Google+ Followers

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ο άγιος βασιλιάς Edward (Έντουαρντ) ο Ομολογητής και ο τυφλός Wulfwi.

Ο άγιος βασιλιάς Edward (Έντουαρντ) ο Ομολογητής και ο τυφλός Wulfwi.

 

Ο ένδοξος βασιλιάς (ο Edward) διέταξε να χτιστεί ένα βασιλικό κάστρο στην περιοχή Brill και ένα μεγάλο πλήθος από χωρικούς ξεχύθηκε στο δάσος με τσεκούρια. Ήταν καλοκαίρι και οι άνδρες αφού γέμισαν τις κοιλιές τους και ξεκουράστηκαν το μεσημέρι,  έσπευσαν να εργαστούν και πάλι το απόγευμα. Ανάμεσα στους εργάτες του βασιλικού κάστρου ήταν ένας νέος άνδρας ονόματι Wulfwi.
Ξύπνησε μία ημέρα τυφλός και παρέμενε τυφλός για δεκαεννιά χρόνια.

Στην πορεία του χρόνου το έλεος του Θεού στράφηκε προς αυτόν και αυτός που είχε χάσει την όραση του για ένα τόσο μεγάλο διάστημα την ξαναβρήκε μέσα από μία ουράνια επίσκεψη. Η γυναίκα ενός πολίτη αυτής της πόλης, πλησίασε αυτόν τον άνδρα ο οποίος παρά το πρόβλημα της υγείας του εργαζόταν εκεί και τον ενημέρωσε για κάτι που είδε σε ένα όραμα και τον αφορούσε. «Αγαπημένε φίλε,» είπε αυτή, «επισκέψου ογδόντα εκκλησίες, ξυπόλητος και φορώντας μόνο μάλλινα ρούχα για να σου δείξουν οι άγιοι την ευσπλαχνία τους. Έπειτα επισκέψου τον βασιλιά Edward και το νερό μέσα στο οποίο θα βυθίσει τα χέρια του θα επαναφέρει την όραση των ματιών σου.» Χωρίς δισταγμό, αφού τα άκουσε αυτά επισκέφτηκε ογδόντα εκκλησίες και τελικά πήγε στην βασιλική αυλή του Edward. Οι αυλικοί, βλέποντας αυτόν τον φτωχό άνδρα, καθυστέρησαν να ειδοποιήσουν τον βασιλιά όμως ο Wulfwi περίμενε υπομονετικά στην πόρτα του ελέους του Θεού προκειμένου να ξαναβρεί την όραση του με την βοήθεια του βασιλιά Edward.

Έπειτα ένας από τους αυλικούς, ενοχλημένος από την επιμονή του τυφλού άνδρα, πήγε να βρει τον βασιλιά και του διηγήθηκε το όραμα για το οποίο τους μίλησε ο τυφλός. «Μητέρα του Θεού,» είπε ο βασιλιάς, «Κυρία και Αειπάρθενε Μαρία, θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν ο Θεός πραγματοποιούσε μέσα από εμένα αυτό το οποίο συνέβη στο όραμα που περιέγραψε αυτός ο τυφλός.» Έπειτα ο βασιλιάς βύθισε τα δάχτυλα του στο νερό και άγγιξε τα τυφλά μάτια. Τότε αίμα έτρεξε ανάμεσα στα δάχτυλα του βασιλιά. Ο άνδρας, θεραπευμένος από την τύφλωση, φώναξε με χαρά: «Βλέπω, ώ βασιλιά, το φωτεινό και γεμάτο ευσπλαχνία πρόσωπο σου. Ο Θεός μου έδωσε το φως μου και ο βασιλιάς Edward.»    

Ο άνθρωπος του Θεού (ο Edward), σκεπτόμενος αυτό που έγινε, ευχαρίστησε τον Παντοδύναμο Θεό, που χάρη στο έλεος Του μία λαμπερή ημέρα ξημέρωσε για αυτόν τον άνδρα. Αυτό το θαύμα έγινε ακριβώς όπως είχε αποκαλυφθεί σε αυτόν τον άνδρα από τη γυναίκα που είδε το όραμα. Ο βασιλιάς ανέθεσε στον Wulfwi την επιτήρηση και την φύλαξη του κάστρου του.  


Αγγλικό κείμενο
http://www.romanitas.ru/eng/THE%20FALL%20OF%20ORTHODOX%20ENGLAND%205X8.htm

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Εμφάνιση του Αγίου Νικολάου στην Σιβηρία…

Αποτέλεσμα εικόνας για СВЯТОЙ НИКОЛАЙ Сибирь

Στους βίους των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχουν πολλές αναφορές σε θαύματα τους στους πιστούς. Δεν είναι λίγες οι φορές, άλλωστε, που άνθρωποι, όχι ιδιαίτερα πιστοί, κάνουν λόγο για εμφανίσεις των αγίων, που έχουν συμβάλλει σημαντικά στην πορεία της ζωής τους. Μία τέτοια αναφορά κάνει ένας υπολοχαγός των δυνάμεων του Κολτσάκ.Ο αείμνηστος Ευγένιος Νικολάγιεβιτς Δολμάτεφ, είχε διηγηθεί ένα θαύμα που ο ίδιος είχε ζήσει, με μια επέμβαση του Αγίου Νικολάου.

