Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ο βασιλιάς Αρθούρος και η εξημέρωση ενός δράκου

Ο βασιλιάς Αρθούρος και η εξημέρωση ενός δράκου




Ο Catho, βασιλιάς του Dunster, δεχόταν επιθέσεις από όλες τις πλευρές: το Κανάλι του Bristol στα βόρεια έφερνε τους επιδρομείς Ιρλανδούς πειρατές, την ανατολή απειλούσαν οι ορδές των Σαξόνων εισβολέων και οι βάλτοι στους οποίους βρισκόταν ο λόφος πάνω στον οποίο στεγαζόταν το κάστρο του δεχόταν τις επιθέσεις ενός δράκου. Κάθε νύχτα, οι άνθρωποι έβρισκαν καταφύγιο στο Κάστρο του Dunster και φοβόντουσαν πως ο δράκος θα έκανε το κάστρο κομμάτια με τα μεγάλα νύχια του ή θα τους έκαιγε με την φλογερή του ανάσα. 
Ο δράκος είχε βγει έξω από τους βάλτους  όταν η πείνα τον οδήγησε προς τα κοπάδια στις κοιλάδες και τα αγρίμια μέσα στα δάση. Όσο πιο πολύ έτρωγε, τόσο μεγαλύτερος γινότανε και τόσο πιο πολύ πεινούσε.
Αφού καταβρόχθισε όλα τα οικόσιτα και τα άγρια ζώα, στράφηκε προς τους ανθρώπους. Έκανε κατά προτίμηση επιθέσεις σε μεγάλες ομάδες για να αξίζει η προσπάθειά του. Οι στρατιώτες του Catho είχαν πάει να πολεμήσουν τους πειρατές και υπέφεραν τα χειρότερα λόγο των επιθέσεων του δράκου, Ο δράκος αφού τους έτρωγε έφτυνε τις πανοπλίες και τα όπλα τους. 
Προς το Dunster, μέσα από τους βάλτους, ίππευε ο νεαρός Αρθούρος Πέντραγκον, ο οποίος είχε ανακηρυχθεί πρόσφατα Υψηλός Βασιλέας. Όλα έδειχναν αβέβαια για αυτόν μέσα σε αυτή την πλατιά πεδιάδα, όπου δεν μπορούσε να διακρίνει ανάμεσα στα χωράφια, την θάλασσα και τα σύννεφα, όπου η γη δεν ήταν πράσινη ούτε το νερό ήταν γαλάζιο και όλες οι επιφάνειες έμοιαζαν γκρίζες σαν τον ουρανό. 
Αφού τον καθοδήγησαν με ασφάλεια οι ντόπιοι μέσα από τους βάλτους, ο Αρθούρος πέρασε μέσα από τις λάσπες σε μία περιοχή που δεν υπήρχαν ούτε χωράφια ούτε νερό. Σκεφτόταν πόσο αβέβαια ήταν τα βήματά του ανάμεσα στους ισχυρούς του νέου του βασιλείου και πως ευχόταν να μπορούσε να διακρίνει τους φίλους από τους εχθρούς. 
Ο Αρθούρος ίππευε για να ζητήσει την βοήθεια του Catho ενάντια στους Σάξονες, χωρίς να γνωρίζει πως το βασίλειο του Catho αντιμετώπιζε μια πιο φοβερή απειλή. Έτσι τόσο κυκλωμένος από τις δικές του ανησυχίες ήταν ο Αρθούρος ώστε δεν παρατήρησε πόσο ήσυχο ήταν το τοπίο γύρω του. Δεν ακουγόταν κελάηδημα πουλιών, κανένα ζώο δεν κινούνταν μέσα στα χόρτα και τα καλάμια. 
Μόλις έφτασε στο κάστρο, ο Αρθούρος κατάλαβε τον λόγο για τον οποίο ο Catho αντέδρασε με ένα πικρό χαμόγελο στο αίτημά του. Του είπε ο Catho: "Θα σε βοηθήσω εάν με βοηθήσεις και εσύ. Οι άνδρες μου είναι αδύναμοι ενάντια σε έναν δράκο που τους τρώει κατά εκατοντάδες. Είναι δικοί σου και θα υπακούν στις εντολές σου εάν με απαλλάξεις από αυτό το θηρίο."
Φαινόταν σαν να πέρασαν μόλις λίγα λεπτά όταν ο Αρθούρος Πέντραγκον, Υψηλός Βασιλιάς της Βρετανίας, ξεκινούσε για την δική του περιπέτεια ενάντια σε έναν δράκο. 
Ίππευε και πάλι μέσα από τους βάλτους,  παρακινημένος από μία υπόσχεση που πιθανόν δεν μπορούσε να κρατήσει. Γνώριζε πως μόνο το όνομα του δεν θα μπορούσε να τον σώσει και αναρωτιόταν κατά πόσο οι μυστικές δυνάμεις του Excalibur, οι οποίες τον προστάτευαν από τους τραυματισμούς στην μάχη, θα τον προστάτευαν και ενάντια στις επιθέσεις του δράκου. 
Συνέχιζε να ιππεύει χωρίς να μπορεί να εντοπίσει τον δράκο, ώσπου αναγκάστηκε να σταματήσει γιατί είχε περάσει μέσα από τους βάλτους και έφτασε στην ακτή των Εφτά Θαλασσών. 
Εκεί, καθώς αντίκριζε την αλατισμένη παλίρροια, είδε κάτι περίεργο να επιπλέει στην επιφάνεια του νερού, κάτι που έμοιαζε σαν ένα κομμάτι της χαραυγής να είχε πέσει μέσα στην θάλασσα. Καθώς η παλίρροια έφερε πιο κοντά αυτό το αντικείμενο με τα αστραφτερά χρώματα, ο Αρθούρος μπόρεσε να δει πως ήταν φτιαγμένο από πέτρα, όμως αυτό το έκανε ακόμη πιο περίεργο γιατί οι πέτρες δεν μπορούν να επιπλεύσουν...
Τώρα ήταν τόσο κοντά που ο Αρθούρος μπορούσε να διακρίνει πως ανάμεσα στις σαφράν και ρόδινες αποχρώσεις υπήρχαν σκαλιστά σχέδια από αγγελικά φτερά και σταυρούς. Ο Αρθούρος αφίππευσε και γονάτισε στην ακτή, περιμένοντας την παλίρροια να του φέρει το θαυμαστό αντικείμενο. Τα χέρια του χάιδεψαν την ομορφιά των σκαλισμάτων και γέμισε με ελπίδα. Δεν ήθελε να αφήσει αυτή την ξεχωριστή πέτρα μόνη της στην ακτή με κίνδυνο να πέσει σε λάθος χέρια. Καθώς την άγγιζε ένιωσε να γεμίζει με μία δύναμη την οποία δεν είχε αισθανθεί ποτέ ξανά και έσπρωξε την πέτρα πέρα από την ακτή όπου την έκρυψε με πολλά φύκια. 
Λίγο μετά, καθώς ίππευε παράλληλα στις ακτές που σήμερα ονομάζουμε Blue Anchor Bay, είδε μία σιλουέτα σε απόσταση. Μπορούσε να δει πως ήταν ένας γέρος ο οποίος έγερνε στο μπαστούνι του και για μια στιγμή ήλπισε πως ήταν ο Merlin ο οποίος ερχόταν να τον βοηθήσει. Όμως αυτός ήταν ένας ξένος και καθώς ο Αρθούρος πλησίασε μπορούσε να δει πως αυτός ο άνδρας ήταν πολύ προβληματισμένος. Όταν είδε τον Αρθούρο, ο ηλικιωμένος άνδρας φώναξε: "Μήπως είδες το Ιερό μου;"
Ο ξένος συστήθηκε σαν Carantoc, ένας άγιος άνδρας από την Ουαλία. Ήταν ένας ερημίτης που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του προσευχόμενος μέσα σε μία σπηλιά ώσπου είδε ένα όραμα. Το όραμα του έδειξε το Ιερό που πρέπει να φτιάξει, σκαλισμένο με σταυρούς, αγγελικά φτερά και περιστέρια. Άκουσε μία φωνή που του είπε να θέσει αυτό το Ιερό επάνω στα νερά όπου με τη δύναμη της προσευχής θα το έκανε να επιπλεύσει. Έπειτα θα έπρεπε να το ακολουθήσει και στο σημείο που θα σταματούσε θα έφτιαχνε μία Χριστιανική εκκλησία. 
"Ακολουθούσα το Ιερό με την βάρκα μου ώσπου ένας άνδρας που ίππευε μου απέσπασε την προσοχή και μία ισχυρή ταραχή στους βάλτους πίσω του και έπειτα το έχασα από τα μάτια μου". 
"Λοιπόν, εάν με βοηθήσεις θα σε βοηθήσω και εγώ", του είπε ο Αρθούρος καθώς αφίππευσε, εντυπωσιασμένος από τις θαυματουργικές δυνάμεις του Carantoc. 
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, το άλογό του άρχισε να σκιρτάει έντονα και ο Αρθούρος ταράχτηκε από έναν φοβερό και μεγάλο θόρυβο. Η θάλασσα γέμισε ατμούς και το Excalibur έγινε ξαφνικά απίστευτα καυτό σε σημείο που ήταν δύσκολο να το φορέσει επάνω του. Η θερμοκρασία από την κοιλιά του δράκου μετέτρεπε την άμμο σε γυαλί καθώς ορμούσε πεινασμένος επάνω τους. Ο Carantoc ύψωσε το ραβδί του. 
"Μείνε ακίνητος", διέταξε τον δράκο και αυτός σταμάτησε. 
"Κάθισε" του είπε και ο δράκος κάθισε. 
"Τώρα χαλάρωσε" του είπε και ο καπνός και οι ατμοί υποχώρησαν. 
Ο Carantoc έκοψε ένα κομμάτι από τον μανδύα του και το έδεσε γύρω από τον λαιμό του δράκου σαν κολάρο. 
"Σε ποιο σημείο έκρυψες το Ιερό μου κάτω από τα φύκια;"
Οδηγώντας τον δράκο με το κολάρο, ο Carantoc ακολούθησε τον Αρθούρο στο σημείο όπου το άλογο περίμενε πλάι στο κρυμμένο Ιερό. Προκειμένου να αποδείξει πως είχε εξημερωθεί πλήρως και είχε γίνει χορτοφάγος, ο δράκος έφαγε τα φύκια ενώ το άλογο έπαιζε με τον νέο του φίλο. Οι τέσσερις τους ταξίδεψαν στο Κάστρο του Dunster όπου ο Catho ήταν συνάμα έκπληκτος αλλά και ανακουφισμένος που τους έβλεπε. 
Ο Carantoc χαροποίησε πολύ τον βασιλιά Catho ο οποίος προσφέρθηκε να του δώσει χρήματα για να χτίσει την εκκλησία όπου θα τοποθετούσε το Ιερό του κοντά στην ακτή που ξεβράστηκε. Ο Αρθούρος είχε τώρα αρκετούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του προκειμένου να πολεμήσει τους Σάξονες, πράγμα το οποίο έκαναν ενθουσιασμένοι από το γεγονός ότι σώθηκαν και δεν τους έφαγε ο δράκος. 
Την ίδια στιγμή, ο δράκος έγινε ένα εξαιρετικό κατοικίδιο το οποίο αναζωπύρωνε την φωτιά για το μαγείρεμα όταν ο άνεμος φυσούσε από λάθος κατεύθυνση και οι γηραιοί σύμβουλοι του Cathoc καθόντουσαν δίπλα του για να ζεσταθούν. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι που ένας νέος συνειδητοποίησε πως έτσι σπαταλούσαν τις δυνάμεις ενός καλού δράκου και τον έβαλαν σε δουλειά στις Εφτά Θάλασσες. Εκεί κολυμπούσε πάνω και κάτω από τις ακτές του Minehead μέχρι την St Audries Bay, μεταμφιεσμένος σαν γιγάντιο θαλάσσιο ερπετό διώχνοντας τους Ιρλανδούς πειρατές. Οι πειρατές φοβόντουσαν πολύ αυτό το θηρίο και δεν αποβιβαζόντουσαν και οι στρατιώτες του Cathoc ήταν ελεύθεροι να πολεμούν τους εχθρούς του Αρθούρου σε άλλα πεδία μαχών. 
Στις ακτές του Somerset, ανάμεσα στο Minehead και την St Audries Bay αυτή η ιστορία παραμένει ζωντανή σκαλισμένη σε ξύλο και πέτρα. 

Από το βιβλίο Somerset Folk Tales 

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow 

Δεν υπάρχουν σχόλια: