Google+ Followers

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Διαλογισμός ή Προσευχή;

Οποιος συγχέει το διαλογισμό μέ τήν προσευχή, εισάγει εξωχριστιανική αντίληψη γιά τήν προσευχή καί βγαίνει έξω από τον πνευματικό χώρο τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Μετατρέπει τήν προσευχή σέ “τεχνική”, πού δραστηριοποιεί δήθεν εσωτερικές δυνάμεις μέ αυτόματες διαδικασίες, που σέ τελική φάση δέ βρίσκονται σέ σχέση ή σέ αναφορά μέ το πρόσωπο τού Ιησού Χριστού.

Ας το δούμε αυτό μέ βάση τά κείμενα τής “Οικουμενικής θρησκείας” τής “Αρμονικής Ζωής” ή της “Οικουμενικής Φιλοσοφίας“, όπως αναφέρει ο Νάτζεμυ:


Η προσευχή προσδιορίζεται ως επικοινωνία με το “Οικουμενικό Πνεύμα“, που όμως είναι “μέσα μας“. Οπότε επικοινωνία σημαίνει απλώς νά σταματάμε προσωρινά το ατέρμονο τρέξιμο του νου προς εξωτερικά γεγονότα, επιθυμίες, προσκολλήσεις, φόβους καί προσδοκίες. Σημαίνει να κατευθύνουμε τήν προσοχή μας στην εσωτερική ηρεμία, γιά νά μπορέσουμε νά σκεφτούμε καθαρά γι’ αυτά πού συμβαίνουν μέσα μας καί νά τά πούμε στο φίλο, τήν αληθινή μητέρα ή τον αληθινό πατέρα. Ακριβώς όπως αναφέρουμε στούς κοντινούς μας αυτά που συμβαίνουν στή ζωή μας, έτσι μιλάμε γιά τά βαθύτερα συναισθήματά μας, τά ερωτήματά μας, εκφράζουμε τήν ευγνωμοσύνη μας καί τήν ανάγκη μας στον Οικουμενικό Εαυτό” {Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 23).

“Οταν λοιπόν οι οπαδοί των γκουρού “προσεύχονται”, δεν τρέχει ο νούς τους “προς τα έξω”, αλλά διαλογίζονται τα γεγονότα “μέσα τους”. Ο “φίλος”, ο “πατέρας”, ο “αδελφός”, δέν είναι ο Χριστός, αλλά ο “Οικουμενικός Εαυτός”.

Ακόμη κι αν χρησιμοποιούν τήν προσευχή τού Κυρίου, το “Πάτερ ημών”, δέν στρέφονται προς κάποιο Θεό έξω από τον εαυτό τους.

Ενώ «προσεύχονται», μένουν εντελώς μόνοι καί βυθισμένοι σέ απέραντη μοναξιά, χωρίς νά έχουν τή συναίσθηση πως υπάρχει εκεί καί κάποιος άλλος, που μπορεί νά τούς προσφέρει το έλεός Του, βοήθεια, αγάπη, στοργή.

Η λεγόμενη προσευχή είναι «άνοιγμα» προς τον «εαυτό», όχι προς κάποιον Θεό έξω από τον άνθρωπο.

Ο Νάτζεμυ υπογραμμίζει ιδιαίτερα:

“Αυτό ονομάζεται προσευχή. Πολύ απλά, ν’ ανοίγουμε τήν καρδιά μας στο οικουμενικό ον. Μπορούμε νά το κάνουμε αυτό μέ τή βοήθεια παραδοσιακών προσευχών, όπως είναι το Πάτερ Ημών ή άλλες προσευχές που μας έχουν δοθεί από το θρησκευτικό μας περιβάλλον, που έμείς έχουμε διαλέξει, όταν διαλέξαμε τον τόπο που θά γεννηθούμε καί τούς γονεiς μας“.

Διευκρινιστικά παρατηρούμε εδώ πώς ο Νάτζεμυ αναφέρεται στή δοξασία τού κάρμα καί τής μετενσάρκωσης, που αποτελεί το θεμέλιο τού διαλογισμού.

Ο κάθε άνθρωπος, μέ βάση τίς καρμικές σχέσεις από προηγούμενες ζωές, “διαλέγει” τούς γονείς του, τον τόπο που θά γεννηθεί, τή θρησκεία πού θά έχει, το επάγγελμα κ.ο.κ. Ολόκληρη η ζωή του αποτελεί είδος κινηματογραφικής ταινίας, που είναι γραμμένη καί δέν μπορεί σέ καμμιά περίπτωση νά αλλάξει. Πρέπει νά “παιχθεί”. Ο καθένας έχει τή δυνατότητα νά παίξει το ρόλο του “χωρίς προσκόλληση” καί “ταύτιση”, σάν νά μήν τον αφορά το τί του συμβαίνει. Ολες οι πράξεις του, ανεξάρτητα από το αν εμείς τίς θεωρούμε καλές ή κακές, αν διαπραχθούν “χωρίς ταύτιση”, είναι εξίσου άγιες, δέν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο καλό καί στο κακό. Καί το ένα καί το άλλο είναι προσδιορισμένα από το “κάρμα” καί αναπόφευκτα. Ετσι ο καθένας που έχει “διαλέξει” το “θρησκευτικό περιβάλλον” μέ τίς “καρμικές σχέσεις” του από προηγούμενες ζωές, μπορεί νά χρησιμοποιήσει σύμβολα, ονόματα, προσευχές από το περιβάλλον αυτό. Το αποτέλεσμα είναι πάντοτε το ίδιο! (γιά το θέμα αύτό βλ. Α. Αλεβιζοπούλου, Μετενσάρκωση ή ανάσταση; Ορθόδοξη θεώρηση του κακού, Πρέβεζα 1992).

Ο Νάτζεμυ προσθέτει ότι δέν είναι απαραίτητο νά χρησιμοποιήσει κανείς παραδοσιακές προσευχές. Μπορούμε νά προτιμήσουμε κάτι πιό αυθόρμητο. Κάθε σκέψη έχει μέσα της μιά πνευματική δύναμη. Η διαφορά έγκειται στήν ένταση τής “δόνησης“:

“Μπορούμε ακόμη νά δημιουργήσουμε τή δικιά μας αυθόρμητη επικοινωνία, ανάλογα μέ τά αισθήματα τής στιγμής αυτής. Καί τά δύο είναι πολύτιμα. Οι παραδοσιακές προσευχές έχουν δημιουργηθεί από φωτισμένα άτομα (το Πάτερ ημών από τον ίδιο τόν Ιησού) καί έτσι έχουν μιά ιδιαίτερη πνευματική δόνηση. Επίσης, μέ τή συνεχή επανάληψη γιά τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, από δισεκατομμύρια ανθρώπους, απέκτησαν μιά δική τους πνευματική δύναμη. Κάθε ανθρώπινη σκέψη καί λόγος εμπεριέχει κάποια πνευματική δύναμη. Οταν τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν προσευχηθεί μέ τά ίδια λόγια, στον ίδιο θεό γιά χιλιάδες χρόνια, δημιουργείται μιά τεράστια συγκέντρωση πνευματικής δύναμης, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 223-224).

Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο τών λόγων, αλλά η “φόρτισή” τους μέ “πνευματική δύναμη”, εξαιτίας τής χρησιμοποίησής τους από “δισεκατομμύρια ανθρώπους”. Αυτή η συγκέντρωση “πνευματικής δύναμης” δημιουργείται ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Δέν έχει σημασία λοιπόν αν πούμε “πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς” ή “Σατ..ά βοήθησέ με, είμαι δικός σου, γεννηθήτω το θέλημά σου”!

Αλλωστε στον απόλυτο μονισμό δέν υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στον Υιό τού Θεού καί στον Εωσφόρο, στον Χριστό καί στον Διάβολο. Καί οι δύο είναι “διαφορετικές όψεις τού ίδιου πράγματος”.

Ο Νάτζεμυ μιλάει γιά “ενέργεια“. Ομως εδώ δέν πρόκειται γιά τίς Θείες ένέργειες τού Τριαδικού Θεού ώς αποτέλεσμα αγάπης καί ελευθερίας. Δέν πρόκειται γιά τή Θεία Χάρη, αλλά γιά ενέργεια που προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, μέ αυτόματες, μηχανιστικές διαδικασίες, μέσω τών τεχνικών διαλογισμού.

Γράφει: “Μέ τήν προσευχή καί τήν ειλικρινή προσήλωση μπορούμε νά γίνουμε μετασχηματιστές πνευματικής ενέργειας σέ υλική αρμονία. Σάν τά φυτά που παίρνουν τήν ηλιακή ενέργεια από τον ήλιο καί τή χρησιμοποιούνε γιά νά ενώσουν τούς υδατάνθρακες μέ το οξυγόνο καί νά φτιάξουν ζάχαρη, άμυλα καί άλλα θρεπτικά συστατικά, έτσι κι εμείς μπορούμε νά χρησιμοποιήσουμε πνευματική ενέργεια γιά νά δημιουργήσουμε σκέψεις, ιδέες, λογια καί πράξεις που Θά ‘καναν τον κόσμο καλύτερο. Μέ τον καθημερινό διαλογισμό μπορούμε νά αφομοιώνουμε πνευματική ενέργεια και εσωτερική ηρεμία καί νά τή διοχετεύουμε στούς άλλους γύρω μας μέ τή μορφή αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης καί εξυπηρέτησης, κι αυτό Θά μάς δώσει ευτυχία καί εσωτερική αγαλλίαση» (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 276).

Ο όρος προσευχή αποκτά στίς γκουρουϊστικές ομάδες διαφορετικό περιεχόμενο, που προσδιορίζει εξωχριστιανική αντίληψη γιά τήν προσευχή. Πρόκειται γιά “τεχνική”, που, όπως διακηρύσσεται, φέρνει σέ κάθε περίπτωση αποτελέσματα, μέ τρόπο μηχανιστικό.

Αυτή η ενέργεια, ως καρπός μιάς τέτοιας τεχνικής, αντλείται μέσα από τόν άνθρωπο, μέ μιά διαδικασία “μετασχηματισμού”. Δέν υπάρχει εδώ τίποτε το υπερβατικό. Ο όρος χρησιμοποιείται μέ τήν έννοια τού διαλογισμού.

Ο διαλογιζόμενος (“προσευχόμενος”) γίνεται μετασχηματιστής ενέργειας. Είναι ο δημιουργός σκέψεων, ιδεών, που μεταβάλλονται σέ πράξεις, πού προκαλούν “εκπληκτικά φαινομενα”, λέγουν οι οπαδοί του διαλογισμού καί τής “θετικής σκέψης”. Μέ το διαλογισμό “μετασχηματίζουμε” τήν πνευματική ενέργεια “μέσα μας”, γιά νά τή διοχετεύσουμε στή συνέχεια προς τά έξω.

Εδώ δέν μεσολαβεί τίποτε εκτός από τον ίδιο τον άνθρωπο. Μένει εντελώς μόνος καί έρημος.

Ομως γιά τήν χριστιανική προσευχή είναι ανάγκη νά υπάρχουν δύο: Αυτός που προσεύχεται, καί Εκείνος που γίνεται αποδέκτης τής προσευχής. Αυτός πού παρακαλεί, «Κύριε ελέησον» καί Εκείνος που απαντά μέ το πλούσιο έλεός Του.

Η χριστιανική προσευχή δέν είναι “στροφή προς τά έσω”, αλλά απευθύνεται πάντοτε προς το “απέναντι τού ανθρώπου”, που είναι ο Θεός καί επικαλείται τήν αγάπη Του και το έλεός Του. Η προσευχή είναι ένα “άνοιγμα” τού ανθρώπου στή θεία αγάπη, τού ανθρώπου που αισθάνεται πως είναι αδύναμος καί ανίκανος νά υψωθεί πέρα από τήν κτιστή πραγματικότητα. Γι’ αυτό επικαλείται τήν αγάπη καί τή δωρεά τού Θεού.

Η απάντηση στήν προσευχή δέν προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά από τον Θεό. Όποιος δέν κάνει τή διάκριση ανάμεσα στόν Θεό καί στον εαυτό του, δέν μπορεί νά προσευχηθεί, ούτε νά γίνει δέκτης της απάντησης τού Θεού. Γιατί αυτή η απάντηση δέν είναι κάποια ενέργεια τυφλής τάξεως, αλλά χάρις, δωρεά τού Θεού, μετά τού οποίου ο άνθρωπος έρχεται σέ κοινωνία αγάπης μέσω τής προσευχής.

Ο χριστιανός δέν καλείται σέ μιά καθαρά νοητική προσευχή. Συμμετέχει σ’ αυτήν καί σωματικά προσεύχεται καθολικά, μέ όλη την ύπαρξή του. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί συνηθίζουν νά κάνουν στήν προσευχή τους καί μετάνοιες ή ακόμη νά προσεύχονται γονατιστοί. Αυτό είναι ασφαλώς γιά το σώμα μας μιά δυνατότητα νά συμμετάσχει στήν προσευχή. Το ίδιο παρατηρούμε καί γιά τη νηστεία. Μέ αυτές τις ασκήσεις ο χριστιανός ταπεινώνει το σώμα του.

Αυτή η ταπείνωση προστίθεται στήν ταπείνωση τού νού. Γιατί με την προσευχή ο άνθρωπος αποδεικνύει τή διάθεσή του νά “ταπεινώσει” το νού, αφού εγκαταλείπει τήν αυτονομία, αναγνωρίζει τήν ανεπάρκειά του καί προσβλέπει στή βοήθεια του Θεού.

Ο άνθρωπος τής ταπείνωσης, όχι μόνο τής διανοητικής αλλά καί τής καθολικής, έχει τή διαβεβαίωση από τον Θεό πως θά τού δοθεί η δωρεά, η χάρη Του (‘Ιακ. δ’ 6. Α’ Πέτρ. ε’ 5).

Αυτός που δέν δείχνει στάση “αιτούντος”, που αισθάνεται επάρκεια καί πιστεύει πως όλα υπάρχουν “μέσα του” καί από εκεί μπορεί νά τά αντλήσει “αφυπνίζοντας” τρόπον τινά τίς “εσωτερικές” του δυνάμεις, δέν αισθάνεται τήν ανάγκη της δωρεάς τού Θεού καί ο Θεός δέν τού επιβάλλει εκβιαστικά τά δώρα Του.

Πρέπει λοιπόν νά ξεκαθαρίσουμε το πράγμα: Αυτό που δίδει απάντηση στήν προσευχή μας είναι ο Θεός. Αυτή η απάντηση είναι καρπός αγάπης καί ελευθερίας τού Θεού, δέν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού μέ ειδικές “τεχνικές” προσευχής.

Αλλά ένας καρπός της αληθινής προσευχής, πού ταυτόχρονα είναι καί προϋπόθεση, σέ ό,τι αφορά τήν ανθρώπινη συμμετοχή, είναι η ταπείνωση. Ο αληθινά προσευχόμενος άνθρωπος αποκτά τήν συναίσθηση τής ύψιστης τιμής που τού δίδεται μέ τήν προσευχή καί ταυτόχρονα του φόβου μήπως δέν φανεί αντάξιος αυτής τής τιμής. Ο αληθινά προσευχόμενος άνΘρωπος μένει ταπεινός!

Αντίθετα ο διαλογιζόμενος “φουσκώνει”, δέν λέγει “Σύ Κύριε”, αλλά “Εγώ είμαι Αυτός”, δηλαδή “Εγώ είμαι ο Κύριος”, “η θεότητα στήν ανεκδήλωτη μορφή“. Ετσι ο διαλογιζόμενος αντιστρέφει τήν εντολή τού Θεού καί τήν εφαρμόζει στον εαυτό του: “Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός… ούκ έσονταί μοι θεοί έτεροι πλήν εμού”!

Αν χαρακτηρίσουμε το διαλογισμό “προσευχή”, αν εξισώσουμε το διαλογισμό μέ τήν προσευχή, τότε η προσευχή αυτή επιστρέφει στον εαυτό μας, γιατί αυτός είναι ο σκοπός του διαλογισμού, νά αντιληφθεί ο διαλογιζόμενος πως αυτός ο ίδιος είναι “Κύριος ο Θεός” καί πως δέν υπάρχουν άλλοι θεοί πλήν από αυτόν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου “Διαλογισμός ή Προσευχή;”, Εκδόσεις Διάλογος, . Της Υπηρεσίας Ενημερώσεως Διαλόγου και Πολιτισμού της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, σε συνεργασία με την Πανελλήνια Ενωση Γονέων γιά την Προστασία της Οικογενείας και του ατόμου).

Αναδημοσίευση από : http://www.orthodoxfathers.com/logos/Dialogism-or-Prayer

Πηγή: http://users.hellasnet.gr/panelppv/meditat1.htm

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστώ για αυτο το αθρο είχα απορεία αν ηταν σώστος ο διαλογισμός με τον χριστιανισμό. Χαρι στον θεό και τον χριστό μπορουμέ να αντλήσουμε τεράστια ψυχική και πνευματική δυναμη. Απο αυτόν εξαρτώνται όλα. Ελπιζω κάποια μερα να ξανανίωσω τον θεο μεσα μου. Με αυτη την γαλήνη..Μπορούμε ολοι να νιώσουμε τον θεο μεσα μας οπώς το ένιωσα και εγώ αλλα μονο για βδομάδα.
ευχάριστω για το αθρό