 Συνέβη στην Σιβηρία. Ο Λευκός Στρατός κάτω από την διοίκηση του Κολτσάκ υποχωρούσε. Ο Ευγένιος Νικολάγιεβιτς, παρά τον σοβαρότατο τραυματισμό που είχε υποστεί στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρέτησε στις δυνάμεις του Κολτσάκ, με βαθμό πρώτου υπολοχαγού. Ο χειμώνας εκείνος ήταν πολύ βαρύς.
Μπαίνοντας σε κάποιο χωριό, οι παρτιζάνοι συνέλαβαν ένα χωριάτη με την υποψία ότι συνεργαζόταν με τους Κόκκινους. Είχε ληφθεί η απόφαση να τον εκτελέσουν. Ο Ευγένιος Νικολάγιεβιτς διέταξε να τον κρατήσουν τον ύποπτο στην φυλακή.
Το ίδιο βράδυ, καθώς ο υπολοχαγός καθόταν μοναχός και ετοίμαζε τα έγγραφα της κατηγορίας, ακούσθηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του. Την άνοιξε, και μπήκε μέσα ένας ηλικιωμένος που φορούσε σκούφια, σαν εκείνες που φορούσαν οι μοναχοί, και ένα παλιό ράσο.
«Κύριε αξιωματικέ» του είπε, «έχετε συλλάβει ένα χωριάτη εδώ. Μην τον σκοτώσετε. Είναι αθώος.»
«Και ποιός είσαι εσύ;» Τον ρώτησε ο Ευγένιος Νικολάγιεβιτς.
«Είμαι ο εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, ο πατήρ Νικόλαος», του απάντησε ο ηλικιωμένος, και αμέσως έφυγε.
Ο Ευγένιος Νικολάγιεβιτς κάθησε και καλοσκέφθηκε το ζήτημα, και αποφάσισε να αφήσει ελεύθερο τον φυλακισμένο. Νωρίς το επόμενο πρωί, παρήγγειλε να του ετοιμάσουν ένα έλκηθρο, διέταξε να επιβιβασθεί ο φυλακισμένος, πήρε μαζί του λίγο ψωμί, και είπε στους συνοδούς:
«Φεύγω – πάω να τον εκτελέσω.»
Όταν έφτασαν στο δάσος, έλυσε τα δεσμά του φυλακισμένου και του είπε:
«Φύγε τώρα, μέσα στο δάσος, και φρόντισε να μην ξαναβρεθείς ποτέ στο δρόμο μας!»
Επιστρέφοντας στο χωριό, ο Ευγένιος Νικολάγιεβιτς πέρασε από την εκκλησία. Ήταν κλειδωμένη. Ρώτησε ένα χωριάτη που περνούσε εκείνη στιγμή:
«Πού μένει ο πατήρ Νικόλαος;»
«Οι Κόκκινοι τον τουφέκισαν, πριν από πολλά χρόνια», ήρθε η απάντηση.
Αιφνιδιάστηκε με την απάντηση ο Ευγένιος Νικολάγιεβιτς, αλλά αποφάσισε πως ήθελε να ρίξει και μια ματιά μέσα στον ναό. Κάποιος του ξεκλείδωσε την πόρτα του ναού, και μπήκε. Ξαφνικά, βλέπει στα δεξιά του μια εικόνα του Αγίου Νικολάου και αμέσως αναγνώρισε τον νυχτερινό επισκέπτη του. Στην εικόνα αυτή, ο θαυματουργός ιεράρχης είχε αγιογραφηθεί φορώντας την ίδια ακριβώς σκούφια.

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/03/blog-post_513.html

Σχετικά με την ασκητικότητα της αγίας Brigid.

Σχετικά με την ασκητικότητα της αγίας Brigid.

 


Η αγία Brigid συνήθιζε να πηγαίνει σε μία λίμνη με κρύο νερό η οποία βρισκόταν κοντά στο μοναστήρι. Εκεί βυθιζόταν μέσα στο νερό ενώ προσευχόταν με δάκρυα όλη τη νύχτα. Εφάρμοσε αυτή την αυστηρή ασκητική πράξη μία παγωμένη νύχτα που χιόνιζε και μαζί της βρισκόταν και μία από τις μοναχές της. Όμως, επειδή αυτή η ασκητική πράξη υπέρβαινε την ανθρώπινη αντοχή, ο Θεός μέσα στην αγαθότητα του αποφάσισε να την σταματήσει με ένα θαύμα.  

Μία νύχτα μετά το περιστατικό που προαναφέρθηκε, η Brigid πήγε μαζί με την ίδια μοναχή για να επαναλάβει αυτή την άσκηση, όμως μόλις έφτασε σε αυτή τη λίμνη, είδε πως ήταν τελείως ξεραμένη και δεν υπήρχε τίποτα άλλο μέσα της πέρα από την άμμο στον πυθμένα. Ξαφνιασμένες με αυτό το γεγονός, οι παρθένες επέστρεψαν σπίτι. Όμως τις πρώτες πρωινές ώρες, την επόμενη ημέρα, τα νερά επανήλθαν στην προηγούμενη τους στάθμη στην λίμνη. Η αγία Brigid αποφάσισε την τρίτη νύχτα να επαναλάβει αυτή την άσκηση, όμως όταν πλησίασαν, τα νερά εξαφανίστηκαν και πάλι. Τα νερά επέστρεψαν και πάλι το επόμενο πρωί.

Με αυτόν τον τρόπο η αγία Brigid γλίτωσε από μία υπερβολική άσκηση και από έναν πιθανό θάνατο.

Όταν μαθεύτηκε αυτό το γεγονός όλοι θαύμασαν τα θαύματα που αποκάλυπτε ο Θεός σε αυτή την αγία ηγουμένη και οι φίλοι της Brigid την έπεισαν να ελαττώσει τους ασκητικούς της αγώνες οι οποίοι ήταν υπερβολικά αυστηροί.

Η αγία Brigid συμφώνησε με αυτό αφού την είχε προειδοποιήσει και ο Θεός μέσα από το θαύμα Του.

Αγγλικό κείμενο
https://archive.org/stream/lifeofstbrigidvi00ohanuoft/lifeofstbrigidvi00ohanuoft_djvu.txt

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος Πάπας της Ρώμης και ένα θαύμα με την Θεία Κοινωνία.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος Πάπας της Ρώμης και ένα θαύμα με την Θεία Κοινωνία.

 

Μία γυναίκα, πολύ γνωστή στη Ρώμη, έφερε πρόσφορα στην Αγία Τράπεζα. Ο άγιος Πάπας Γρηγόριος έκανε τη Λειτουργία μόνος του τότε. Όταν κοινωνούσε τον κόσμο, αυτή η γυναίκα πλησίασε προκειμένου να κοινωνήσει. Όμως όταν άκουσε τον άγιο Γρηγόριο να λέει: «Λάβετε το ζωοποιό σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού,» αυτή η γυναίκα άρχισε να γελάει. Τότε ο Πάπας Γρηγόριος, απομακρύνοντας το χέρι του, τη ρώτησε: «Για ποιο λόγο γελάς;»  

«Μου φαίνετε περίεργο πατέρα,» αποκρίθηκε εκείνη, «το ότι το ψωμί που ζύμωσα από αλεύρι με τα ίδια μου τα χέρια, εσύ το αποκαλείς Σώμα του Χριστού.»

Ο άγιος, βλέποντας την ολιγοπιστία της, προσευχήθηκε στον Θεό και αμέσως το ψωμί μεταμορφώθηκε σε αληθινή ανθρώπινη σάρκα. Και δεν ήταν μόνο η γυναίκα που έβλεπε αυτήν την ματωμένη σάρκα αλλά και όλοι όσοι ήταν παρόντες μέσα στην εκκλησία. Όλοι, βλέποντας αυτό το θαύμα, δόξασαν τον Χριστό, η πίστη τους έγινε ποιο δυνατή και δεν αμφέβαλαν καθόλου για το ότι το ψωμί ήταν στην πραγματικότητα το Σώμα του Χριστού και για το ότι το κρασί ήταν στην πραγματικότητα το Αίμα του Χριστού.    

Έπειτα, ο άγιος προσευχήθηκε ξανά, και η σάρκα μεταμορφώθηκε και πάλι σε ψωμί. Έπειτα αυτή η γυναίκα κοινώνησε με μεγάλο σεβασμό και σίγουρη πίστη για το ότι λάμβανε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.


Αγγλικό κείμενο
http://www.pravoslavie.ru/english/102145.htm

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ομιλία Σεβασμιωτάτου Σισανίου & Σιατίστης κ Παύλος στη Σαντορίνη Η Εκκλησία και το 1821 (βίντεο)

Η συμβολή του Ιερού Κλήρου στην επανάσταση του 1821

Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΕΡΟς ΚΛΗΡΟς 1821


Η Ελληνική Επανάσταση, ως επιστέγασμα της αυγής και αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού, αποτελεί ένα από τους πιο ένδοξους και σπουδαίους σταθμούς της ιστορικής μας πορείας.
Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι ένας λαός, με τον πολιτισμό του και την ψυχή του ακέραια, ανακτά την ελευθερία του και την πολιτική του οντότητα μετά από μακρά περίοδο δουλείας που δεν γνώρισε ποτέ άλλοτε στην ιστορία του, πραγματοποιώντας μερικώς τους σκοπούς του με την δημιουργία ελληνικού κράτους.

Η σημασία του Εικοσιένα και των χρόνων που προηγούνται έγκειται, πιστεύω, στο ότι ο Ελληνισμός δίνει ιστορικά την απάντηση στο πως μπορεί να συνυπάρξει στον νεώτερο κόσμο, αυτόν της αποικιοκρατίας και των δυτικών γιγάντων, κατορθώνοντας με τρόπο θαυμαστό, και μάλιστα έναντι ενός αντιπάλου συντριπτικά ισχυρότερου, ο,τι δεν κατάφερε στους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες, όπου η αυτοκρατορία του, παρά την πνευματική ακμή της, εσωστρεφώς και αμήχανα, θα συρρικνωθεί και θα καταρρεύσει ολότελα, θα ’λεγε κανείς, υπό το βάρος της τεράστιας κληρονομιάς της.

Όμως «η Ελλάς συνετάφη τω Χριστώ ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά τούθ’ ένεκα και ανέστη ως εκείνος, ου τον σταυρόν ήρατο πρώτη»1.

Η πτώση του Βυζαντίου δεν θα σημάνει και την κατάλυση της Εκκλησίας, παρά τους εξισλαμισμούς και τις θυσίες. Αντιθέτως η Ιεραρχία της επωμίζεται τώρα εθναρχικό ρόλο και καθίσταται σκέπη του Γένους, με το Πατριαρχείο ως σύμβολο ενώσεως και κέντρο εθνικής περισυλλογής μέσα στο ευρύτερο διοικητικό δίκτυο των κοινοτήτων της αυτοκρατορίας.

Ο Πατριάρχης αναγνωρίζεται από τον Σουλτάνο ως «πολιτικός» και πνευματικός ηγέτης των υπόδουλων Ρωμιών και η Εκκλησία αναλαμβάνει τώρα εκτός από την ποιμαντική της αποστολή και κοσμικά καθήκοντα και δικαιοδοσίες.
Αντίστοιχα, ο ιερέας ενσάρκωνε την πνευματική κεφαλή της κοινότητας, ενός θεσμού δηλαδή βυζαντινού και απώτατα αρχαίου, που αναδεικνύεται στα χρόνια της οθωμανοκρατίας σε ζωντανό συνεκτικό πυρήνα εθνικής αυτοσυνειδησίας.

Αν και σε συνθήκες δουλείας, η Εκκλησία συνιστά στοιχείο ενοποιητικό και διαμορφωτικό της ελληνικής ταυτότητας, είτε αυτή αποκαλείται «το Ελληνικόν», είτε «γραικικόν», είτε «το Ρωμαίικον», καθώς ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα και ειδικά μετά το 1204, υποχωρεί η οικουμενική συνείδηση και στο εξής η ορθόδοξη πίστη αποκτά για τους Έλληνες ανοικτά εθνική διάσταση.
Κατά τη φράση του Κόντογλου, «Η Ρωμιοσύνη βγήκε από το Βυζάντιο, η για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία του χρόνια στάθηκε η ίδια η Ρωμιοσύνη».
Με την οργάνωση λοιπόν του γένους των Ελλήνων, με την ίδια την επιβίωσή του απέναντι στους εξισλαμισμούς, με την εκπαίδευσή του, με την καλλιέργεια του κοινοτικού ήθους, αλλά και ευρύτερα, μέσα στην τεράστια πολυεθνική περιοχή, όπου απλώνεται τόσο ο μητροπολιτικός όσο και ο παροικιακός Ελληνισμός, αποτελεί δύναμη εθνικής συνοχής έναντι αλλοθρήσκων και ετεροδόξων.
Η Εκκλησία ορθώθηκε ως υπερασπιστικό τείχος, διακρατώντας τους Έλληνες κατ’ ουσίαν πνευματικά ελεύθερους, αναζωογονώντας την παράδοση και ενισχύοντας το εθνικό όραμα.

Δεν μπορούμε εδώ να μην παρατηρήσουμε πόσο μεγάλο χάσμα χωρίζει αυτήν την αρμοδιότητα της μεσιτείας προς τον κατακτητή από το πως αντιλήφθηκε την κοσμική εξουσία ο παπισμός στη Δύση, όπως επίσης εκείνο που διακρίνει τους αγώνες των Ελλήνων από τους ιερούς πολέμους του Ισλάμ η των Σταυροφόρων.
«Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του Χριστού / και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού, / που είχε στα μάτια της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης», καθώς διατυπώνεται στον Σεφέρη. Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα σημειώσει: «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν από όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην.»
«Σαν μία βροχή ήρθε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι γραμματισμένοι και οι έμποροι, όλοι συμφωνήσαμε στον ίδιο σκοπό.».
Και πράγματι, ενώ όλα σχεδόν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά επαναστατικά κινήματα είχαν ως στόχο την Εκκλησία και την άρχουσα τάξη, εδώ ο αγώνας συντελείται με την Ιεραρχία πρωτοστατούσα.

Η Επανάσταση του Εικοσιένα και ο αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία ωρίμασαν λοιπόν ως κοινός καρπός της συνυφασμένης ελληνικής ψυχής και εκκλησιαστικής συνείδησης του λαού μας και πραγματώθηκαν ως έργο, σε μεγάλο βαθμό, του Κλήρου.
Κατά τον Φωτάκο, πρώτο υπασπιστή και γραμματικό του Κολοκοτρώνη, και μια από τις πρωτογενείς πηγές του αγώνα,«πρώτος ο κλήρος εφάνη εις τον αγώνα με τον σταυρόν και με την σπάθην εις τας χείρας δια να σώση το πλανημένον ποίμνιον και οδηγήση αυτό εις την ελευθερίαν του φυσικώς, πολιτικώς και θρησκευτικώς· αυτός εφύλαξε τα γράμματα και την γλώσσαν. [...] Τις δε δύναται να κατηγορήση τοιούτον θεόπεμπτον κλήρον; Και όμως μετά την αλλαγήν της Τουρκικής δυναστείας ο,τι θέλει κανείς λέγει και γράφει [...] και [...] είπαν πολλά εναντίον του».

Μολονότι λοιπόν οι ιστορικές μαρτυρίες δεν είναι αυθερμήνευτες, συνεξετάζοντας τις αμεσότερες πηγές του αγώνα όπως αυτή, δηλαδή τα απομνημονεύματα των ίδιων των αγωνιστών, αλλά και τις διακηρύξεις, τα συντάγματα, τις επιστολές και το λοιπό αρχειακό υλικό, θα διαπιστώσουμε ότι συγκλίνουν στο κοινό αίτημα «να ζήσουν [οι Έλληνες] ως άνθρωποι ’ς αυτή την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν», κατά την απαράμιλλη διατύπωση του Μακρυγιάννη.

Σε άλλο έργο του Φωτάκου2 πάλι διαβάζουμε: «Ευτυχισμένη ήτον η ημέρα της επαναστάσεως [...], διότι και τότε, και προ χρόνων ακόμη το Έθνος είχε και τον θεόπεμπτον και σεβάσμιον κλήρον ως οδηγόν του. Οι λειτουργοί ούτοι του αληθινού Θεού του Υψίστου φρόντισαν και ητοίμασαν το Έθνος των δια να επαναστατήση, ν  ἀλλάξῃ τον δεσπότην της δουλείας του, τον κατακτητήν των εθνικών του δικαιωμάτων [...], ότι άνευ τούτων δεν είναι πλέον δυνατόν να υπάρξωμεν. Εσυμβούλευσε τους αληθείς Χριστιανούς, τους ευλόγησεν, αγίασε τα όπλα των δημοσίως, και ύψωσε την σημαίαν του σταυρού και του Έθνους. Έκαστος δε κληρικός επήρε πλέον ως έργον του πολέμου να παρευρίσκεται παντού εις τα στρατόπεδα και εις τα φροντιστήρια δια να ετοιμάζη τα πολεμοφόδια, και τας τροφάς, όχι μόνον δι  ἰδίων εξόδων και θυσιών, αλλά και με τα ίδιά του χέρια, άλλοι δε εξ αυτών να πολεμούν τον εχθρόν της πίστεως και της πατρίδος μαζύ με τους στρατιώτας, και άλλοι πάλιν να στέκωνται έμπροσθεν του Υψίστου και να επικαλούνται την εξ ύψους βοήθειαν δια να ενισχύση τον στρατόν του.»

Και συνεχίζει: «Ούτως δε ενεργείτο η Ελληνική επανάστασις από όλας τας τάξεις των κληρικών, των αρχιερέων δηλαδή, των ιερέων και των μοναχών των μοναζόντων εις τα ιερά καταγώγια [δηλ. καταλύματα], τα οποία έγιναν κοινά δια την ελευθερίαν την εθνικήν.»

Για τα μοναστήρια οι ιστορικές μαρτυρίες είναι ενδεικτικές: Στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου όλοι οι μοναχοί, περί τους 70, ήταν μέλη της Φιλικής, και πολέμησαν οι ίδιοι τον Ιμπραήμ και το Δράμαλη με αρχηγό τον Προηγούμενό τους.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος «ήσαν ικανοί μόνοι των να επαναστατήσουν ένα κόσμον ολόκληρον», ενώ τα καντήλια, αργυρά σκεύη και αφιερώματα δόθηκαν «εις πληρωμήν του ελληνικού στόλου». Από τον Σαμουήλ στο Κούγκι ως το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου πολύ αργότερα, τα μοναστήρια υπήρξαν αληθινά «προπύργια της απανάστασής μας» κατά το Μακρυγιάννη, φρούρια και ορμητήρια του αγώνα, κέντρα εφοδιασμού και τόπος περίθαλψης τραυματιών και προσφύγων.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τόλμησε να ψάλλει πρώτος το «Αναστήτωσαν οι Έλληνες» και να ενθαρρύνει τους στρατιώτες, κρεμώντας ο ίδιος το σπαθί και δίνοντας το παράδειγμα στους πολεμιστές.
Αρκετοί ιεράρχες και απλοί ιερείς υπηρέτησαν με πάθος στα όπλα ανδραγαθώντας στα πεδία των μαχών, όπως ο Έλους Άνθιμος και ο Παροναξίας Ιερόθεος, ο τελευταίος φορώντας μάλιστα στρατιωτική στολή.
Ο Αρδαμαρίων Ιγνάτιος είχε δικό του στρατιωτικό σώμα που συντηρούσε εξ ιδίων, και έφτασε στο σημείο να κάψει («την μητρόπολιν», που μάλλον εδώ πρέπει να σημαίνει) το επισκοπείο του, για να δείξει ότι «ότι δια να ελευθερωθώμεν δεν πρέπει να έχωμεν τίποτε, και μετά την ελευθερίαν πάλιν αποκτώμεν».
Ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Μεθώνης Γρηγόριος, και ακόμη οι Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας και Αθανάσιος Διάκος είναι από τα πιο γνωστά και περιλάλητα ονόματα κληρικών που πρωτοστάτησαν και θυσιάστηκαν για την επανάσταση.
Άλλοι διέτρεχαν «άνω και κάτω» κατηχώντας και διαδίδοντας τα της Εταιρείας ως απόστολοι της Φιλικής, κι άλλοτε λειτουργώντας ως μεσολαβητές στις διαμάχες των καπεταναίων, συνδράμοντας με ο,τι μέσα διέθετε ο καθένας στις ανάγκες του πολέμου.
Ανάλογη και η πολιτική προσφορά των κληρικών που στελέχωσαν τις πρώτες τοπικές διοικήσεις και Εθνοσυνελεύσεις, με εξέχουσα μορφή τον Βρεσθένης Θεοδώρητο, πρόεδρο της Πελοποννησιακής Γερουσίας.
Ο Ταλαντίου και μετέπειτα Αθηνών Νεόφυτος (Μεταξάς) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα Ιεράρχη του αγώνα της εθνεγερσίας, που από την Αλαμάνα ευδόκησε να βρεθεί στην πρωτεύουσα του νέου κράτους, ως πρώτος πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου.

Όπως γράφει το 1832 από τη θέση του υπουργού των Εκκλησιαστικών ο Ιάκωβος Ρίζος (Νερουλός): «Ποσάκις καθ' όλον το διάστημα του ιερού αγώνος το ελληνικόν ιερατείον έδωκε δείγματα ηρωικού Χριστιανισμού! ποσάκις αφειδήσαντες εαυτών οι σεβάσμιοι της Εκκλησίας ποιμένες έθεντο τας ψυχάς υπέρ των προβάτων! ποσάκις η μειλίχιος του Ευαγγελίου φωνή ενεθουσίασε κατά των εχθρών της πίστεως τους υπέρ αυτής αγωνιζομένους »3

Η συμμετοχή του Κλήρου στην Επανάσταση υπήρξε τόσο χαρακτηριστική που φαίνεται ακατανόητη στον σύγχρονο Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγερο Κοσμά Φλαμιάτο (1786-1852), επειδή ακριβώς κάποιοι «Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής εφάνησαν οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν». Ο Φωτάκος κατακρίνει με δριμύτητα τέτοιες θέσεις, σημειώνοντας ότι «σφάλλουν μεγάλως εις τούτο, διότι θέλουν τον μοναχόν να μη έχη αίσθημα ανθρώπου και αγάπην εις την πατρίδα του, αν και το ιερόν Ευαγγέλιον ρητώς διδάσκει, ότι ο μοναχός χρεωστεί να θυσιάση την ζωήν του δια την σωτηρίαν ενός και μόνον ανθρώπου, πολλώ δε μάλλον δια την ύπαρξιν και την σωτηρίαν ολοκλήρου του Έθνους του». Στο ίδιο πνεύμα ο Κοραής (Σάλπισμα Πολεμιστήριον, 1801) καλεί τους Έλληνες να πολεμήσουν «τους απανθρώπους και σκληρούς Τούρκους· όχι όμως ως Τούρκοι, όχι ως φονείς, αλλ' ως γενναίοι της ελευθερίας στρατιώται, ως υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και της πατρίδος. [...] Σπλαγχνίσθητε τον ήσυχον Τούρκον, όστις ζητεί την σωτηρίαν του με την φυγήν, η ευαρεστείται να μείνη εις την Ελλάδα, υποτασσόμενος εις νόμους δικαίους, και γευόμενος και αυτός τους καρπούς της ελευθερίας [...]. Ας ήναι η εκδίκησις ημών φοβερά, αλλ' ας γένη με δικαιοσύνην. Ας δείξωμεν εις το άγριον των Μουσουλμάνων γένος, ότι μόνη της ελευθερίας η επιθυμία, και όχι η δίψα του φόνου και της αρπαγής, μας εξώπλισε τας χείρας».

Αντιθέτως οι Τούρκοι με την κήρυξη της επανάστασης εξαπολύουν κατά διαταγή του Σουλτάνου άγριο διωγμό με εκατόμβες θυμάτων στην περιοχή της Πόλης και πρώτο θύμα τον Πατριάρχη άγιο, Γρηγόριο Ε , «ως συνένοχον και κύριον υποκινητήν της συνωμοσίας», όπως αναφέρει η καταδίκη του, αλλά και τον προκάτοχό του, Κύριλλο, που βρισκόταν στην Ανδριανούπολη.
Αξίζει εδώ να αναφερθούμε και στην γενναία άρνηση του Σεϊχουλισλάμη (δηλ. του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη των μωαμεθανών) να εγκρίνει τότε την έκδοση φετφά γενικής σφαγής, πράξη που πλήρωσε με τη ζωή του.
Τέτοιες θηριωδίες της οθωμανικής αντίδρασης, με τις εκτελέσεις επισκόπων και Φαναριωτών, τις σφαγές της Χίου και των Ψαρών, μας προσγειώνουν στον μακρύ κατάλογο των κληρικών και μοναχών που συνέβαλαν μαρτυρικά στον φόρο του αίματος.

Κατά τη μελέτη του Πέτρου Γεωργαντζή, σε σύνολο περίπου διακοσίων αρχιερέων κατά τον καιρό της Επαναστάσεως σε ολόκληρη την Οθωμανική επικράτεια, αποδεδειγμένα οι 81 είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. 73 έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα, 42 υπέστησαν σκληρές διώξεις, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, και 45 «θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων, είτε σε πολεμικές συρράξεις».
Σύμφωνα με τον ιστορικό ερευνητή, δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι η παρουσία και προσφορά των αρχιερέων κρίνεται ισότιμη και ισοβαρής με εκείνη των μεγάλων συναγωνιστών τους οπλαρχηγών.

Η Εκκλησία ήταν επίσης αυτή που ηγήθηκε των προεπαναστατικών κινημάτων και η πρώτη που υφίστατο τις βαριές συνέπειες. Αλλά και ευρύτερα ακόμα, όλη αυτή τη δράση και πορεία του υπόδουλου Ελληνισμού κατακόσμησε το πλήθος των νεομαρτύρων, που ανακαίνισε την οδό του μαρτυρίου, ανθοφορώντας στην έρημο των χρόνων της Οθωμανοκρατίας.
Παντού συναντάμε μια δημιουργική πνοή που συνδέει από πολλές απόψεις την προεπαναστατική περίοδο με τους πρώιμους χριστιανικούς και βυζαντινούς αιώνες. Το κέντρο βάρους του Ελληνισμού κατανέμεται ομόρροπα σε πολλές εστίες.
Όχι τυχαία, η υλική και πνευματική ανάπτυξη των κοινοτήτων τον 18ο αιώνα θα συνοδευτεί, σε πανελλήνια σχεδόν κλίμακα, με την ανοικοδόμηση ευρύχωρων τρίκλιτων βασιλικών, δηλαδή την αναβίωση ενός παλαιοχριστιανικού τύπου.

Καταλυτική υπήρξε και η συμβολή του Κλήρου στην προαγωγή της παιδείας και του φωτισμού του γένους.
Κάθε εκπαιδευτική προσπάθεια εκκινεί και τερματίζει με κέντρο και κατευθυντήρια γραμμή την Εκκλησία. Ιδρύονται σχολές όπου διδάσκονται και μεταφράζονται έλληνες και δυτικοί συγγραφείς, και κληρικοί λόγιοι αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Βενιαμίν Λέσβιος, Δανιήλ Φιλιππίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Βάμβας, συμπληρώνουν την χορεία των επιφανών εκπροσώπων.

Ο μεγάλος δάσκαλος και εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός, θα γράψει στα 1779 «έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα».
Ο Γαζής (Λόγιος Ερμής, 1814-15) στην είδηση ότι τα μοναστήρια στην Αθήνα «εσύστησαν έτι και φιλοσοφικόν σχολείον» αναφωνεί:«Είθε να εμιμούντο το καλόν τούτο παράδειγμα και όλοι οι ημέτεροι Εκκλησιαστικοί! Και τη αληθεία τότε ευδοκιμήσει το γένος, όταν οι Ιερείς φιλοσοφήσωσιν η οι φιλόσοφοι ιερατεύσωσιν». Και πράγματι, όπως διαβάζουμε πάλι σε Λόγιο Ερμή του 1818, «ο έρως της παιδείας ανάπτει έτι επί μάλλον και διαδίδεται εις την Ελλάδα, και ο αριθμός των εις την διάδοσιν αυτήν συντελούντων μέσων αυξάνει καθημερινώς. Τα σχολεία πολλαπλασιάζονται, οι σοφοί διδάσκαλοι πληθύνονται, βιβλιοθήκαι συστήνονται και οι πλούσιοι έμποροι, πατριωτικώ κινούμενοι ζήλω, ανοίγουσι προθύμως τους θησαυρούς των [...] το ιερατείον συντρέχει και συμβουλεύει και η κοινή Μήτηρ, η μεγάλη Εκκλησία, ευλογεί, εφορεύει και διοικεί σοφώς των τέκνων της τα έργα».

Το επόμενο έτος (1819) το περιοδικό χαιρετίζει με εγκωμιαστικά λόγια και «οφειλομένη ωδή» τον ενθρονισμό για τρίτη φορά του Γρηγορίου του Ε , ο οποίος γνωρίζοντας ότι «μόνη η παιδεία στερεώνει την θρησκείαν εις τα έθνη», φρόντισε στις δύο πρώτες πατριαρχείες του να ιδρύσει τυπογραφείο στην Πόλη, και να συμβάλει στην ανέγερση σχολείων ελληνικών «καθ’ όλον το γένος».
Την ίδια χρονιά εκδίδεται συνοδική εγκύκλιος, όπου εξαίρεται η καθομιλουμένη διάλεκτος ως «χαρακτηριστικόν του Ελληνικού και Χριστιανικού γένους».

Σε όλη τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού ο χώρος της Εκκλησίας αναδεικνύεται σε φυτώριο πρωτοποριακών ιδεών, στις ακρότητες των οποίων η, καλύτερα, σε μια πιο κριτική αφομοίωσή τους, αντέταξε φωτισμένους εκπροσώπους όπως τους αγίους Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, και τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά, που υπήρξαν και οι γνήσιοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων.
Όλες αυτές οι δημιουργικές ζυμώσεις και τα πνευματικά ρεύματα συγκλίνουν τελικά στην ενιαία κοίτη της εθνεγερσίας, η όπως θα γράψει ο Φωτάκος «κανείς και απ’ αυτούς έξω του εθνικού κύκλου δεν εβάδισεν», και η Εκκλησία της Ελλάδος ως θεσμός του νεοσύστατου κράτους δημιουργείται ως ζωντανός καρπός του διαφωτισμού.

Με αυτήν την συνεκτική, παιδευτική, κοινωνική, οικονομική, αγωνιστική και θυσιαστική συμβολή του, ο Ιερός Κλήρος και σύνολη η Εκκλησία μας, ως αιώνια κιβωτός του Ελληνισμού, πορεύτηκαν στην παλιγγενεσία.
«Αυτείνοι οι αγαθοί και δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίγοι ’περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ’ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτηναν την ανθρωπότη από αυτά· κι αν ήταν αυτείνοι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ’στορικά του κόσμου.» Ακόμη βαθύτερα, η Ορθοδοξία εδώ εκφράζει έναν εσώτερο ψυχικό δεσμό, «το χαμένο κέντρο» για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, που διαποτίζει όλο το έργο του Μακρυγιάννη και καθώς μαρτυρεί και ο Σεφέρης «είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία· κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα –είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος η να πεθάνει στα ’21».

Σημειώσεις
Καθώς γράφει στα 1863 ο Επαμεινώνδας Φραγκούδης, Κύπριος λογοτέχνης και καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου.
2 Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των έξωθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της Επαναστάσεως (Εν Αθήναις, 1888).
3 Δ. Σ. Μπαλάνος, «Αι υπέρ του Έθνους θυσίαι του Κλήρου κατά την Επανάστασιν του 1821», Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, τ. 2, 2 (1923), σ. 193.

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/03/1821_24.html



Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Ο άγιος Bede μας μιλάει σχετικά με την προσευχή του αγίου Chad.

Ο άγιος Bede μας μιλάει σχετικά με την προσευχή του αγίου Chad.



Ο Trumbert, ένας μοναχός από το μοναστήρι του Chad, ο οποίος έγινε έπειτα Επίσκοπος του Hexham και ένας από τους δασκάλους του Bede, διηγήθηκε στον Bede, πολλά για τον χαρακτήρα του Chad. Για παράδειγμα, όποτε άρχιζε να φυσάει ένας ισχυρός άνεμος και ο Chad μελετούσε μέσα στην καλύβα του, επικαλούταν αμέσως το έλεος του Θεού και τον ικέτευε να δείξει έλεος στους ανθρώπους. Αν η καταιγίδα δυνάμωνε περισσότερο, έκλεινε το βιβλίο του και προσευχόταν με θέρμη γονατιστός.

Και αν η καταιγίδα χειροτέρευε και έπεφταν κεραυνοί και αστραπές, πράγμα που έκανε τους ανθρώπους να τρέμουν από τον φόβο, ο Chad πήγαινε στην εκκλησία και διάβαζε τους ψαλμούς και άλλες προσευχές χαμηλόφωνα ώσπου να καθαρίσουν οι ουρανοί. Όταν τον ρωτούσαν γιατί το έκανε αυτό ο άγιος Chad απαντούσε: «Ο Κύριος διαταράσσει τον αέρα, κάνει τον άνεμο να αγριεύει, στέλνει κεραυνούς και αστραπές από τον ουρανό προκειμένου να μας κάνει να μετανοήσουμε. Για να μας θυμίσει την τελική κρίση, να μας κάνει να αποβάλλουμε την υπερηφάνεια μας. Έτσι, πρέπει όλοι να σκεφτόμαστε με σεβασμό και αγάπη τις προειδοποιήσεις Του οι οποίες φανερώνονται μέσα από αυτά τα φαινόμενα του ουρανού. Όταν συμβαίνουν αυτά πρέπει να τον παρακαλάμε να μας δείξει έλεος, να εξομολογούμαστε όλες τις κρυφές αμαρτίες και τις κακίες που έχουμε μέσα στις καρδιές μας και να καθαρίσουμε τις ψυχές μας.»   

Αγγλικό κείμενο
http://www.pravoslavie.ru/english/101836.htm

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Ο άγιος Neot της Κορνουάλλης βοηθάει τον άγιο βασιλέα Alfred τον Μέγα στις μάχες του με τους Βίκινγκς.

Ο άγιος Neot της Κορνουάλλης βοηθάει τον άγιο βασιλέα Alfred τον Μέγα στις μάχες του με τους Βίκινγκς.



Ο επίσκοπος Asser στο έργο του ο Βίος του Alfred του Μεγάλου μας λέει πως κατά τη διάρκεια των Δανέζικων επιδρομών στην Αγγλία, ο Alfred πήγε στο κελί του αγίου Neot. Ο άγιος Neot τον ευλόγησε για να πολεμήσει στην καθοριστική μάχη με τους Δανούς και προέβλεψε την νίκη του. Ο άγιος Neot ήταν ο πνευματικός πατέρας του Alfred. Είναι επίσης γνωστό πως ο άγιος Neot, μαζί με τον άγιο Cuthbert της Lindisfarne, εμφανίστηκαν στον βασιλιά Alfred σε ένα όραμα λίγο πριν από την τελική του νίκη ενάντια στους παγανιστές.    


Αγγλικό κείμενο
http://www.pravoslavie.ru/english/81326.htm

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Η αγία Walburga (Βαλπούργα) της Γερμανίας θεραπεύει την κόρη ενός βαρόνου.

Η αγία Walburga (Βαλπούργα) της Γερμανίας θεραπεύει την κόρη ενός βαρόνου.




Έναν καιρό ο Θεός την οδήγησε στο σπίτι ενός βαρόνου που ζούσε κοντά στο μοναστήρι της και του οποίου η κόρη ήταν ετοιμοθάνατη. Δεν θέλησε να πει ποια ήταν και να μπει στο σπίτι αλλά στάθηκε ντυμένη με τα φτωχικά της ρούχα στην πόρτα ανάμεσα στα άγρια τσοπανόσκυλα. Ο βαρόνος βλέποντας την εκεί, να κινδυνεύει να την κατασπαράξουν τα άγρια σκυλιά του, ρώτησε με απότομο τρόπο να μάθει ποια ήταν και τι ήθελε. Η αγία είπε πως δεν χρειάζεται να φοβάται, γιατί Αυτός που την έφερε ασφαλή μέχρι εκεί θα την πήγαινε με ασφάλεια πίσω στο σπίτι. Του είπε επίσης πως ήρθε σαν γιατρός στο σπίτι του και θα θεράπευε την κόρη του εάν πίστευε στον μεγάλο Γιατρό (εννοεί τον Χριστό). Πρόσθεσε επίσης πως τα σκυλιά δεν θα αγγίξουν την Walburga.

Ο βαρόνος ξαφνιάστηκε όταν έμαθε το όνομα της και ρώτησε για ποιο λόγο μια τόσο ευγενείς γυναίκα και τόσο μεγάλη δούλη του Θεού στεκόταν έξω από την πόρτα του και την οδήγησε μέσα στο σπίτι με μεγάλο σεβασμό. Το κορίτσι ήταν ετοιμοθάνατο, όμως η Walburga πέρασε όλη τη νύχτα δίπλα της προσευχόμενη. Το πρωί το κορίτσι θεραπεύτηκε χάρη στις προσευχές της αγίας και η αγία την πήγε στους γονείς της. Προσπάθησαν να της δώσουν δώρα όμως η αγία δεν δεχόταν τίποτα και επέστρεψε περπατώντας στο μοναστήρι.

Αγγλικό κείμενο
https://pyhiinvaeltaja.wordpress.com/2010/03/10/st-walburga/

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow