии (Записки миссионера). М., 1998. С. 14–15.

[4] Сейке дзихо. 1995. № 4. С. 5.

[5] Седзи С. Как я стал христианином/ Предисл. С. Рачинского// Русский вестник. 1891. Ноябрь. С. 40–41.

[6] Сергий (Тихомиров), епископ. Памяти Высокопреосвященного Николая, архиепископа Японского// Христианское чтение. СПб., 1912. Ч. 1. С. 40.






Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

 


Η Ανάληψη του Χριστού. Έργο της Γιαπωνέζας Ορθόδοξης αγιογράφου Γιαμασίτα Ρίν. 


Σάββατο, 5 Ιουνίου 2021

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝ ΚΙΝΑ

 



ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ

ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝ ΚΙΝΑ

Σεβ. Μητροπολίτου Προικονήσου κ. Ιωσήφ

 

     Με  τον τίτλο αυτό η «Εκκλησιαστική Αλήθεια», το επίσημο εβδομαδιαίο Δελτίο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, α.φ. 12/ έτ. ΚΔ'/ σελ. 111, εδημοσίευσε στις 23 Μαρτίου 1901 άρθρο που πληροφορούσε την ελληνόφωνη Ορθοδοξία για τον «βαρύ διωγμό», που εξερράγη στην Κίνα εναντίον των Χρι­στιανών, με την Ανατολή τού εικοστού αιώνος, οι φρικαλεότητες τού οποίου εθύμιζαν «τας επί Νέρωνος και Διοκλητιανού τοιαύτας».

 Στην Κίνα υπήρχε από τον 17οαιώνα μία μικρή πα­ρουσία Ορθοδόξων από το Albazin της Σιβηρίας. Το 1685 οι Κινέζοι είχαν καταλάβει το Αλμπαζίν και αιχμαλώτισαν ένα σημαντικό αριθμό Κοζάκων και Αλμπαζίνων. Σαρανταπέντε άπ' αυτούς ήταν Ορθόδοξοι. Μαζί τους συναιχμαλωτίσθηκε κι ο ιερέας τους, ονόματι Μά­ξιμος Λεοντίεφ. Ο Κινέζος Αυτοκράτορας K'ang-hsi, επειδή ήταν επιδέξιοι κατασκευαστές τόξων, τους πήρε στην αυλή του στο Πεκίνο. Τους φέρ­θηκε καλά και μάλιστα τους παραχώρησε έναν βουδιστικό ναό στο Πεϊκουάν, βορειοανατολική συνοικία τού Πεκίνου, που τον μετέτρεψαν σε χριστιανικό κι εγκατέστησαν εκεί μια θαυμα­τουργή εικόνα τού Αγί­ου Νικολάου που είχαν φέρει μαζί τους.

 Όταν οι Αλμπαζίνοι ερχόντουσαν σε γάμο με Κινέζες, οι γυ­ναίκες τους μπορούσαν ανεμπόδιστα να βαπτισθούν και να γίνουν Ορθόδοξες. Το 1696 ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος τού Τομπόλκ τους έστειλε μία επιστολή που αναγνώριζε την παρουσία τους, ένα αντιμήνσιο, ιερά σκεύη και άγιο Μύρον. Έτσι καθιέρωσαν τον Ναό στο όνομα της τού Θεού Σοφίας. Ο πρώτος αυτός Ναός στην Κίνα ήταν γνωστός και ως Ναός τού Αγ. Νικολάου (λόγω της θαυματουργής εικόνος) και ως Ναός της Αγίας Σοφίας. Αυτή ήταν η πρώτη Ορθόδοξη παροικία της Κίνας. Αργότερα, το 1716, μετά τον θάνατο τού ιερέως Μαξίμου, ήλθε στο Πεκίνο από τη Ρωσσία ο Αρχιμ. Ιλαρίων Λεζαίσκυ, μαζί μ' έναν ιερέα κι έναν διάκονο, έχοντας μαζί τους άμφια, εικόνες, λειτουργικά βιβλία και ιερά σκεύη, όμως απέθανε μόλις δυο χρόνια αργότερα. Τότε ήταν που ο Τσάρος Πέτρος Α' ο Μέγας (1682-1725) θεώρησε πως θα ήταν χρήσιμο για την διπλωματική παρουσία της Ρωσσίας στην Κίνα και την προώθηση των κρατικών του συμφε­ρόντων, να χειροτονηθεί ένας Επίσκοπος και να σταλεί στο Πεκίνο.

      Έτσι, στις 5 Μαρτίου 1721, παρουσία τού Τσάρου, χειροτονήθηκε στην Πετρούπολη ως Επίσκο­πος για την Κίνα ο π. Ιννοκέντιος Κουλτσίτσκυ. Όμως οι Κινέζοι αντιλήφθηκαν τις τσαρικές βλέψεις, κι έτσι δεν επέτρεψαν ποτέ στον Επίσκοπο Ιννοκέντιο να δρασκελίσει τα σύνορα της Kίνας, ενώ άρχισαν να παρακολουθούν καχύποπτα το έργο της μικρής Εκκλη­σίας. Άλλωστε είχαν το προηγούμενο με τις απαιτήσεις τού Πάπα Κλήμεντος για πλήρη υποταγή των Κινέζων Χριστιανών στις παπικές αποφάσεις, καθώς και τις Ιεραποστολές των Γάλ­λων και των Γερμανών, που υπό το ένδυμα τού εκχριστιανισμού προωθούσαν βίαια τα πολιτικο-οικονομικά συμφέρο­ντα των συγκεκριμένων χωρών με την λεγόμενη «διπλωματία των κανο­νιοφόρων», ενώ επεδείκνυαν υπεροπτική συ­μπεριφορά, ασεβούσαν απροκάλυπτα σε βάρος σεβάσμιων κοινωνικών παραδόσεων της χώρας κι επενέβαιναν δυναστικά σε θέματα δικαιοσύνης.

 Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο Αυτοκράτορας Γιάνκ-Τσένκ να εκδώσει το 1724 «Ιερόν Έδικτον», με το οποίο κατεδίκαζε τον Ρωμαιοκαθολικισμό και ανεκήρυττε τον Κομφουκιανισμό ως την μόνη θρησκευτική ορθοδοξία και την μόνη οδό ενάρετης ζωής. Αργότερα ο Ιννοκέντιος έγινε Επίσκοπος τού Ιρκούτσκ, έκαμε σπουδαίο ιεραποστολικό έργο μεταξύ των Μογγόλων και αναγέννησε κυρι­ολεκτικά τη Σιβηρία. Αναδείχθηκε θαυματουργός Άγιος και η επίσημη αναγνώρισή του έγινε το 1804.Πάντως, με την (καθόλου αβάσιμη) καχυποψία των Κινέζων, παρά τη Ρωσσο-κινεζική Συνθήκη της Κιάχτα (1729), που αναγνώριζε νομικά την Ορθόδοξη παρουσία στην Κίνα, και παρά την ανέγερση και δεύτερου Ναού στο Πεκίνο (της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) τα πράγματα για την Ορθοδοξία πάγωσαν μέχρι το 1860, με μόνη εξαίρεση τη με­τάφραση στην Κινεζική της Αγίας Γραφής και μερικών λειτουργικών βιβλίων. Λιγότεροι από 200 Χριστιανοί Ορθόδοξοι, συμπεριλαμβανομένων των απογόνων των Αλμπαζίνων αιχμαλώτων, ζούσαν τότε στη χώρα.

 Μετά από τον διαβόητο Πόλεμο τού Οπίου (1841-­42) και τον επίσης διαβόητο Πόλεμο τού Βέλους (1856­-60) που οδήγησαν στις επαχθείς για τους Κινέζους Συνθήκες τού Τιέντσιν (1858) και τού Πεκίνου (1860), παραχωρήθηκε στους ξένους το δικαίωμα να εγκαταστήσουν διπλωματικές υπηρεσίες στο Πεκίνο, η δυνα­τότητα εμπορικής χρήσεως πολλών λιμανιών, ενώ εξασφαλίσθηκε προστασία στις διάφορες ιεραποστολές για να εργασθούν στο εσωτερικό της Κίνας. Ταυτόχρονα άρχιζε όμως να φουντώνει μέσα στις τάξεις των διανο­ουμένων αλλά και στις πλα­τειές λαϊκές μάζες ένα κύμα μισοξενίας. Οι Ευρωπαίοι Χριστιανοί ήταν οι «ξένοι διάβολοι» που λυμαίνονταν την παρηκμασμένη Κινε­ζική Αυτοκρατορία. Παρά το αρνητικό κλίμα, οι Συνθήκες τού Τιεντσίν και τού Πεκίνου έδωσαν τη δυνατότητα στους Ρώσσους ν' αναπτύξουν ένα στοιχειώδες ιεραποστολικό έργο, να δημιουργήσουν δυο σχολεία, ένα αρρένων κι ένα θηλέων, να προβούν σε εκδόσεις βιβλίων κ.λπ..

      Οδιάβολος όμως δεν καθό­ταν με σταυρωμένα χέρια! Στις 21 Ιουνίου 1870, στο λιμάνι τού Τιεντσίν, ένας θερμόαιμος Γάλλος Πρόξενος πυροβόλησε έναν Κινέζο δικαστή. Η σφαίρα αστόχησε και σκότωσε έναν φύλακα τού δικαστηρίου. Το πλήθος αφήνιασε κι έσφαξε επί τόπου τον Πρόξενο και τον υπασπιστή του και κατόπιν ξέσπασε με λύσσα εναντίον των Χριστιανών, τόσο των ξένων, όσο και των Κινέζων «προδοτών» - το έγκλημα το είχε διαπράξει «Χριστια­νός»! Κατακρεουργήθηκαν αυθημερόν 41 Κινέζοι και ξένοι Χριστιανοί. Ανάμεσά τους και δυο ανυποψίαστοι Ορθόδοξοι, ένα ανδρόγυνο που θα γινόταν ο γάμος του εκείνη ακριβώς την τραγική ημέρα! Τα πρώτα θύματα της Ορθοδοξίας, που θανατώθηκαν μόνο γιατί ήταν Χρι­στιανοί! Άλλωστε, Ρωμαιοκαθολικοί ή Ορθόδοξοι, στα μάτια τού αφηνιασμένου όχλου ήταν το ίδιο! Η Σφαγή τού Τιεντσίν ήταν το πρελούδιο όσων θα συνέβαιναν τριάντα άκριβώς χρόνια μετά.

 Με ρυθμό προσελεύσεως στην Ορθοδοξία από 10 μέχρι 40 Κινέζων τον χρόνο, το 1871 υπήρχαν στην Κίνα 620Ορθόδοξοι. Εν τω μεταξύ μεταφράσθηκαν στα Κινεζικά το Ψαλτήρι και το Ευχολόγιο από τον Αρχιμ. Παλλάδιο Καφάρωφ, ενώ ο διάδοχός του στην Ιερα­ποστολή Αρχιμ. Φλαβιανός (αργότερα Μητροπολίτης Κιέβου) άρχισε να τελεί τις Ακολουθίες στα Κινεζικά.Ο ίδιος συγκέντρωσε και εξέδωσε στα Κινεζικά όσα οι προκάτοχοί του είχαν γράψει. Ο ίδιος επίσης προώθη­σε στην Ιερωσύνη τον πρώτο Κινέζο-Ορθόδοξο κληρικόπ. Μητροφάνη Τσί-Σούνκ, που χειροτονήθηκε στην Ιαπωνία από τον μεγάλο Ιεραπόστολο της Χώρας τού Ανατέλλοντος Ηλίου Νικόλαο Καζάτκιν ( Άγιο), το 1880. Η απόφαση τού εικοσιπεντάχρονου Μη­τροφάνη να γίνει ιερεύς μέσα σ' ένα βεβαρυμμένο κατά των Χριστιανών κλίμα, καθώς και η συμφωνία της συζύγου του Τατιανής, είχαν a priori χαρακτήρα ηρωισμού και μαρτυρίας.

 Η παρακμή της Αυτοκρατορίας, οι καθημερινές ταπει­νώσεις που δεχόταν ο Κινε­ζικός λαός από μέρους των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυ­νάμεων, που «μοίραζαν το πεπόνι» (όπως ειπώθηκε) της Κίνας μεταξύ τους υπό την προστασία των κανονιοφό­ρων, η πολιτική χρεωκοπία της Αυλής των Τσινκ και των μανδαρίνων, η υπεροψία των Ρωμαιοκαθολικώνμισσιοναρίων, η έλλειψη ευγένειας και σεβασμού απέναντι στις παραδόσεις και τις κοινωνικές συνήθειες αιώνων, φούντωσαν το κύμα της λαϊκής οργής, που άρχισε να σχηματοποιείται κυρίως με τη μορφή μιας μαχητικής παραθρησκευτικής οργανώσεως με το όνομα Άι-Χό Τσουαν, δηλ. Πυγμάχοι της Νομίμου Αρμονίας, η απλούστερα «Μπόξερς», επειδή ήταν κάτοχοι των παραδοσιακών κινεζικών πολεμικών τεχνών.

 Οι Μπόξερς πίστευαν ότι ενσάρκωναν ο καθένας τους κι από έναν «θεό» τού κινεζικού πανθέου, που τον καθιστούσε άτρωτο και πανί­σχυρο. Θεωρούσαν ως αποστολή τους το ξεκαθάρισμα της χώρας από τους «ξένους διαβόλους», την τιμωρία των εντοπίων «προδοτών» που άφησαν την πατρική θρησκεία κι έγιναν Χριστιανοί. Μερικοί υποστηρίζουν ότι οι Μπόξερς ξεκίνησαν ως αποκλειστικά αντιρωμαιοκαθολικό κίνημα. Πάντως ίδρυαν στρατόπεδα, έστηναν στη μέση έναν κατακόκκινο βωμό και με ορμητήριο αυτά ξεκίνησαν αρχικά ένα όργιο κατασυκοφαντήσεως όλων των Χριστιανών. Για όλα έφταιγαν οι Χριστιανοί. Για τις πλημμύρες, για τις αρρώστιες, για την πείνα, για τα πάντα! Οι θεοί ήταν θυμωμένοι εξ αιτίας των Χρι­στιανών και εξ αιτίας της μεταστροφής Κινέζων στον Χριστιανισμό, γι' αυτό κι άφηναν αναπάντητες τις προσευχές τού λαού κι εκδικούνταν!

 Όταν την άνοιξη τού 1900 μεγά­λη ξηρασία εμάστιζε τη χώρα, κυκλοφορούσαν κείμενα με τα πιο τερα­τώδη μυθεύματα εναντίον των Χριστιανών, έγραφαν στους τοίχους συνθήματα όπως: «Ο νόμος τού Βούδα δεν είναι πια σεβαστός και οι Πέντε Σχέσεις της Κομφουκιανής ηθικής αγνοούνται. Έχει ξεσηκωθεί ο θυμός τού Ουρανού και της Γης και γι' αυτό δεν έρχεται βροχή. Αλλά ο Ουρανός μας στέλνει τώρα οκτώ εκατομμύρια πνευματικούς στρατιώτες για να ξεριζώσουν τις ξέ­νες θρησκείες κι όταν θα γίνει αυτό τότε θάρθη και η βροχή!». Για τους Ρωμαιοκαθολικούς ειδικά διέδιδαν από νωρίτερα ασύλληπτες σε φρικαλεότητα μυθολο­γίες, όπως λ.χ. ότι οι ιερείς τους έβγαζαν τα μάτιατων ετοιμοθάνατων Κινέζων προσήλυτων και με μαγικά τε­χνάσματα και αλχημείες τα μετέτρεπαν σε ασήμι, «καθ' όσον τα μάτια των βαρβάρων [δηλ. των λευκών] ήταν ανεπιτήδεια για κάτι τέτοιο» κ.α. Αφού κατάφεραν να δημιουργήσουν το κλίμα που ήθελαν, άρχισαν απροκάλυπτα τον διωγμό. Έσερναν βίαια τους Χριστιανούς στα στρατόπεδά τους με τους βωμούς, όπου, αφού τους ανέκριναν με πολλά βασανιστήρια, τους υποχρέωναν ν' αρνηθούν την «ξένη θρησκεία», να κάψουν θυμία­μα μπροστά σε αγάλματα τού Βούδα και θεοτήτων του κινεζικού πανθέου (κάποτε και να πληρώσουν λύτρα!) ή να πεθάνουν. Η αγριότητα και τα βασανιστήρια ξεπερνούσαν κατά πολύ τόσο εκείνα της αρχαίας Ρώμης και Περσίας, όσο κι εκείνα της Οθωμανικής Τουρκίας! Οι Μπόξερς υπήρξαν αμίμητοι σε εφευρετικότητα τρόπων βασανισμού των Χριστιανών! Πολλοί υπέκυψαν. Εξώμοσαν. Αρνήθηκαν τον Χριστό. Άλλοι όχι. Υπέμειναν μέχρι θανάτου!

 Από τους χίλιους περίπου Ορθοδόξους της Κίνας, αρκετοί, δυστυχώς, κατά τη μαρτυρία τού επί κεφαλής της Ρωσσικής Ιεραποστολής Αρχιμανδρίτου Ιωαννικίου, έμφοβοι μπροστά στα άγρια βασανιστήρια και τον θά­νατο, ελύγισαν κι εξώμοσαν. Μεταξύ τους και κάποια μέλη της Ιεραποστολή. Οι περισσότεροι όμως, παρά τους φρικαλέους βασανισμούς, έμειναν ακμονος στερρότεροι, αταλάντευτα προσηλωμένοι στο Χριστό και την Ορθοδοξία, ενώ περί τους τρι­ακόσιους εμαρτύρησαν.

 Την 1η/14η Ιουνίου οι Μπόξερς έκαψαν τον Ναό και τα κτήρια της Ιεραποστολής στο Πεκίνο. Πρω­τομάρτυρας των διωγμών υπήρξε ένα παπαδοπαί­δι. Ο εικοσιτριάχρονος Ησαΐας, γιός τού ιερέως Μητροφάνους, στρατιώ­της που υπηρετούσε στο Πυροβολικό, μόλις έγινε γνωστό πως ήταν Χρι­στιανός, τού ζητήθηκε ν' αρνηθεί τον Χριστό και να προσφέρει θυμίαμα στα είδωλα. Αρνήθηκε. «Είμαι Χριστιανός!». Τον αποκεφάλισαν. Το ημερολόγιο έγραφε 7/20 Ιουνίου 1900. Τρεις μέρες μετά, το βράδυ της 10ης /23ης Ιουνί­ου προκηρύξεις γέμισαν τους δρόμους τού Πεκίνου που καλούσαν το λαό να σφάξει τους Χριστιανούς και φοβέ­ριζαν όσους θα τολμούσαν να φυγαδεύσουν Χριστιανούς. Ήταν η «Νύχτα τού Αγίου Βαρθολομαίου» για τους Ορθοδόξους της Κίνας.

 Στις 10 η ώρα το βράδυ αυτό, εξαγριωμένοι Μπόξερς μαζί με στρατιώτες κύκλωσαν το σπίτι τού πράου, ανεξίκακου, αφιλάργυρου και καταστόλιστου με κάθε αρετή Ιερέως Μητροφάνους, όπου βρίσκονταν περίπου εβδομήντα πιστοί. Η ώρα για τον Καλό Ποιμένα είχε φθάσει. Αφού με τη βοήθεια της δεκαεννιάχρονης νύμφης του Μαρίας (μνηστής τού Ησαΐα) εφυγάδευσε όσους μπορούσαν και το ήθελαν, έδωσε με αυταπάρνηση την καλή μαρτυρία της Πίστεως, σφρα­γίζοντας με το αίμα του την αγία ιερατική του πορεία, στα σαρανταπέντετου μόλις χρόνια. Ο πατήρ Μητροφάνης σφάχτηκε με μοναδική αγριότητα κάτω από μία χουρ­μαδιά, μπροστά στο σπίτι του. Το στήθος του το έκαμαν σαν κυψέλη μελισσιού από το πλήθος των μαχαιριών που λυσσαλέα τού κατάφεραν. Ήταν σ' ένα πέλαγος θεί­ας ειρήνης και προσευχόμενος ως την τελευταία στιγμή.

 Συνέλαβαν και τονεφτάχρονο γιό τουΙωάννη. Βασάνι­σαν το μικρό παιδάκι με αφάντα­στη βαρβαρότητα. Εκείνο αρνήθηκε να θυμιάσει τον Βούδα. «Είσαι πιστός του διαβόλου!», τού έλεγαν. «Είμαι Χριστια­νός!» απαντούσε. «Πιστεύω στον αληθινό Θεό!» Τού έκο­ψαν τα δάχτυλα των ποδιών, τη μύτη του, τα αυτιά του και τέλος τα χεράκια του από τους ώμους. Κατά τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, τού Προτάσιου Χάν και τού Ηρωδίωνος Χσιού (μέχρι τον διωγμό δεν ήταν Χριστιανοί· βαπτίσθηκαν αργότερα, παραδειγματισμένοι από τη γενναιό­τητα τού μικρού Ιωάννη), ο Παιδομάρτυρας τού Χριστού δήλωσε ότι δεν πονούσε, παρά τις πληγές και τον ακρωτηριασμό. «Το να υποφέρει κανείς για τον Χριστό δεν είναι βαρύ!», απαντούσε. Με την άκατάσχετη αιμορραγία διψούσε. Ζήτησε λίγο νερό. Τον κορόιδευαν και τον βρίζανε. Την επαύριο τον αποκεφάλισαν και κάψανε το λειψανάκι του πάνω σε μια τελετουργική πυρά, «προς τιμήν τού Βούδα» (!).

 Αυθημερόν (11/24) μαρτύρησε και η μαννούλα του Πρεσβυτέ­ρα Τατιανή. Την αποκεφάλισαν. Έπιασαν και τη μνηστή τού Ησαΐα, Μαρία, δεκαεννιά χρονών. Είχε έρθει πριν δυο μέρες στο σπίτι τού ιερέα πεθερού της, θέλοντας να πεθάνη μαζί με την οικογένεια τού μνηστήρα της. Ο Σέργιος, ο δεύτερος γιός τού π. Μητροφάνους (επέζησε κι έγινε αργότερα ιερεύς) την επίεσε να φύγει για να σωθεί. Η απάντησή της ήταν: «Γεννήθηκα κοντά στην εκκλησία της Παναγίας και εδώ θέλω να πεθάνω!». Οι Μπόξερς τη συνέλαβαν. Τους κατηγόρησε κατά πρόσωπο ότι σκοτώνουν αθώους ανθρώπους, χωρίς δίκη, παράνομα. Τη βασάνισαν απάνθρωπα. Της τρύ­πησαν τα χέρια και τα πόδια. Την άφησαν. Ξαναήλθαν και την αποτελείωσαν. Συνέλαβαν τον Κατηχητή της Ιεραποστολής Παύλο Γουαν. Τον βασάνισαν φρικτά. Ξε­ψύχησε γαλήνια προσευχόμενος. Μαζί και η δασκάλα τού σχολείου της Ιεραποστολής Ίγια Γουέν. Υπέστη τα πάνδεινα. Ομολογούσε τον Χριστό με χαρά και με χα­μόγελο, μέσα στην κόλασι των βασανιστηρίων που τηςέκαναν. Φρικτό θάνατο βρήκαν, ομολογώντας ως το τέλος τον Χριστό και ο Κλήμης ΚουΐΚίν, ο Ματ­θαίος Χάι Τσουαν, ο αδελφός του Βίτ Χάι Τσουαν και η Άννα Τσούι, Αλμπαζίνοι από την πα­λαιά γενιά.

 Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κείτονταν σφαγμένοι, με κομμένο τον λαιμό από το εν' αυτί μέχρι το άλλο, ακρωτηριασμένοι, κομμένοι σε φέτες. Η οσμή τού αίματος μέσα στη ζέστη τού Ιουνίου ήταν ανυπόφορη και το θέαμα που συναντούσες στους δρόμους ήταν φρι­κτότερο απ' όσο άντεχες να δεις!..

 Ο Ιννοκέντιος κλή­θηκε στην Πετρούπολη, όπου χειροτονήθηκε Επίσκοπος κι επανήλθε στην Κίνα τον Αύγουστο τού 1902, για να μαζέψει ό,τι απόμεινε και να κάμει ένα καινούργιο ιεραποστολικό ξεκίνημα. Στη θέση της παλιάς Ιεραποστολής στο Πέικουαν τού Πεκίνου έκτισε τον Ναό Πάντων των Αγίων Μαρ­τύρων. Εκεί εθησαύρισε τα λείψανα τού Ιερομάρτυρος Μητροφάνους και όσων άλλων Μαρτύρων κατάφερε να εντοπίσει. Ο Ναός αυτός ισοπεδώθηκε μετά την επικράτηση τού Κομμουνισμού στην Κίνα και στη θέση του χτίστηκε η Πρεσβεία της Σοβιετικής Ενώσεως (!)...

Χαίροις Σινών Μαρτύρων πληθύς,
Θεού του ζώντος η γενναία παράταξις,
η πλάνην καταβαλούσα την βουδδικήν ανδρικώς,
και Χριστού την πίστιν ανυψώσασα,
τα άνθη τα πνέοντα, ευωδίαν την άρρητον,
νέοι αστέρες του νοητού στερεώματος,
οι τας καρδίας των πιστών καταυγάζοντες,
Κίνας το μέγα καύχημα, Ασίας αγλάϊσμα,
και στολισμός και λαμπρότης
και απαρχή προς τον Κύριον.
Αυτόν δυσωπείτε,
ταις ψυχαίς ημών δοθήναι το μέγα έλεος.

Ταίς των Σων εν Κίνα Αγίων Νεομαρτύρων, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών... 


Κυριακή, 30 Μαΐου 2021

Nobuyuki-Gheoghe Nukina: “How I became Orthodox” – Orthodoxy in Japan

Nobuyuki-Gheoghe Nukina, Japanese karate fighter, at the first part of his interview to Pemptousia, speaks on how he became Orthodox and talks about Orthodoxy in Japan. Relationship between Orthodoxy and karate Nobuyuki-Gheoghe Nukina, Japanese karate fighter, at the second part of his interview to Pemptousia talks about the relationship between Orthodoxy and karate. Pilgrimage on Holy Mountain At the third part of his interview to Pemptousia, Nobuyuki-Gheoghe Nukina, Japanese karate fighter, shares his experience from his pilgrimage to Mount Athos. A message to Japanese At the last part of his interview to Pemptousia, Nobuyuki-Gheoghe Nukina, Japanese karate fighter, is sending a message to Japanese people about orthodoxy.