Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αιρέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αιρέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2025

St. Marina's contemporary miracle proving the invalidity of heretical baptism

 Editors Note (update): Some find the saints words in this post as impossible and the idea gravely mistaken. However, this is not an isolated teaching. The Orthodox Church has taught much on this subject. For supporting evidence, a presentation of historical continuity, canonical analysis, other saints' testimony, and more information, see our book published through Uncut Mountain Press:  On the Reception of the Heterodox into the Orthodox Church: The Patristic Consensus and Criteria.



+ + +


Mr. John Armos (Ιωάννης Αρμός), former Roman Catholic, recounts to Orthodox Hieromonk Onoufrios Mikragiannanitis (monk of the Little St. Anne's Skete in Mount Athos, and Oikonomos of the monastery in the little island Kyra Panagia) on Aug. 15, 2020, the miracle below that happened to his sister Christina, which also convinced him to get baptized Orthodox:


Mr. John Armos: "I have a sister, whose name is Christina, married with two children. She was afflicted with breast cancer. If there are 100 grades in this disease, she had the 99th, with constant chemotherapy, metastases, etc. She was now at her limits, she was very weak and exhausted. Her oncologist therapist told her that there was nothing more we could do and that we were preparing to face her death.


St. Marina
But one night, while she was sleeping at home, a young girl appeared to her and said: 

'Christina, don't be afraid, I'll make you well. But first you will go to Andros, to my house, to be baptized.'

Christina, as a Catholic, replied:

'But, I am baptized!'

The young girl says to her, wagging her finger in emphasis.

'No, you are not baptised. Go to my house, in Andros, to be baptized and I'll make you well!'

Christina asks: 

'What's your name?'

She answered her:

'Marina!'

And she disappeared, she was gone.


Christina woke up frightened and upset. She calls me and tells me everything that happened to her, in detail. We have a very close and cordial relationship. We lost our mother 12-13 years ago. 


Christina tells me:

'John, I've never been to Andros, I don't know anyone there, neither man nor woman, who is the one who tells me to go to her house to be baptized?

And I tell her:

'Christina, don't be naive. What woman would tell you to go to her house to be baptized? Surely, she must be a holy person. Leave it, I'll see what it's all about.


Monastery of St. Marina in Andros
So, I found out online that there's an old Monastery of St. Marina in Andros. I contacted the Fathers of the Monastery, we told them what happened and we decided to go to Andros, to the Holy Monastery of St. Marina to baptize my cancer-stricken sister Christina. We went on a Sunday. As soon as we arrived on the island. Christina was overcome with fever and cold, she was shaking all over. We contacted her oncologist doctor and he told us that she absolutely must return to Athens immediately, because she is in danger of dying! But Christina resolutely told me: 'I am not leaving before I am baptized, even if I am in danger of dying!'


So, the Fathers of the monastery prepared as a bathing place a fridge-trunk and her baptism took place on Wednesday. It should be noted that on the Sunday we arrived at the monastery until Wednesday, the fever and the cold did not subside. With fever and cold she was admitted to the water of the bathing pool! And so, after the baptism, the fever began to drop. We left her to sleep and rest and the next day we returned to Athens.


Since then, four years have passed, and Christina has not needed any drugs, chemotherapy or anything else related. Her oncologist doctor told us: 'I too believe in God, but this is the first time I've come across such an incident!' Since 4-5 years have passed, Christina is shielded from breast cancer and will not be in danger from it. She might die of something else, but not of this. It's been four or five years and my dying cancer-stricken sister is healthy. St. Marina healed her, as she promised and showed her that the sacrament of her 'Baptism,' as a Roman Catholic, is invalid.


Hieromonk Onoufrios: "That the Catholics are unbaptized, now in this case, is not said by Orthodox theologians and archaeologists, but it is said by a saint, St. Marina, and she confirms it with the miracle of the healing she performed. So it is unquestionable that he told her that she is not baptized and that she should go to her 'home,' the Orthodox Monastery, to be baptized and after she does that, she will be healed! Mr. John Armos, that is his surname, said to me. "From all these, Father, I was informed internally and convinced that the Orthodox Church has grace and truth, and that is why I have come to ask you to baptize me here in the Virgin Mary."


Source: «Θαῦμα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Ἁγίας Μαρίνης, καί ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἀμφισβήτηση τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν» (The miracle of Saint Marina the Great Martyr, and her denying of the Baptism of the Roman Catholics), pub. "Orthodoxos Kypseli", Thessaloniki 2024, p. 2-5.







Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2023

Ιερομόναχος Αϊντάν : «Για πρώτη φορά, περνώντας το κατώφλι του ορθόδοξου ναού, κατάλαβα ότι θα ζήσω και θα πεθάνω σ’ αυτήν την πίστη»

 


Μια φορά τιμήθηκα από τον Θεό με κάτι σαν θαύμα, να επισκεφτώ το μοναστήρι του ουράνιου προστάτη μου, του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Μέχρι στιγμής είναι το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εκτός Ρωσίας κοντά στην Ουάσιγκτον. Βρίσκεται σε μια κανονική κατοικία, την οποία οι μοναχοί, που είναι όλοι αγγλόφωνοι, τη διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις ιδέες τους. Μετά τη Λειτουργία, άκουσα απροσδόκητα τους ήχους ενός πιάνου. Στη γωνία της τραπεζαρίας, χωρίς κανέναν λόγο, έπαιζε πιάνο ένας μοναχός, ο οποίος μόλις πριν λίγο τελούσε την ακολουθία. Πιάσαμε την κουβέντα και ο πατήρ Αϊντάν (Κέλερ) συμφώνησε να μιλήσει για την πορεία του προς την Ορθοδοξία.



– Πάτερ Αϊντάν, είστε Αμερικάνος, αλλά μιλάτε τέλεια Ρωσικά. Όμως βρισκόμαστε στις ΗΠΑ, άρα εσείς διαλέγετε σε ποια γλώσσα θα επικοινωνούμε.

 

– Τα Ρωσικά μου δεν είναι καλά, γι’ αυτό προτείνω να μιλάμε Αγγλικά. Τελώ καλύτερα τις ακολουθίες στην εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα απ’ ό,τι μιλάω Ρωσικά στην καθημερινότητα.

 

– Γιατί; Έχετε περισσότερη πρακτική στην εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα;

 

– Ναι, είναι έτσι. Κατάγομαι από μια οικογένεια με γερμανικές ρίζες, από προτεστάντες. Στην Ορθοδοξία ήρθα όταν ήμουν 16 χρονών.

 

– «Αϊντάν» είναι πολύ σπάνιο όνομα για το ορθόδοξο περιβάλλον. Στ’ αλήθεια δεν το έχω ξανακούσει ποτέ. Μπορείτε να μας πείτε για τον Ουράνιο Προστάτη σας και για το πώς πήρατε αυτό το μοναχικό όνομα;

 

– Ο Άγιος Αϊντάν ήταν Ιρλανδός. Έγινε μέλος μιας μονής στη Σκωτία και αργότερα εξελέγη Επίσκοπος, για να διαδώσει την ορθόδοξη πίστη και το Άγιο Ευαγγέλιο στο βόρειο μέρος της Αγγλίας. Αυτό το γεγονός έλαβε χώρα τον 7ο αιώνα. Ήταν ιεραπόστολος, καλός και ελεήμων άνθρωπος.

 

Εγώ ήθελα να γίνω ένας τέτοιος άνθρωπος και γι’ αυτό, πριν από πολλά χρόνια, ζήτησα αυτό το μοναχικό όνομα. Ο τότε καθηγούμενός μου δέχτηκε αυτό το αίτημα.




 

Ωστόσο, αυτά έγιναν στην εκκλησία των παλαιοημερολογητών, η οποία δεν είναι κανονική. Τότε, όταν μόλις είχα προσηλυτιστεί στην Ορθοδοξία, δεν ήξερα αυτά τα πράγματα. Αργότερα, όταν ξεκαθάρισα το θέμα αυτό, έλαβα την ευλογία να εγκαταλείψω εκείνο το μοναστήρι και να ενταχθώ στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας. Όλ’ αυτά έλαβαν χώρα στο Τέξας.

 

Εκείνον τον καιρό η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας δεν είχε την ευχαριστιακή κοινωνία με το Πατριαρχείο της Μόσχας. Με δέχτηκαν στην Εκκλησία με κάμποση καθυστέρηση: Η επανένωση των Εκκλησιών έλαβε χώρα το 2007 κι εγώ προσχρήθηκα το 2008.

 

Ήθελα να μείνω με το όνομα που έλαβα, λόγω λατρείας του Αγίου Αϊντάν. Ο Άγιος ήταν Ιεραπόστολος και αυτό το γεγονός συνδυαζόταν πολύ καλά με αυτό που έκανα εγώ: Μελετούσα Λατινικά και ήμουν καθηγητής της γλώσσας στο Πανεπιστήμιο. Γενικά ήμουν λατινιστής, αλλά, από την άλλη πλευρά, είχα ως στόχο να επιτελέσω ιεραποστολικό έργο και όχι μόνο για τους αγγλόφωνους, αλλά και για τους ισπανόφωνους, επειδή ξέρω Ισπανικά, καθώς και Γερμανικά.




 



Όταν ο Μητροπολίτης Ιωνάς (Παφχάουζεν) με κούρεψε σε μικρό μοναχικό σχήμα, μπορούσε να μου δώσει ένα καινούργιο μοναχικό όνομα, επί τιμή οποιουδήποτε Αγίου. Για παράδειγμα, γνωρίζετε, μάλιστα, τον πασίγνωστο Αμερικάνο τραγουδιστή, τον Έλβις Πρίσλεϊ, και όλοι οι Αμερικάνοι συνδυάζουν αυτό το όνομα μόνο μ’ αυτόν. Όμως υπήρχε ο Άγιος Έλβις, που ήταν άγιος των πρώτων αιώνων στην Ιρλανδία και ήταν ορθόδοξος.

 

Οι μοναχοί της μονής παρακάλεσαν τον Δεσπότη να μου δώσει το όνομα Έλβις (χαμογελά). Δεν είχα αντιρρήσεις, όμως την παραμονή της κουράς ο Μητροπολίτης με ρώτησε ποιο όνομα προτιμάω και του απάντησα ότι θα ήθελα να μείνω με το όνομα Αϊντάν.

 

Κανείς δεν ξέρει από πριν ποιο όνομα θα πάρει ένας μοναχός. Την επόμενη μέρα, όμως, ο Δεσπότης μού έδωσε το όνομα Αϊντάν και το έχω μέχρι τώρα (χαμογελά).

 

– Ούτε καν ήξερα ότι ένας μέλλων μοναχός μπορεί να διαλέξει τ’ όνομά του. Συνήθως το κάνει ο ηγούμενος της μονής.

 

– Έχετε δίκιο, αυτός που περιμένει να γίνει μοναχός δεν μπορεί να διαλέξει τ’ όνομά του, αλλά μπορεί να το ζητήσει και στη συνέχεια ο ηγούμενος μπορεί να δεχθεί το αίτημα ή όχι. Συχνά, ο ηγούμενος ή αυτός που τελεί την κουρά φωτίζεται την τελευταία στιγμή και διαλέγει τ’ όνομα. Καμιά φορά, ένας επίσκοπος έχει την ιδέα για το όνομα, αλλά την τελευταία στιγμή ο Θεός του λέει: «Να το όνομα, πρέπει να πράξεις έτσι».

 

Άρα, πραγματικά ο μοναχός δεν μπορεί να διαλέξει τ’ όνομα, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που ρωτούν τη γνώμη του, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση, κι εγώ είπα ότι θα ήθελα να μείνω Αϊντάν.

 

Υπάρχει, όμως, ένα άλλο ενδιαφέρον πράγμα. Ο Αϊντάν ήταν Άγιος της Δύσης, ο οποίος είχε σχέση με τους Ιρλανδούς, τους Σκωτσέζους και τους Εγγλέζους. Και τα πρώτα 24 χρόνια της ζωής μου στην Ορθοδοξία, όταν ήμουν μέλος της μη κανονικής Εκκλησίας, τελούσαμε ακολουθίες σύμφωνα με τη δυτική παράδοση. Εκείνην την εποχή τελούσαμε τις ιεροπραξίες, κατά το πλείστον, με διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο που τελούν οι περισσότεροι πιστοί στη Δύση σήμερα, δηλαδή είχαμε πιο παλιό τυπικό, που χρονολογείτο από πάρα πάρα πολύ παλιά. Και στη δεκαετία του 1970 ένας Ρώσος ιερέας μας είπε ότι καλύτερα ν’ ακολουθούμε πιο παλιούς τύπους ιεροτελεστίας, επειδή αυτοί αντιστοιχούν περισσότερο στην Ορθοδοξία, από την άποψη της θεολογίας, καθώς και της ευσέβειας. Αυτό έχει πολλά κοινά με το συνηθισμένο τυπικό της Ανατολικής χριστιανικής Εκκλησίας.

 

Αποφασίσαμε τότε ότι, λόγω δυσκολιών προσχώρησης στην κανονική Εκκλησία, πρέπει να στραφούμε στο ανατολικό τυπικό και, ίσως, αυτό θα μας βοηθήσει. Αποδείχτηκε ότι δεν βοήθησε και πολύ, αλλά ακολουθήσαμε το ανατολικό τυπικό και αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα τους τρόπους τέλεσης της Λειτουργίας στη Ρωσική Εκκλησία. Αυτό το γεγονός μου άρεσε.

 

Στη συνέχεια, καθώς το θέμα του να γίνω μέλος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εκτός Ρωσίας ήταν σε εκκρεμότητα, μου πρότειναν να γίνω ιερέας της Ελληνικής Εκκλησίας. Αλλά αυτό δεν μου φαινόταν σωστό, αισθανόμουν ότι η καρδιά μου ανήκει στη Ρωσική Εκκλησία και στον ρώσικο λαό.

 

– Στη Ρωσία υπάρχει ένα είδος στερεότυπου, που λέει ότι οι Αμερικάνοι δεν θέλουν να βλέπουν πιο πέρα από τη μύτη τους, που λέμε, δεν ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει στον κόσμο και δεν έχουν καμία ιδέα γι’ άλλες γλώσσες. Το παράδειγμά σας διαψεύδει αυτό το στερεότυπο. Μήπως αντιπροσωπεύετε κάποια άλλη Αμερική;

 

– Ναι, σε μεγάλο βαθμό είναι σωστό το στερεότυπο, για δύο λόγους, νομίζω. Πρώτ’ απ’ όλα, οι ΗΠΑ είναι μια μεγάλη χώρα, όπου όλοι μιλάνε Αγγλικά. Γι’ αυτόν τον λόγο οι άνθρωποι εδώ δεν αλληλοεπιδρούν τόσο πολύ με άλλες γλώσσες όσο οι Ευρωπαίοι, οι Αφρικανοί ή οι Ασιάτες. Ο άλλος λόγος, κατά τη γνώμη μου, συνίσταται στην ιδέα ότι ο αμερικάνικος τρόπος είναι ο καλύτερος τρόπος στον κόσμο. Τελεία και παύλα. Κάποιος άλλος πολιτισμός, κάποιος άλλος τρόπος, κάποια άλλη κοινωνία, πρέπει να μαθαίνουν τη γλώσσα μας. Γιατί εμείς να μάθουμε τη γλώσσα τους; Ασφαλώς, μια τέτοια προσέγγιση βασίζεται στο γεγονός ότι η αγγλική γλώσσα, σε κάποιο βαθμό, είναι η γλώσσα την οποία μιλάει όλος ο κόσμος. Στη δική μου περίπτωση, όμως, όταν έγινα χριστιανός, αποφάσισα ν’ αποδεχθώ την Εκκλησία με όλη την πληρότητά της, με όλη την ιστορική της σημασία. Αποτελεί μέρος μιας πολύ μεγάλης οικογένειας.

 

Η Ρωσική Εκκλησία και η Ορθοδοξία έχουν αιώνιες ρίζες. Ήθελα να γίνω μέρος αυτής της ένδοξης ιστορίας, η οποία αντανακλά την παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Εκτός τούτου, όμως, μου άρεσαν πάντοτε οι ξένες γλώσσες. Κατάγομαι από μια αμερικάνικη οικογένεια με γερμανικές ρίζες, όμως στο σπίτι ποτέ δεν μιλούσαμε Γερμανικά με τους γονείς μας, εκτός μερικών φράσεων. Στην πέμπτη-έκτη τάξη του σχολείου άρχισα να μαθαίνω Γερμανικά μόνος μου.

 

Ύστερα ασχολήθηκα με τα Λατινικά, επειδή είναι πολύ σημαντική γλώσσα για τη Δυτική Εκκλησία. Μετά αποφάσισα να μάθω Ισπανικά, για να μπορώ να επικοινωνώ με τους μετανάστες από τη Λατινική Αμερική, οι οποίοι ήταν πολλοί στην πολιτεία του Τέξας, όπου έμενα τότε. Ήθελα να τους εξηγήσω την ορθόδοξη πίστη μας, γιατί αυτοί εκεί έχουν πολύ δυνατή ρωμαιοκαθολική παράδοση, η οποία είναι πιο κοντά στην Ορθοδοξία, σε σχέση με άλλες θρησκευτικές τάσεις της Βόρειας Αμερικής. Οι άνθρωποι εκεί αγαπούν την Εκκλησία, αγαπούν τις εικόνες και θεωρούν κιόλας ότι μπορούν να πλησιάσουν έναν ιερέα και να κουβεντιάσουν για τη γιαγιά τους από το Μεξικό. Μπορούν να πλησιάσουν τον ιερέα σε κάποιο κατάστημα και να ζητήσουν την ευλογία, ακριβώς όπως το κάνουν στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Επομένως, οι ισπανόφωνοι Αμερικανοί κατανοούν την Ορθοδοξία και αν ξεκινήσει κάποιο ορθόδοξο κίνημα ανάμεσά τους θα έχει επιτυχία.

 

Επίσης ξέρω λίγα Ιταλικά, αλλά όχι και τόσο καλά. Τα Ρωσικά μου, επίσης δεν είναι και πολύ καλά. Μπορώ να μιλώ Γαλλικά. Γενικά, απολαμβάνω την εκμάθηση ξένων γλωσσών.

 

– Μπορείτε να εξηγήσετε το πώς ήρθατε στην Ορθοδοξία; Ήταν μακρόχρονη διαδικασία ή ήταν κάτι το στιγμιαίο;

 

– Σε μεγάλο βαθμό, ήταν στιγμιαίο. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια, η οποία δεν ήταν της εκκλησίας. Στα παιδικά μου χρόνιά με βάφτισαν στην Εκκλησία των Μεθοδιστών, αλλά οι γονείς μου δεν επισκέπτονταν την εκκλησία κι εγώ μεγάλωσα εκτός αυτής. Η μόνη εξαίρεση ήταν η γιαγιά μου. Όταν έγινα 5 χρονών, η γιαγιά μού είπε ότι υπάρχει Θεός και Αυτός βλέπει τα πάντα, ξέρει τα πάντα και τους αγαπάει όλους. Και ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος. Αυτά τα λόγια εντυπώθηκαν στη συνείδησή μου.

 

 

Μια φορά πήγαμε σ’ ένα κάμπινγκ κι εγώ ρώτησα τους γονείς μου: «Ο Θεός υπάρχει;». Και μου απάντησαν: «Γιατί δεν ρωτάς τον Ίδιο;». Απομακρύνθηκα λίγο από το κάμπινγκ μας, βαθιά στο δάσος, και είπα: «Κύριε, παρακαλώ, αν υπάρχεις, δώσε μου να το καταλάβω, για να το ξέρω».

 

Κάποιο συναίσθημα γέμισε την καρδιά μου. Επέστρεψα στην κατασκήνωση και είπα στους γονείς: «Ναι, ο Θεός υπάρχει».

 

Αλλά η πίστη μου ήταν πολύ αδύνατη, δεν είχε καμία δομή, στην οποία να μπορούσα να βασιστώ. Δεν είχα καμία περαιτέρω γνώση για τον Θεό. Δεν είχα διαβάσει ακόμα την Αγία Γραφή, αυτό έγινε πολύ αργότερα. Και κατά τη διάρκεια 5 ετών, δηλαδή από 11 έως 16 ετών, ήμουν εντελώς «επιστημονικός άθεος». Εργαζόμουν κιόλας ως εθελοντής στη μεγαλύτερη αθεϊστική οργάνωση, «Αμερικανική αθεϊστική κοινότητα». Η εξέχουσα ακτιβίστρια εκεί ήταν η Μάντελιν Μιούρεϊ Ο’Χέιρ (Madalyn Murray O'Hair). Αυτή συνέταξε μια αγωγή κατά της ανάγνωσης προσευχών στα κρατικά σχολεία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το 1963 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να την εγκρίνει. Είχα σχέση με την εγγονή της, όταν ήμουν έφηβος (χαμογελά).

 

Τι έγινε μετά; Πέθανε ο παππούς μου και αμέσως μετά τον θάνατό του όλοι στην οικογένειά μου αισθάνονταν ξεκάθαρα ότι η ψυχή του βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μαζί μας. Και ύστερα, μετά από 15 ή 20 λεπτά, η ψυχή του μας εγκατέλειψε. Το αισθανθήκαμε όλοι. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό το γεγονός αποτελεί μια καινούργια πληροφορία για μένα και τώρα πρέπει ν’ αναθεωρήσω τις απόψεις μου.

 

Άρχισα να ψάχνω. Αυτή η αναζήτηση διήρκεσε μόνο μερικούς μήνες. Σαν να είχα πόνο στο μέρος όπου είναι η καρδιά μου και ο Κύριος μου αποκάλυψε την Ορθοδοξία. Στο σχολείο είχα έναν φίλο, μαζί με τον οποίο κάναμε μαθήματα μουσικής. Ο αδερφός του ήταν παντρεμένος με θρησκευτικό γάμο στην ορθόδοξη εκκλησία. Αποφασίσαμε να πάμε σ’ αυτήν την εκκλησία. Αυτός ο άνθρωπος ήταν Βαπτιστής κι έψαχνε να ενισχύσει τη χριστιανική του πίστη. Ήξερε ότι ο Χριστιανισμός έχει πολύ περισσότερα απ’ όσα λένε οι Βαπτιστές.

 

Πήγαμε στην εκκλησία και τη στιγμή που περνούσα την πόρτα, μου ήρθε απότομα το συναίσθημα ότι αυτή η πίστη είναι η σωστή και είναι η δική μου πίστη. Και ότι θα ζήσω και θα πεθάνω σ’ αυτήν την πίστη.

 

Μετά άρχισα να μελετάω την Κατήχηση και τελικά βαπτίστηκα σύμφωνα με τον ορθόδοξο τύπο. Όλ’ αυτά έγιναν περίπου σε ηλικία 17 χρονών. Το περίεργο γεγονός ήταν ότι το Μύρο, που χρησιμοποίησαν για το χρίσμα μου, ήταν από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Το Μύρο παρέμενε σ’ αυτήν την εκκλησία από τότε που ήταν υπό τη δικαιοδοσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Φυσικά, δεν καταλάβαινα τότε όλες αυτές τις τυπικές ιδιαιτερότητες. Η κατανόηση αυτών συνέβη πολύ αργότερα. Τώρα είμαι πεπεισμένος ότι η αποσχιστική διάθεση δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Προκαλεί πολλά εξ’ αυτών και αποτελεί μεγάλη αμαρτία. Είμαι χαρούμενος που τώρα είμαι μέλος της κανονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και ως μέλος της μπορώ τώρα να πω στους παλαιοημερολογήτες και τα μέλη άλλων αποσχιστικών τάσεων, ότι αυτό δεν είναι ο καλύτερος τρόπος. Δεν είναι αυτό που πρέπει. Και η Εκκλησία δεν είναι απλώς μια κοινότητα, αλλά είναι μέρος μιας πιο μεγάλης εικόνας.

 

– Στο Τέξας υπηρετούσατε ως προϊστάμενος μιας ορθόδοξης ενορίας. Γιατί αποφασίσατε να μετακομίσετε στη Βιρτζίνια, στη μονή του Αγίου Δημητρίου;

 

– Πρωτ’ απ’ όλα, όταν το 2008 άρχισα να υπηρετώ σε μια μικρή ιεραποστολή στο Όστιν (πολιτεία Τέξας), είπα αμέσως στους ενορίτες μου: «Είμαι ιερομόναχος. Τώρα υπηρετώ εδώ, αλλά οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να με στείλουν σε κάποιο μοναστήρι και πολύ πιθανόν να μην είμαι ιερέας της εκκλησίας σας για πάντα. Θα πρέπει να επιστρέψω στο μοναστήρι». Αλλά υποσχέθηκα στους ενορίτες ότι δεν θα επιζητήσω την επιστροφή μου μέχρι να εξοφλήσουμε το δάνειο για το κτίριο του ναού μας και βρήκα κατανόηση.

 

Τον Νοέμβριο του 2019 εξοφλήσαμε όλο το ποσό και μετά απ’αυτό άρχισα να επισκέπτομαι διάφορα μοναστήρια. Πήγα στη Μονή της Αγίας Τριάδος στο Τζόρνταβιλ, στη Μονή Υψώσεως Τιμίου Σταυρού στη Δυτική Βιρτζίνια, επισκέφτηκα τον Μητροπολίτη Ιωνά (Παφάχουζεν), όταν αυτός μαζί με την αδελφότητά του βρισκόταν ακόμα στα περίχωρα της Ουάσιγκτον. Σκόπευα να πάω στο Σιάτλ, στο μοναστήρι του Παναγαθού Σωτήρος, αλλά μετά απ’ όλα αυτά διορίστηκα απροσδόκητα σ’ ένα μικρό μοναστήρι της πολιτείας Μίτσιγκαν, όπου τότε διέμενε μόνο ένας μοναχός. Είναι το πιο βόρειο σημείο της ηπειρωτικών ΗΠΑ, η πόλη Χιούτον (Houghton), τον χειμώνα εκεί συχνά τα χιόνια φτάνουν σε ύψος 4 μέτρων. Είναι η τρίτη πόλη στις ΗΠΑ, όσον αφορά στην ποσότητα του χιονιού.

 

Αυτό το μοναστήρι ανήκε στη Μητρόπολη του Σικάγου και της Μέσης Αμερικής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εκτός Ρωσίας. Ο Επίσκοπος του Σικάγου Πέτρος μου είπε: «Πάτερ, δεν είναι υποχρεωτικό να μείνετε εδώ, αλλά, σας παρακαλώ, προσπαθήστε να το κάνετε».

 

Υπηρέτησα εκεί για επτά μήνες και μετά αισθάνθηκα ότι μου είναι καλύτερα να πάω στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, όπου και βρίσκομαι τώρα. Ο ηγούμενος, ο Δεσπότης Ιωνάς, ήταν πνευματικός πατέρας μου. Και φυσικά γνώριζα και τους μοναχούς. Από την πρώτη κιόλας συνάντηση νιώσαμε ότι είμαστε αδέλφια. Δεν ήταν κάποιο είδος ανάλυσης, που διενήργησε το μυαλό, αλλά ήταν εντολή της καρδιάς.

 

Δεν συμβαίνει συχνά ένας μοναχός, αφού περάσει πολύ καιρό σ’ ένα μοναστήρι, όπως εγώ, μετά να πάει σε άλλο. Δεν είναι πάντα εύκολο πράγμα και δεν είναι πάντα προς το καλό, αλλά στη δική μου περίπτωση όλα πήγαν καλά.

 

Μου αρέσει πολύ να είμαι στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου. Κι ένα σημαντικό για μένα πράγμα εδώ συνίσταται στο ότι μου επιτρέπουν μια φορά τον μήνα να τελώ τη Λειτουργία σύμφωνα με το δυτικό τυπικό. Παρ’ όλο που είναι ένα συνηθισμένο μοναστήρι, όπου η ζωή κυλά σύμφωνα με το ανατολικό τυπικό. Εγώ, όμως, πέρασα πολύ καιρό στην εκκλησία με δυτικό τυπικό και αυτό το είδος ιεροπραξίας μού επιτρέπει να διατηρώ σε κάποιο βαθμό τις γνώσεις που έλαβα εκεί.

 

– Το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου είναι το πρώτο μοναστήρι στην περιοχή της Ουάσινγκτον και ιδρύθηκε πρόσφατα. Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’ αυτό, για τη ζωή εκεί και για τους ενορίτες του;

 

– Στην αρχή είχε μόνο 3 ή 4 μοναχούς. Έμεναν σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη Ουάσινγκτον. Υπάρχει Ταμείο Αγίων Αρχαγγέλων και πολλοί δωρητές του γνώριζαν τον μακαριστό Επίσκοπο Βασίλειο (Ροντιάνκο). Βοηθούσαν τον Μητροπολίτη Ιωνά, ο οποίος ήταν επίσης πολύ στενό πρόσωπο για τον Δεσπότη Βασίλειο. Τον υποστήριζαν και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι τον ήξεραν από τα χρόνια της υπηρεσίας του στην Ορθόδοξη Εκκλησία Αμερικής.

 

Χάρη σ’ αυτήν την υποστήριξη, αποκτήθηκε το νυν κτίριο της μονής, το οποίο βρίσκεται σ’ ένα μικρό οικόπεδο, αλλά πρόκειται για ένα ευρύχωρο σπίτι.

 

Ο Μητροπολίτης Ιωνάς έχει πλούσια εμπειρία στην ίδρυση μοναστηριών. Είχε λάβει ενεργό μέρος στην ανακαίνιση της Μονής Βαλαάμ στη Ρωσία, ήταν ηγούμενος ενός μοναστηριού στην Καλιφόρνια. Κι εγώ πρόσεξα τότε ότι σκόπευε να επεκτείνει το εδώ υπάρχον μοναστήρι. Όταν ήρθα σ’ αυτό το μέρος είχε μόνο έξι μοναχούς και τώρα είναι 11 και ακόμα δύο θα προσαρτηθούν στο εγγύς μέλον.

 

Το μοναστήρι εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς. Δεδομένης της εμπειρίας του Μητροπολίτη Ιωνά, ήταν κάτι το αναμενόμενο. Θεωρώ ότι έχουμε μια ισορροπία ανάμεσα στην «Ευχή του Ιησού», δηλαδή την εσωτερική προσευχή, την προσευχή της σιωπής, και την εξωτερική προσευχή στην εκκλησία. Τελούμε τις ώρες, τον όρθρο, τον εσπερινό, έχουμε τους ενορίτες μας. Όλ’ αυτά, όμως, είναι συνδεδεμένα με την «Ευχή του Ιησού», την πιο σημαντική για μας.

 

– Και ποιοι είναι οι ενορίτες σας;

 

– Ο κόσμος έρχεται στις ακολουθίες, ιδιαίτερα τα Σάββατα, όταν η Λειτουργία αρχίζει λίγο αργότερα. Εκτός τούτου, πολλοί μοναχοί μας τις Κυριακές τελούν τη Θεία Λειτουργία σε άλλους ναούς, αυτό αποτελεί μέρος του ιεραποστολικού έργου μας. Για παράδειγμα, στην εκκλησία του Οσίου Γερμανού της Αλάσκα στο Στάνφορντ, της πολιτείας της Βιρτζίνια. Εγώ και άλλοι δύο δόκιμοι θα υπηρετούμε σε μια καινούργια ενορία της πόλης Λουίσα, της πολιτείας της Βιρτζίνια, αφιερωμένη στην Αγία Άννα, την επίγεια γιαγιά του Χριστού.

 

Γενικά, έχω ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον διακόνημα – να επισκέφτομαι φυλακισμένους. Το είχα ξεκινήσει όταν ήμουν ακόμα στο Τέξας. Ήταν πολύ ευλογημένο έργο. Πάντως, στη Βιρτζίνια δεν κατάφερα ακόμα να το ξαναρχίσω. Πλην τούτου, έχω την ιδέα να ξεκινήσω να τελώ ακολουθίες στα Ισπανικά, για τους ισπανόφωνους Αμερικανούς. Προς το παρόν, η ιδέα αυτή προχωρά πολύ αργά. Θα δούμε τι μπορεί να γίνει.

 

Εκτός τούτου, ο Μητροπολίτης Ιωνάς επισκέπτεται συχνά τις ενορίες σε άλλα μέρη των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια των πανηγύρεών τους, στην περίπτωση που ο τοπικός Αρχιερέας δεν δύναται για κάποιους λόγους.

 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναθρέφουμε πνευματικά αρκετό αριθμό κόσμου, ιδιαίτερα τους νέους. Όταν λέω κάπου ότι ο επικεφαλής της μονής μας είναι ο Μητροπολίτης Ιωνάς, μου απαντούν συχνά το εξής: «Ο Μητροπολίτης Ιωνάς; Ακούω τις ομιλίες του για την Κατήχηση και άλλα θέματα. Με βοήθησαν πολύ στο να γίνω μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

 

Συνεπώς, το μοναστήρι μας επιτελεί πολύ σοβαρό ιεραποστολικό έργο.

 

– Όταν γνωριστήκαμε, σας είδα μετά τη Θεία Λειτουργία να παίζετε σ’ ένα μικρό πιάνο. Δίνετε συχνά τέτοιες συναυλίες και ποια μουσική συνήθως παίζετε; Και ποια είναι η αντίδραση των ενοριτών σας και των άλλων μοναχών; Επειδή σπάνια μπορεί ν’ ακούσει κανείς μη εκκλησιαστική μουσική σ’ ένα ορθόδοξο μοναστήρι.

 

– Όντως, πολύ σπάνια. Στον μοναχικό τρόπο ζωής στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προβλέπεται η εκτέλεση μουσικών αποσπασμάτων. Επομένως, για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου δεν ασχολιόμουν με τη μουσική, εκτός από τα φοιτητικά μου χρόνια, όταν κι έκανα μαθήματα μουσικής. Ταυτόχρονα, όμως, στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τέτοια πράγματα επιτρέπονται, σε κάποιο βαθμό. Μερικοί Επίσκοποί μας, καμιά φορά, συνεχίζουν να παίζουν πιάνο, όπως έκαναν, όταν ήταν κοσμικοί. Στη Ρωσία, επίσης, υπάρχουν μοναστήρια, όπου οι μοναχοί έχουν το ταλέντο να παίζουν μουσικά κομμάτια. Για παράδειγμα, παίζουν Μπαχ, μπορείτε να βρείτε τέτοιες ηχογραφήσεις το Διαδίκτυο.

 

Δεν προγραμματίζω ποτέ κάποιες συναυλίες, όμως όταν οι άνθρωποι συγκεντρώνονται και με παρακαλούν να παίξω κι εγώ έχω ανάλογη διάθεση, τότε μου φέρνουν το πιάνο. Συνήθως παίζω κομμάτια του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Μπετόβεν ή παλαιότερη μπαρόκ μουσική, όπως Φρανσουά Κουπερέν, Ζαν Φιλίπ Ραμό και κάποιους Άγγλους συνθέτες, όπως ο Χένρι Πέρσελ και ο Γουέιν Μπερντ.

 

Αλλά έχω μόνο ένα μικρό ηλεκτρονικό όργανο, απ’ όπου λείπουν κάποια πλήκτρα και ποδόπληκτρα. Δεν είναι κανονικό πιάνο. Πάντως, είναι αρκετό για να παίζω πιο παλιά μουσική και μερικά κομμάτια μεταγενέστερων συνθετών, π.χ. του Μότσαρτ.

 

– Και τι λέτε για τους Ρώσους συνθέτες, όπως ο Τσαϊκόβσκι, ο Ραχμάνινοφ, ο Προκόφιεφ;

 

– Λατρεύω τα έργα όλων αυτών συνθετών. Παίζω Ραχμάνινοφ, Μουσόργκσκι και ακόμη κάποιους Σοβιετικούς συνθέτες, π.χ. Σοστακόβιτς. Εμπνευσμένος από τον Μπαχ, ο Σοστακόβιτς συνέθεσε μια σειρά από πρελούδια και φούγκες. Μερικά από αυτά αποτελούν υπέροχα μουσικά έργα.

 

Ως μοναχός, βλέπω ότι μερικές φορές ο τρόπος ζωής ενός συνθέτη δεν αντιστοιχεί στην ομορφιά της μουσικής του. Καμιά φορά, μια υπέροχη μουσική μπορεί να είναι δημιουργημένη από όχι τέλειους ανθρώπους. Αλλά ίσως αυτό είναι η χάρη του Θεού. Ίσως ο Θεός τους επέτρεψε να κάνουν ένα καλό πράγμα στη ζωή τους.

 

Με τον ιερομόναχο Αϊντάν (Κέλερ)

συνομίλησε ο Ντμίτρι Ζλόντορεβ

Μετέφρασε από τα Ρωσικά στα Ελληνικά η Κατερίνα Πολονέιτσικ

Pravoslavie.ru

Το είδα εδώ 


Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Η αγιογραφία της Πλατυτέρας των Ουρανών στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας και το θέμα του Οικουμενισμού.

 


Στην παραπάνω εικόνα βλέπετε την τοιχογραφία της Πλατυτέρας των Ουρανών στον Ιερό Ναό του Αποστόλου Ανδρέα στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Που είναι το πρόβλημα; Στο φόντο της εικόνας διακρίνεται η πόλη του Ντίσελντορφ και διάφορα ιστορικά κτίρια. Ανάμεσα σε αυτά τα κτίρια έχουν ζωγραφιστεί, πέρα από τον Ορθόδοξο Ιερό Ναό του Αποστόλου Ανδρέα και οι εκκλησίες άλλων Χριστιανικών δογμάτων όπως του Καθολικισμού και του Προτεσταντισμού. Αυτό, όπως μας εξήγησε (χωρίς καμία αίσθηση ντροπής) ο προηγούμενος ιερέας του Ναού ο οποίος πλέον έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, δεν έγινε τυχαία αλλά έγινε σαν ένδειξη ενότητας με τις εκκλησίες των άλλων δογμάτων. Ουσιαστικά έχει φτιαχτεί μία εικόνα της Παναγίας που προωθεί τον Οικουμενισμό. Δεν έχει τύχει μέχρι σήμερα να βρεθώ σε έναν Ορθόδοξο ναό και να ακούσω και να δω κάτι ποιο βλάσφημο από αυτό. Ο συγκεκριμένος ιερέας μάλιστα συχνά κήρυττε υπέρ του Οικουμενισμού και της ένωσης της Ορθόδοξης εκκλησίας με τα άλλα δόγματα. Το όνομα του ιερέα π. Ιωάννης Ψαράκης. Μα δεν δίδαξε σε αυτόν τον ιερέα και στους υπόλοιπους ομοϊδεάτες του κανένας τους λόγους των αγίων πατέρων που μιλούν για την φοβερή αίρεση του Οικουμενισμού; Με ποιο σκοπό κάνουν όλες αυτές τις βλάσφημες ενέργειες; Μόνο ντροπή. Ο Θεός να μας λυπηθεί και να μας φέρει άξιους ιερείς. 

Κείμενο Orthodoxy-Rainbow      

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

The Saint, the Priest, and Face-tattoos




By Fr Photios Parks

Some years back, there was a point in my life when I didn’t give a second thought to the Saints. I really didn’t see how they had any place within my faith. In Bible College and in Protestant seminary, I was fed the idea that saints were either a type of good luck charm to sell my house, a statue in your yard to attract birds, or they were individuals likened to magicians whose bones were exploited in medieval times. Fortunately, I had a life-changing experience that dispelled my incorrect notions about Saints and changed my whole paradigm in the way I view these holy servants. I now can’t imagine myself living my life without their guidance and assistance.

There was a time in my life where I was a director of a large Protestant homeless shelter in a major Northeastern city. In that director role, I was responsible for the physical and spiritual wellbeing of thirty-men that were recently released from prison or who had been homeless on the streets. One thing I noticed as I ministered to these men is that I kept hearing a similar story about the churches that they attended. They would go to churches where their charismatic preachers would tell them something like: “If you tithe to our church, God will bless you abundantly.” This is a common theological mark of the health and wealth/prosperity-movement within some Protestant circles. Many of these formerly homeless men would offer all the money they had to that pastor in order to receive the promised blessings. Sadly, those blessings of wealth, health, and all their desires never came to fruition for those men. Instead, the men’s lives would continue to cycle through immense poverty and hardship.

I found myself wanting to prove to these spiritually manipulated men within our program that not all churches operated with this prosperity-gospel technique. I came up with the idea to take “fieldtrips” to local churches so that they could meet different church leaders and see different types of church traditions that differed from those over-promising pastors. On these church fieldtrips, the group of gentleman was able to see one of the first AME churches, Reformed churches, main-line churches, and hipster churches. The group of men asked plenty of inquiring questions and got to take wonderful church tours.

One of the last churches in the area that we visited was a large, Greek Orthodox Church. Up to that point, I myself had almost no familiarity with Orthodoxy and so as we ventured to this odd-looking church with Greek inscriptions on the outside of its church building, I had no idea what to expect.

The Orthodox Priest, dressed in his cassock, graciously welcomed our group at the door. As we entered into the narthex of the church, we were welcomed into the space by a beautiful picture resting on an ornate stand. Emblazoned in gold and jewels, the icon depicted a female saint. One of the men in our group blurted out at the sight of the icon, “why do you have graven images?” He clearly was leaning on his understanding of the Old Testament and saw this icon as a type of graven image and an offence to God.

Hearing this question, in a patient and kind way, the priest explained that on this particular day, the Orthodox Churches celebrates the Saint Agatha. The Priest then began to describe to our group Saint Agatha’s life.1 He stated that Saint Agatha lived in Italy in the third century and that she was a follower of Christ. Agatha was a beautiful young woman, whom many men wanted to marry. But Agatha, as a follower of Christ, wanted to retain her holiness and to live set apart for the sake of her Savior and chose to not marry. A wealthy pagan by the name of Quintianus, captivated by Agatha’s beauty, asked for her hand in marriage. Agatha denied Quintianus’ advancements and declared to him that she wanted to remain a virgin for the entirety of her life. Quintianus, enraged by Agatha’s rebuke, first proceeded to parade Agatha into the town center and with the townspeople watching, Quintianus had his servants cut-off Agatha’s breasts. Quintianus, again asked a final time for Agatha’s hand in marriage, as if the previous inhumane mutilation could compel someone toward marriage, and again Agatha rebuked him and pledged herself to Christ and to holiness. Again, fueled by rage, Quintianus as a last final act to exploit Agatha’s desire for purity, had her stripped bare in front of all of the town’s onlookers and then had her dragged to her death tied behind a horse-drawn carriage.

As the Priest told us this dramatic story, I noticed out of the side of my eye, one of the gentlemen in the group was acting a bit strange. He was sort of pacing around, clenching his fists, and mumbling under his breath. He looked as if he was teetering the line between anger and crying. I hadn’t really known this particular man, who we will call “Shawn,” as he was new to the group and to our program. Shawn was visually intimidating as he stood 6 foot 3 inches, had intense eyes, and tattoos all over his face. He looked similar to the giant man on the movie The Green Mile, but scarier.

My mind was racing as I began noticing this gigantic man become more and more frustrated. Bad scenarios played out in my head: Was he going to knockout this kind, old priest? Was he going to breakdown in tears? Heaven forbid—would he try to damage the icon of Saint Agatha? I decided, hesitantly, to go over and speak with Shawn to attempt to calm him down. Having not yet established trust with Shawn, I tried my best to be sympathetic to the large, pacing man.

I said to him, “Shawn, what’s going on man? I can tell you’re frustrated…is there anything I can do for you right now?”

Still pacing, clinching his fist and with tears in his eyes, he angrily said to me, “Why would they do this?”

“I don’t know Shawn, pictures aren’t a part of my tradition,” I answered him assuming he was talking about the icon.

He shrugged off my answer, “No, why would they make her a saint?”

Again, winging it: “I don’t know Shawn, I don’t fully understand the saint thing.”

He replied, crying at this point, “Why would they make her an example?”

“I don’t know, Shawn” is all that I could come up with. Shawn didn’t punch the priest or turnover the icon.

I met with Shawn the following day to debrief the situation, as I wanted to figure out what had happened the previous day. Shawn broke down that day in my office. He explained to me how his mom had been raped as a teenager and that her pregnancy with Shawn was the result of that rape. He described to me in graphic detail how almost everyday his mother reminded him that he was the result of rape and she routinely punished him for it. Shawn then described how as a result of all the pain he felt in his life, and all the mistreatment he had received, he too proceeded to hurt others throughout his life.

He then explained to me that in hearing Saint Agatha’s story it was unimaginable how someone like that, someone abused so harshly, could be an example for the Christian faith. It was even more puzzling to Shawn that someone like Agatha could be considered a saint. He was awestruck at how God and a Church could look at someone so damaged, so broken, and declare that someone like Agatha is holy.

Shawn saw himself in Saint Agatha’s life. He saw in her life a guide for his own. He saw in her hope for his own torture. He had found a Savior who did not deem him cursed or too broken for salvation. He had found a Church that gave him the opportunity, even with all of his shame and brokenness, to become something beyond his shortcomings. He began the process of recognizing that within Christ there was hope for him to become holy and to even to become an example of the faith for others. There was a place and purpose within his life and that all of the pain he experienced could be a part of his turning toward holiness. Shawn joined that Orthodox Church. Seeing a 6’3’’ African-American man with face-tattoos standing amongst Greek yia-yias at a Greek-festival laughing together and sharing jokes was like catching a small glimpse of heaven.

Saint Agatha is recognized as a Saint within the Eastern and Oriental Orthodox, Catholic, and Anglican traditions. She is just one of thousands of shining beacons of holiness in the church’s history of raising up holy and set apart disciples of Christ. Saints aren’t vessels to help us find lost items as I had previously thought. Saints exist to be vessels for us as tangible witnesses that the places of loss within our own hearts do not define who we truly are. Rather, the fact that Christ sees all of us as bearing the image of God is the foundation for us to continue to pursue Christ and the holiness that stems from being within his fold.

Saint Augustine once wrote, “There is no saint without a past, no sinner without a future.” For people like Shawn, and myself, the saints show us by their examples that we are destined for greatness as even the most shameful moments we experience in our life are merely part of the journey of transformation within the theosis process as we are becoming holy like God is holy. Saints are alive in Christ, but they lived as holy humans when they were on earth. Because of their holiness, saints like Agatha fully understand the challenges and triumphs that we experience in our lives and because they know our hearts, we can look to them as guides and beacons for our own lives, and we can graciously ask for their prayers as they worship Christ in paradise.

Saint Agatha and all the Saints pray to God for us!



From the Introduction of the forthcoming book:
“Holiness in the Hardship: Saints of Strength for Common Folks” by Fr Photios

1. This is only one account of the life of Saint Agatha.

Source

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Πώς έγινα Ορθόδοξος -Tristram Engelhardt Καθηγητής Φιλοσοφίας και Ιατρικής



Στο Συνέδριο που διοργάνωσε στο Βουκουρέστι το Κέντρο Περίθαλψης και Φροντίδας συμμετείχε, όπως αναφέρθηκε και στο κύριο θέμα του τεύχους αυτού, και ο Καθηγητής Φιλοσοφίας και Ιατρικής Tristram Engelhardt. Ο κ. Engelhardt γεννήθηκε στο Τέξας των ΗΠΑ από Ρωμαιοκαθολικούς γονείς, αλλά ο ίδιος έγινε Ορθόδοξος σε ώριμη ηλικία, λαμβάνοντας το όνομα Herman (Γερμανός), από τον άγιο Γερμανό της Αλάσκας. Σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική και σήμερα είναι Καθηγητής των δύο αυτών επιστημών σε Πανεπιστημιακές Σχολές στο Χιούστον του Τέξας. Οι έρευνές του έχουν γίνει κυρίως στον τομέα της Βιοηθικής και η σημαντικότερη συμβολή του στην Ορθόδοξη ηθική είναι το βιβλίο του «Τα θεμέλια της Χριστιανικής Βιοηθικής».

Κατά την διάρκεια της συζητήσεως στο Συνέδριο στο Βουκουρέστι, του τέθηκε και η ερώτηση, πως έγινε ορθόδοξος. Η απάντησή του δημοσιεύεται κατωτέρω απομαγνητοφωνημένη από την απευθείας μετάφραση που έκανε ο κ. Αναστάσιος Φιλιππίδης.

Herman Τristram Engelhardt: Πως έγινα Ορθόδοξος

Πως έγινα Ορθόδοξος; Η απάντηση είναι: Μόνο μέσω της αγάπης του Θεού.

Μια φορά ήμουνα στο Άγιον Όρος κι ένας Μοναχός μου λέει: «Κοίτα τριγύρω σου όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η μετάνοια όλων αυτών των ανθρώπων είναι ένα θαύμα από το Θεό».

Είχα πολύ ευλαβείς Ρωμαιοκαθολικούς γονείς που με έστειλαν σε ένα πολύ καλό Ρωμαιοκαθολικό σχολείο, και στην Ε τάξη διάβαζα την ιστορία της Εκκλησίας και αντιλήφθηκα ότι την Εκκλησία των πρώτων 5 αιώνων δεν την είχα δη ποτέ. Και ρώτησα μια μοναχή: «Γιατί η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν είναι σαν την πρώϊμη Εκκλησία;», Η αδελφή με κοίταξε σαν να ήμουνα τρελλός. Και μια και ήμουνα Ε τάξη έμεινα ήσυχος.

Το Δημοτικό μου φαινόταν πολύ βαρετό, αλλά μου άρεζε η λειτουργία. Και ήμουνα παπαδάκι και μου άρεσε πολύ, και μια και ήμουνα τεμπέλης, όταν πήγαινα στο Ιερό δεν πήγαινα σχολείο. Μου άρεζε περισσότερο αυτό, παπαδάκι στην εκκλησία.

Στην 8η τάξη, το 1954, ο Ρωμαιοκαθολικός ιερέας μου είπε ότι ένας Ουνίτης επίσκοπος θα ερχόταν από την Παλαιστίνη και αυτός θα τελούσε τη λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Δεν την ήξερα και θα έπρεπε να την διαβάσω για να γίνω το παπαδάκι στην λειτουργία. Και αυτό έκανα. Αλλά δεν ήξερα ότι θα υπάρχη κι ένας Όρθρος πριν από αυτό, οπότε επί μιάμιση ώρα δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει. Και μετά αυτός ο ηλικιωμένος Επίσκοπος ήρθε στο μέρος μου και μου είπε: «Έλα εδώ, αυτό είναι για σένα. Όλος ο αληθινός Χριστιανισμός θα εξαφανισθή στη διάρκεια της ζωής σου από τη Δύση. Ο αληθινός Χριστιανισμός θα έρθη από την Ανατολή και αυτό θα είναι πολύ σημαντικό για σένα». Νόμιζα ότι είναι τρελλός. Του λέω: «Τι;» Και μου είπε: «Όλος ο Χριστιανισμός θα εξαλειφθή από την Δύση στην διάρκεια της ζωής σου. Ο αληθινός Χριστιανισμός θα έρθη ως φως από την Ανατολή». Ρώτησα το πατέρα μου: «Τι λέει αυτός; Είναι ένας τρελλός άνθρωπος από την Παλαιστίνη;». Και συνέχισα να ζω την ζωή μου.

Το 1984 κάποιος μου τηλεφώνησε από τον άνθρωπο που είχε έρθει δεύτερος στις τελευταίες εκλογές για Πάπας της Ρώμης. Εφόσον ήταν υποψήφιος για Πάπας έπρεπε να ξεκινήση νωρίς, όπως και ο υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ. Και μάζευε μια ομάδα διανοουμένων για να τον βοηθήσουν στην προεκλογική του εκστρατεία και μου ζήτησε να είμαι κι εγώ ένας από αυτούς. Και μου είπανε να πάω για έξι εβδομάδες στο Μιλάνο. Λέω δεν μπορώ να πάω για 6 εβδομάδες είμαι πολύ απασχολημένος. Τότε όμως η δεύτερη κόρη μου, η οποία αν μπορώ να το πω, είναι τρελλή μαζί μου, (η πρώτη είναι 38 χρονών και έχει 4 παιδιά), τα Χριστούγεννα μου λέει: «Μπορώ να έλθω εγώ μαζί σου στο Μιλάνο;». Και πως να πη ένας πατέρας όχι στην 14χρονη κόρη του, οπότε είπα: «Εντάξει». Αυτός στο τηλέφωνο μου είπε ότι θα πληρώση αυτός τα έξοδα. Και έτσι ασχολήθηκα πολύ με τον Μαρτίνι, αυτόν τον υποψήφιο. Και κατάλαβα για πρώτη φορά στην ζωή μου ότι όλος αυτός ο Χριστιανισμός στην Δύση ήταν μία δημιουργία των Γερμανών και λίγων Ελβετών, που είχαν κάνει την Μεταρρύθμιση.

Το 1988 προσκλήθηκα στο Ινστιτούτο Ανώτερων Σπουδών στο Βερολίνο και όταν προσκλήθηκα να μιλήσω εκεί αισθανόμουνα σαν πόρνη και καταλάβαινα ότι αυτό που κάνω είναι λάθος. Και προσευχόμουνα: «Θεέ μου, αν υπάρχη κάπου η αληθινή θρησκεία, δείξε την μου κι εγώ θα μεταστραφώ». Και για πρώτη φορά στην ζωή μου έχω αυτή την εμπειρία, υπήρχε στο μυαλό μου ένας φόβος που δεν τον είχα αισθανθή ποτέ πριν.

Μέσα σε μια βδομάδα, βλέπαμε διάφορες διαφημήσεις για ρεσιτάλ χριστιανικής μουσικής, πηγαίναμε σ’ αυτά. Εμείς είμαστε από τον Νότο που ήταν πολύ ζεστά και φοβόμασταν να μείνουμε Χριστούγεννα στο Βερολίνο, θα παγώσουμε. Και λέγαμε που να πάμε για να μην παγώσουμε τώρα στις διακοπές των Χριστουγέννων και κανόνισα να δώσω διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά. Και πήγαμε εκεί για Χριστούγεννα. Οπότε την ημέρα των Χριστουγέννων η γυναίκα μου είπε: Που να πάμε για λειτουργία. Και είπα ας πάμε στην ελληνική. Και πήγαμε στο Φανάρι. Ήταν η πρώτη ορθόδοξη λειτουργία που παρακολούθησα. Ήταν ο Πατριάρχης Δημήτριος. Η δεύτερη κόρη μου με άγγιξε και μου λέει: «Πατέρα αυτή είναι η αληθινή θρησκεία. Δεν είναι;». Και της είπα: «Φοβάμαι ότι έχεις δίκηο, διότι είναι πάρα πολύ φτωχή».

Και πήγαμε πίσω στο Τέξας και άρχισα να ρωτάω αν μπορή ένας Τεξανός να γίνη ορθόδοξος. Κάποιος εκεί που ήταν Βαπτιστής από το Τέξας μου είπε: «Αν μπορώ εγώ να γίνω, μπορείς κι εσύ να γίνης». Και έτσι με την υπομονή του Θεού έγινα πρώτα εγώ και μετά οι δύο κόρες μου. Και στην συνέχεια η σύζυγός μου, η οποία είναι Ιρλανδή, οι οποίοι είναι πολύ παθιασμένοι Βαπτιστές, και έχει δύο ιστορίες για την μεταστροφή της. Την μία ήταν που είπε: «Ευλόγησέ με, άγιε Πατρίκιε, επιστρέφω στο σπίτι» και το άλλο που έγραψε ήταν: «Από την Ρώμη στο σπίτι».

Αποτέλεσμα εικόνας για saint patrick orthodox

Ευχαριστώ το Θεό!–

Πηγή 

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Do not place your hand on God's wrath! (video)

(At Great Lavra shortly before the year 1300, during the [unionist] Latin Mass a black mist enveloped the entire monastery. Those monks of Lavra who took part in the Mass did not decay when they died, but rather became hideously blackened and bloated. They are entombed in the Cave of the Wicked Dead in the coastal cliff face in the area of the Romanian skete of the Holy Forerunner [Prodromou] on Mount Athos. This video tells of their apostasy and provides a stern warning against any union of the Orthodox with the unrepentant papists.)

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Η μεγάλη περιπέτεια κατά την αναζήτηση της Αλήθειας: Πώς η Γερμανίδα Ρωμαιοκαθολική Μοναχή Matthaia Osswald ανακάλυψε την πληρότητα της Αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία



H μεγάλη περιπέτεια κατά την αναζήτηση της αληθείας

 Νοέμβριος 2008

Από την Αδελφή Matthaia Osswald

Πώς η Γερμανίδα Ρωμαιοκαθολική Μοναχή Matthaia Osswald ανακάλυψε την πληρότητα της  Αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Παιδική ηλικία και εφηβεία

Γεννήθηκα το 1961 από προτεστάντες γονείς σε μία πόλη της νότιας Γερμανίας. Ζούσαμε σε ένα προάστιο, το οποίο ήταν παλαιότερα ένα αυτόνομο χωριό και αργότερα ενσωματώθηκε σε δήμο. Εκεί υπήρχε μόνο μία ρωμαιοκαθολική οικογένεια, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν προτεστάντες. Στο δημοτικό η κόρη αυτής της οικογένειας, την οποία εγώ συμπαθούσα πάρα πολύ, ήταν συμμαθήτριά μου. Θυμάμαι πολύ καλά ότι μου ήταν αυστηρά απαγορευμένο να την επισκέπτομαι, διότι μου έλεγαν πως αν το μάθαινε κανείς θα ήταν ντροπή για την οικογένειά μας. Τα επόμενα χρόνια υπήρξε μεγαλύτερη ανοχή ως προς το θέμα αυτό. Αν και η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν προτεστάντες, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου ο “καθολικός” πληθυσμός και δημιουργήθηκαν περισσότερες ρωμαιοκαθολικές εκκλησιαστικές κοινότητες στην πόλη.

Οι γονείς μου πίστευαν στο Θεό, αλλά δεν έκαναν πράξη αυτή τους την πίστη, δηλαδή δεν πηγαίναμε ποτέ τις Κυριακές στην εκκλησία, δεν προσευχόμασταν-τουλάχιστον όχι όλοι μαζί ούτε καν πριν από τα γεύματα-και το θέμα «Θεός» ήταν ανύπαρκτο στο σπίτι μας.

Όμως στο σπίτι των παππούδων μας έμενε μία μεγάλη, ευαγγελική αδελφή διακόνισσα, η οποία ήταν παλαιότερα νηπιαγωγός. Ήταν σαν ένα φως για μένα. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τους παππούδες μου, εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία να «εξαφανιστώ» και να επισκεφτώ αυτή την αδελφή. Μου διηγούταν συνεχώς για τον Ιησού, για τα θαύματα που έκανε, πώς την είχε βοηθήσει επανειλημμένως και ποικιλοτρόπως, για τον παράδεισο, τον ουρανό, τους αγγέλους και προσευχόταν μαζί μου. Ο χρόνος μαζί της κυλούσε πολύ γρήγορα! Ήμουν πάντα λυπημένη, κάθε φορά που άκουγα μια φωνή να μου λέει: «Μα πού είσαι πάλι; Έλα γρήγορα»! Οι παππούδες δεν έβλεπαν με καλό μάτι το γεγονός ότι περνούσα τόσο πολύ χρόνο με αυτή την «ευλαβή θεία».

Ένα βράδυ, όταν ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν πόσο φρικτά κουραστικό θα πρέπει να είναι για τον πατέρα Θεό το γεγονός ότι δεν μπορεί να ξεκουραστεί ποτέ. Πάντα θα έπρεπε να αγρυπνά πάνω από τους ανθρώπους και να προσέχει να μην τους συμβεί κανένα κακό. Εγώ Του πρότεινα όλες τις πιθανές λύσεις, όπως π.χ. το να εναλλάσσεται με τον Υιό Του ή με τους αγγέλους. Στο τέλος Του είπα ότι ήθελα τόσο πολύ να Τον βοηθήσω και ότι δε θα με πείραζε καθόλου πού και πού να μένω τις νύχτες ξάγρυπνη, αλλά αυτό πάλι δε θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Από τη μια ήταν πολύ παιδικό όλο αυτό το σκεπτικό μου, από την άλλη όμως το εννοούσα πραγματικά και ποτέ δεν το ξέχασα, αν και τα επόμενα χρόνια το λησμόνησα. Μετά άρχισαν τα σχολικά μου χρόνια. Ήμουν απασχολημένη με άλλα πράγματα.

Ναι μεν δεν αμφέβαλλα ποτέ για την ύπαρξη του Θεού, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για μένα και τη ζωή μου. Ήταν σαν δύο ξεχωριστά πράγματα που δεν είχαν καμία σχέση το ένα με το άλλο. Όλη η εφηβεία μου ήταν επηρεασμένη από το γεγονός ότι πάντα ήθελα να είμαι όπως οι άλλοι(κάτι που ποτέ μου δεν κατάφερα, αφού ήμουν πάντα στο περιθώριο, πράγμα που πρέπει να οφείλεται εν μέρει και στην άχαρη εξωτερική μου εμφάνιση). Δοκίμασα όλα όσα έκαναν και οι άλλοι, τσιγάρα, καπηλειά, μαριχουάνα, ροκ μουσική κλπ. Τότε ήμουν σε μία ομάδα, αλλά τον περισσότερο χρόνο καθόμουν μόνη σε μία γωνιά. Έτσι ποτέ δεν ενσωματώθηκα, παρόλο που προσπάθησα πολύ.


Συνεπαρμένη από θείο έρωτα

Όταν ήμουν δεκαεπτά ετών έγινε μία σημαντική αλλαγή στη ζωή μου. Πάντα είχα μεγάλη αγάπη για τη μουσική, έπαιζα κάποια όργανα και ήθελα αργότερα να σπουδάσω μουσική.

Κάποιος έδωσε στη μαμά μου δύο εισιτήρια για μία συναυλία. Επρόκειτο για το “Κατά Ματθαίον Πάθη” του Joh. Seb. Bach, που είναι τα πάθη του Χριστού κατά το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Η συναυλία θα λάμβανε χώρα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Οι προτεστάντες δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη θεία λειτουργία τη Μεγάλη εβδομάδα, γι` αυτό συχνά πραγματοποιούνται οι λεγόμενες «θρησκευτικές συναυλίες» τις οποίες παρακολουθεί κανείς για περισυλλογή και εσωτερική ηρεμία. Η συναυλία διήρκησε τρεισήμισι ώρες. Βασικά δεν μπορώ να περιγράψω τι συνέβη μέσα μου. Το άγιο ευαγγέλιο σε συνδυασμό με αυτή τη συναρπαστική μουσική με άγγιξε βαθύτατα και συγκλόνισε την καρδιά μου (Κάτι παρόμοιο διάβασα-παρεμπιπτόντως-στη βιογραφία του πατέρα Σεραφείμ Ρόουζ). Ήμουν συνεπαρμένη και εντυπωσιασμένη από την αγάπη του Ιησού Χριστού, ο οποίος υπέκυψε για εμάς και για τις αμαρτίες μας στο Σταυρό. Αυτή η αγάπη έγινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή πραγματικότητα για εμένα και με γέμιζε ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω για πόση ώρα καθόμουν μόνη στην εκκλησία και έκλαιγα. Ήξερα μόνο ένα πράγμα, ότι ήθελα να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη. Αυτό ήταν ξεκάθαρο στην καρδιά μου. Αργότερα αναρωτιόμουν συχνά για ποιο λόγο είπα «Θέλω να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη» και όχι «Θέλω να δώσω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη». Δεν το καταλάβαινα, αλλά φαινόταν να έχει κάποια σημασία. Από εκείνη τη μέρα άλλαξε η ζωή μου. Την επόμενη μέρα αγόρασα μία Βίβλο. Κρέμασα ένα σταυρό στο δωμάτιό μου και, αντί να πηγαίνω τα βράδια στα καπηλειά, διάβαζα την Αγία Γραφή και προσευχόμουν. Μετά πήρα την απόφαση να σπουδάσω εκκλησιαστική μουσική. Σκεφτόμουν πως, αφού ο Θεός με άγγιξε τόσο με αυτό τον τρόπο και μου χάρισε ένα ταλέντο, τότε θέλω να βοηθήσω να μπορέσουν και άλλοι άνθρωποι να αποκτήσουν παρόμοια εμπειρία. Έγινα μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας της πόλης μας και άρχισα να παρακολουθώ ένα τμήμα της εκκλησιαστικής μουσικής και μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου. Έτσι άλλαξε και το φιλικό μου περιβάλλον. Τα επόμενα τρία χρόνια τα αφιέρωσα τελείως στην εκκλησιαστική μουσική, στις νέες γνωριμίες, στην Αγία Γραφή και παράλληλα και στο σχολείο.

Προτεσταντισμός ή ρωμαιοκαθολική “εκκλησία”
Μία φίλη έπαιζε προσωρινά εκκλησιαστικό όργανο σε μία “καθολική” εκκλησιαστική κοινότητα της πόλης μας. Κάποιο Σάββατο βράδυ συνεννοηθήκαμε να την περιμένω έξω από την εκκλησία για να βγούμε μαζί. Κατά λάθος πήγα μία ώρα νωρίτερα και έτσι αποφάσισα να πάω μαζί της στον εξώστη και να παρακολουθήσω τη θεία λειτουργία «αφ’ υψηλού», αντί να περιμένω έξω από την εκκλησία. Κατά κάποιον τρόπο ήταν διαφορετική από τη θεία λειτουργία που γνώρισα στην ευαγγελική εκκλησία. Ήταν κάπως πιο υπερβατικά και μου έκανε καλή εντύπωση. Από τότε δεν μπορούσα να ησυχάσω και ήθελα να ανακαλύψω τι ήταν αυτό το διαφορετικό που με συγκίνησε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα επισκεπτόμουν τα βράδια του Σαββάτου τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και παρακολουθούσα την απογευματινή ακολουθία των καθολικών, ενώ τα πρωινά της Κυριακής παρακολουθούσα τη θεία λειτουργία της ευαγγελικής εκκλησίας. Το πρώτο με έλκυε όλο και περισσότερο. Στην ευαγγελική “εκκλησία” μου έλειπε η υπερβατικότητα, φαινόταν σαν να πρόκειται για ένα ανθρώπινο σχήμα, όπου τους ανθρώπους τους συνδέει ένα κοινό ενδιαφέρον, δηλαδή ο Θεός. Στη ρωμαιοκαθολική “εκκλησία” ένιωθα κάτι σαν μία υπέρβαση. Τους ανθρώπους τους ένωνε κάτι το οποίο τους υπερβαίνει και είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει σε ένα σύλλογο ή σε μία κοινότητα με κοινά ενδιαφέροντα. Ιδιαιτέρως μου άρεσε η θεία Ευχαριστία σε αντίθεση με την μετάληψη της ευαγγελικής εκκλησίας, η οποία ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για εμένα. Μιλούσα συχνά με τον ιερέα της κοινότητας ο οποίος διακατεχόταν από σύγχρονες απόψεις. Ως προτεστάντισσα είχα φυσικά σοβαρά προβλήματα με τον παπισμό! Αλλά για τον ιερέα αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Ή καλύτερα να πω ότι ήταν πρόβλημα, αλλά το είχε λύσει με τον τρόπο του, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το είχε ακούσει και στις διαλέξεις από τον καθηγητή του πανεπιστημίου. (Τα επόμενα χρόνια αφαιρέθηκε από τον καθηγητή του η άδεια διδασκαλίας στη Ρώμη).Ο καθηγητής έλεγε: «Ο πάπας είναι στη Ρώμη και εμείς είμαστε εδώ. Τι γνωρίζει για εμάς; Ας ασχοληθεί εκείνος με την εκκλησία της Ρώμης κι εμείς εδώ με τη δική μας». (Αυτή η άποψη φυσικά κάθε άλλο παρά ρωμαιοκαθολική ήταν και άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο τη δεκαετία του `80.)

Αυτό που τελικά με ώθησε στο να γίνω ρωμαιοκαθολική ήταν η εμπειρία αυτής της υπέρβασης και προπάντων η ευχαριστία, δηλ. η πίστη ότι κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας μεταβάλλονται ο άρτος και ο οίνος πράγματι σε σώμα και αίμα Χριστού, ότι δηλαδή όλο αυτό ήταν μία πραγματικότητα και όχι κάτι το συμβολικό. Ένας άλλος λόγος ήταν η λειτουργία , διότι στην ευαγγελική “εκκλησία” δεν υπήρχε λειτουργία υπό αυτή την έννοια. Η θεία λειτουργία αποτελείται μόνο από το ανάγνωσμα της Αγίας Γραφής, ένα μεγάλο κήρυγμα και πολλά τραγούδια και περίπου μία φορά το μήνα από τη λεγόμενη «θεία κοινωνία» αμέσως μετά τη λειτουργία. Τον Οκτώβριο του 1982 έγινα λοιπόν ρωμαιοκαθολική. Αναλογιζόμενη σήμερα τον τρόπο με τον οποίο έγινε όλο αυτό κουνάω το κεφάλι μου, γιατί ήμουν τυφλή. Είχαμε αποφασίσει να γιορτάσουμε με μία “λειτουργία” στο σπίτι (Hausmesse), μέσα σε οικογενειακή ατμόσφαιρα. Η γιορτή δεν έλαβε χώρα στην εκκλησία, αλλά στο σαλόνι του σπιτιού του ιερέα. Μπορούσα να επιλέξω η ίδια το ανάγνωσμα του ευαγγελίου και, αντί για ένα κήρυγμα, ανταλλάξαμε όλοι μαζί κηρύγματα-σύμφωνα με τα εδάφια του ευαγγελίου που είχαμε επιλέξει-ενώ καθόμασταν στον καναπέ. Αυτό ονομαζόταν λειτουργία του λόγου. Για τη γιορτή της ευχαριστίας καθόμασταν όλοι μαζί γύρω από την τραπεζαρία η οποία χρησίμευε ως Αγία Τράπεζα. Ναι μεν έπρεπε να πω μαζί με τους υπόλοιπους το σύμβολο της πίστεως, αλλά κανείς δε μου ζήτησε να ομολογήσω το εξής: «Πιστεύω και ομολογώ όλα όσα πιστεύει, διδάσκει και διακηρύττει η αγία καθολική εκκλησία ». (Αυτό το αντιλήφθηκα μετά από 24 χρόνια, όταν κάποιος μου είπε «Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις την εκκλησία μας έτσι απλά, αφού έκανες αυτήν την ομολογία»).

Έτσι λοιπόν έγινα  ρωμαιοκαθολική. Και τώρα; Η εκκλησιαστική μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στην ευαγγελική εκκλησία, στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία όμως είναι δευτερεύουσα. Επιπλέον η εκκλησιαστική μουσική εδώ δε μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Δημιουργήθηκε με ταχείς διαδικασίες μετά τη Β` σύνοδο του Βατικανού, όταν επιτράπηκε η τέλεση της λειτουργίας στην εκάστοτε γλώσσα της χώρας, και δεν είχε καμία παράδοση. Εκτός από αυτό σκεφτόμουν πως έπρεπε κάπως να δραστηριοποιηθώ σε μία κοινότητα και, επειδή ως γυναίκα δεν μπορούσα να γίνω ιερέας, αποφάσισα να σπουδάσω θεολογία, για να γίνω ιεροκήρυκας. Συνέχιζα να μελετώ πολύ την Αγία Γραφή και πιο πολύ από όλα με άγγιζαν βαθύτατα οι ονομαζόμενες παραβολές. Με άγγιζε κάθε φορά που έλεγε ο Ιησούς στον πλούσιο νεανία: «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι.»(Ματθ.ιθ.21).Σε κάποιον άλλον είπε: «Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς »(Ματθ.η.22) ή «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ` άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού»(Λουκ.θ.62). Με άγγιζε και με πονούσε. Ήθελα να κάνω την πίστη μου επάγγελμα και το βασικότερο πράγμα στη ζωή μου. Αλλά με ποιον τρόπο; Μήπως έπρεπε να φύγω από το σπίτι μου χωρίς μία δραχμή, χωρίς δεύτερο πανωφόρι, χωρίς τίποτα και απλά να αναχωρήσω, έτσι όπως λέει το ευαγγέλιο; Αλλά προς τα πού;

Στην αναζήτηση για το δικό μου μοναστήρι

Πριν από την έναρξη των βασικών σπουδών μου έπρεπε πρώτα να παρακολουθήσω για ένα χρόνο κάποια μαθήματα για την εκμάθηση της λατινικής γλώσσας και της ελληνικής γλώσσας της Βίβλου. Αυτό το διάστημα συνέβη πάλι ένα γεγονός, που μου έδειξε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσω. Καθώς ξεφύλλιζα μία μέρα ένα περιοδικό στην αίθουσα αναμονής ενός γιατρού, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για ένα μοναστήρι των Βενεδικτίνων. Αυτό με ενδιέφερε! Ίσως να ήταν αυτή η απάντηση για την υπαρξιακή μου απορία. Ήμουν πεπεισμένη ότι υπήρχαν μοναστήρια μόνο στο μεσαίωνα. Όπως είπα, έμενα σε μία ευαγγελική περιοχή, στην οποία δεν υπήρχαν μοναστήρια. Την επόμενη μέρα πήρα αμέσως τηλέφωνο, για να ρωτήσω, μήπως μπορούσα κάποια στιγμή να τους επισκεφτώ. Η απάντηση ήταν θετική και επί  εβδομάδες χαιρόμουν για τις ερχόμενες διακοπές που θα περνούσα εκεί. Ήμουν βαθύτατα εντυπωσιασμένη με την ησυχία, τις ακολουθίες ωρών-κατά τις οποίες οι αδελφές συγκεντρώνονταν κάθε τρεις ώρες στην εκκλησία-, με τη χειρωνακτική εργασία, τους ίδιους καθημερινούς ρυθμούς, κατά τους οποίους μπορούσε να αναπαυθεί η ψυχή. Παρ’ όλο που όλα αυτά μου άρεσαν, κάτι μου έλειπε και εκεί.

Έμαθα ότι υπήρχαν διάφορα τάγματα, με διαφορετικούς κανονισμούς και διαφορετικό πνεύμα. Γνώρισα τις Φραγκισκανές μοναχές, το κάρμελ και μερικά άλλα. Παντού μου άρεσε κάτι, αλλά πάντα κάτι μου έλειπε, όμως τι; (Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα την έπαιρνα πολλά χρόνια αργότερα). Πάντως είχα ξεκαθαρίσει πλέον μέσα μου ότι σε κάθε περίπτωση ήθελα να αφιερώσω τη ζωή μου στο Θεό και να γίνω μοναχή. Στην προσευχή μου ρωτούσα το Θεό συνεχώς πού με ήθελε, σε ποιο από όλα αυτά τα τάγματα και τις κοινότητες. Κατά την αναζήτησή μου ήλθα σε επαφή και με τη λεγόμενη χαρισματική κοινότητα.

Όμως ένιωθα λίγο άβολα με όλα αυτά. Όλοι έψελναν σε «γλώσσες», κάποιοι μιλούσαν προφητικά, όλα ήταν τελείως συναισθηματικά και για άλλη μια φορά ένιωθα ξένη. Αυτό δεν μπορούσα βέβαια να το εκδηλώσω, διότι αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήμουν φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα και ότι κρατούσα την καρδιά μου κλειστή.

Εκείνο το διάστημα έκανα μία επίσκεψη σε μία από τις καινούργιες πνευματικές κοινότητες. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του `80 και αποτελούνταν από άγαμους άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι μετά από μία μεγάλη περίοδο δοκιμής (Noviziat) έπαιρναν όρκο και υπόσχονταν ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή. Στα μέλη συμπεριλαμβάνονταν όμως και οικογένειες με παιδιά. Τα ζευγάρια υπόσχονταν ακτημοσύνη και συζυγική αγνότητα. Αν το δει κανείς επιφανειακά τίποτα δε με συγκίνησε εκεί κατά την πρώτη μου επίσκεψη, μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Κάποιος επισκέπτης ρώτησε στα πλαίσια μιας συνομιλίας ποιοι ήταν οι όροι για την είσοδο στην κοινότητα, οπότε απάντησε ο ιδρυτής και υπεύθυνος της κοινότητας το εξής: «Όροι; Ένας και μοναδικός υπάρχει. Όποιος θέλει να μπει εδώ μέσα, πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο»! Αυτό ήταν! Όταν επέστρεψα το βράδυ στο σπίτι μου δε γνώριζα περισσότερα από πριν. Μόνο εκείνη η μία πρόταση δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό μου.

Εκείνο το καλοκαίρι με προσκάλεσε ένας καλός φίλος στη Γαλλία, σε μία μεγάλη συνάντηση με διάφορες νέες καθολικές πνευματικές κοινότητες. Η ποικιλία, οι ψαλμοί, οι ισραηλινοί παραδοσιακοί χοροί, η ακολουθία των ωρών, η ευχαριστιακή λατρεία στην ησυχία. Αυτά με άγγιζαν και πίστεψα ότι επιτέλους είχα φτάσει στον προορισμό μου. Ήθελα να μπω σε αυτή την κοινότητα και να γίνω μοναχή. Επέστρεψα στη Γερμανία, έδωσα το φθινόπωρο τελικές εξετάσεις για τα θεολογικά μαθήματα που παρακολούθησα και αγόρασα ένα εισιτήριο για τη Γαλλία με τα τελευταία 300 μάρκα που μου είχε δώσει ένας φίλος μου, με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Ο άνθρωπος κάνει σχέδια και ο Θεός ορίζει. Μετά από δύο εβδομάδες έμαθα ότι όλα τα σπίτια της κοινότητας θα παρέμειναν κλειστά για τους επισκέπτες. Τι φρίκη! Και τώρα; Καθόλου χρήματα, καμία προοπτική, τι κάνω; Δόξα τω Θεώ έγινε τελευταία στιγμή μια αλλαγή. Ένα από τα σπίτια της κοινότητας πρόσφερε για το διάστημα των Χριστουγέννων ένα πρόγραμμα πνευματικών ασκήσεων και παρέμεινε ανοιχτό. Μόλις που έφταναν τα χρήματά μου για αυτό το πράγμα. Μετά από μία εβδομάδα βρισκόμουν πάλι στην ίδια κατάσταση. Όμως μία γυναίκα, η οποία επίσης συμμετείχε στο πρόγραμμα των πνευματικών ασκήσεων, με προσκάλεσε να κάνουμε μαζί μία προσκυνηματική εκδρομή. Αμέσως μετά μου έδωσε λίγα χρήματα και μου πλήρωσε το εισιτήριο του τρένου για το λεγόμενο Mutterhaus (το κυρίως μοναστήρι) σε ένα άλλο μέρος της Γαλλίας. Εκεί πέρασα άλλη μία εβδομάδα και ήμουν όλο προσμονή να μπορέσω επιτέλους να μιλήσω με τον ιδρυτή της κοινότητας και να μου επιτρέψει να εισέλθω σε αυτήν. Έμεινα εκεί για μία εβδομάδα, αλλά στο τέλος αυτής δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρο σε εκείνον ότι ο Θεός με προόριζε για εκείνη την κοινότητα. Στη διάρκεια ενός εσπερινού προσευχήθηκε για εμένα και αφού με ακούμπησε με τα χέρια του μου φανέρωσε την εντολή που δέχτηκε: «Οι δικοί μου δρόμοι δεν είναι και δικοί σου. Θα σου δείξω έναν άλλο δρόμο τον οποίο τώρα δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις. Αλλά απαιτώ από εσένα απόλυτη διαθεσιμότητα».

Με αυτά τα λόγια λοιπόν εκδιώχτηκα για άλλη μια φορά. Και τώρα προς τα πού; Ήμουν πραγματικά απογοητευμένη. Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει μία εξήγηση για αυτά τα λόγια ή μία προοπτική. Μα ήθελα μόνο ένα πράγμα: Να ακολουθήσω τον Ιησού Χριστό, να του αφιερώσω τη ζωή μου. Ήταν φρικτό. Εκτός από την απογοήτευσή μου, μου δημιουργήθηκε και μία εσωτερική αμφισβήτηση, ότι δηλ. ο Θεός είτε δε με ήθελε είτε εγώ ήμουν τόσο χαζή, ώστε να μην μπορώ να βρω τη θέση μου, ή καλύτερα τη θέση στην οποία Εκείνος με προόριζε. Πάλι με λυπήθηκε κάποιος και μου έδωσε τα χρήματα για την επιστροφή μου στο σπίτι. Είχα φύγει από το σπίτι με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ και τώρα, λίγες εβδομάδες αργότερα, βρισκόμουν πάλι εντελώς απροειδοποίητα μπροστά από το σπίτι των γονιών μου (πριν από αυτό είχα κάνει για μία εβδομάδα μία ενδιάμεση στάση σε ένα μοναστήρι στη Γαλλία, για να σιωπήσω και να ηρεμήσει η ψυχή μου. Το πρώτο το κατάφερα, το δεύτερο όχι). Οι γονείς μου φυσικά χάρηκαν που ξαναγύρισα, όμως εγώ ήμουν τελείως αποπροσανατολισμένη. Τις επόμενες δύο εβδομάδες τις πέρασα ζώντας σχεδόν αποκλειστικά στην αφάνεια και προσευχόμενη στο δωμάτιό μου. Ταυτόχρονα αντηχούσε μέσα μου συνεχώς εκείνη η πρόταση: Όποιος θέλει να μπει εδώ πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Γινόταν μία μάχη μέσα μου. Από τη μια δε με προσέλκυε τίποτα εκεί, η ακτημοσύνη, οι περίεργες γενειοφόρες μορφές με τα παλιά ράσα, καθόλου ρεύμα, καθόλου τρεχούμενο νερό, πρωτόγονη τουαλέτα, κανένα ιδιωτικό χώρο και πολλά άλλα. Όμως εκείνη η πρόταση δε με άφηνε πια σε ησυχία. Όλο αυτό ήταν βασικά αυτό που ήθελα, αυτό που έψαχνα μέσα μου από τότε που προσηλυτίστηκα, αυτή η πλήρης αφιέρωση στο Χριστό, χωρίς να ψάχνει κανείς τίποτα πια για τον εαυτό του, να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Λοιπόν, ήθελα να το διακινδυνεύσω. Ήταν Παρασκευή απόγευμα, αποφάσισα αμέσως να τηλεφωνήσω και να ρωτήσω αν μπορούσα να πάω για το Σαββατοκύριακο. Αν η απάντηση ήταν αρνητική, τότε θα έκλεινα αυτό το κεφάλαιο και δε θα το ξανάνοιγα ποτέ(κρυφά μέσα μου το ήλπιζα αυτό κατά κάποιο τρόπο). Η απάντηση ήταν θετική. Εντάξει λοιπόν. Την επόμενη μέρα πήγα εκεί και αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Τα εξωτερικά πράγματα δε με απωθούσαν πια τόσο πολύ και είχα μία μεγάλη συζήτηση με τον ιδρυτή που αφορούσε την εσωτερική μου αναζήτηση και τους περασμένους μήνες. Μου πρότεινε να παραμείνω στην κοινότητα για τέσσερις μήνες, μέχρι τις 15 Αυγούστου, για να μπορέσω με ηρεμία και προσευχή να ρωτήσω το Θεό για τον προορισμό μου.

Μετά από τρεις εβδομάδες είχα την εντύπωση ότι εκεί βρήκα τη θέση μου. Πιο πολύ από όλα αγαπούσα την ησυχία και τη νοερά προσευχή, αλλά μάθαινα να αγαπώ όλο και περισσότερο και την απλότητα και την αμεσότητα της ζωής και δεν ήθελα να την ανταλλάξω με μία άνετη ζωή. Εδώ έμαθα τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και από μία εντελώς διαφορετική πλευρά. Αν και είχα γίνει καθολική σε ένα δήμο, ο οποίος διακατεχόταν από ακραίο μοντερνισμό, τώρα βρισκόμουν σε μία κοινότητα, όπου την αγάπη για τον πάπα και την υπακοή σε αυτόν την έγραφαν με κεφαλαία γράμματα. Ακολουθούσε κανείς με ζήλο και κατευθυνόταν σύμφωνα με ό,τι έλεγε και έπραττε εκείνος. Αυτό μου φαινόταν αρκετά δύσκολο και ένιωθα πάντα σαν μία ανυπότακτη, που συμμετείχε σε όλα αυτά με το ζόρι. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να αλλάξει αυτή η τοποθέτησή μου στο θέμα αυτό.

Ένα χρόνο αργότερα άρχισε για μένα η περίοδος δοκιμασίας (Noviziat). Ένα χρόνο μετά από αυτό, έδωσα τις πρώτες υποσχέσεις για τρία χρόνια. Μετά ακολούθησαν και οι ονομαζόμενες προσωρινές υποσχέσεις (για ορισμένο χρονικό διάστημα) και οι υποσχέσεις αφιερώσεως για όλη μου τη ζωή. Ωστόσο βρισκόμουν σε μεγάλη ψυχική κρίση και ήμουν αμφιταλαντευόμενη, γεμάτη αβεβαιότητα. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά είναι εσωτερικές αμφιβολίες, κακές σκέψεις και συναισθήματα που δεν πρέπει να επιτρέψει κανείς και έτσι έκρυψα εσωτερικά όλο αυτό το «ψυχικό χάος» και έδωσα τις υποσχέσεις. Η ανεμοθύελλα κόπασε κάπως, αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω πραγματικά. Αυτό μπορεί να ήταν και συμπτωματικό για την πορεία μου. Όπως ήδη ανέφερα, με έλκυαν στα διάφορα τάγματα και στις κοινότητες πολλά πράγματα, όμως πάντα κάτι, το οποίο εκείνη τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα να ονομάσω, μου έλειπε. Σε αυτήν την κοινότητα ήταν όλα πιο εκλεπτυσμένα, ναι μεν δε μου έλειπε τίποτε πια, αλλά την πραγματική εσωτερική ηρεμία δεν τη βρήκα ούτε εδώ και δεν ένιωθα ότι έφτασα στον προορισμό μου. Εκείνους τους λογισμούς και την ακαθόριστη νοσταλγία που έβγαιναν συνεχώς από μέσα μου, εγώ πίστευα ότι έπρεπε να πολεμήσω με πνευματικό αγώνα και ότι είναι εκ του πονηρού και για αυτό το λόγο δε θα έπρεπε να επιτρέψω σε καμία περίπτωση τέτοιους λογισμούς και συναισθήματα. Σκεφτόμουν ότι την πραγματική ειρήνη και το συναίσθημα μπορεί κανείς να τα πετύχει μόνο στον τελικό προορισμό του, δηλαδή να τα βιώσει μόνο στον ουρανό. Επίσης σκεφτόμουν ότι  ο καθένας σε αυτήν τη ζωή είναι καθοδόν και ότι στην επίγεια ζωή μένει πάντα μία εσωτερική ανησυχία και μια σιωπηρή θλίψη.

Δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι θα εγκατέλειπα ποτέ αυτήν την κοινότητα. Με εξαίρεση κάποιες κρίσεις, τις οποίες όμως ο καθένας που ακολουθεί αυτό το δρόμο σίγουρα θα βιώνει, ήμουν χαρούμενη και ευτυχισμένη εκεί. Αγαπούσα τον πνευματικό μου, τον ιδρυτή της κοινότητας και τις αδελφές. Επίσης τις διάφορες διακονίες που μου ανέθεταν τις έκανα ευχαρίστως. Για να μην παρεξηγηθώ: Ακόμη και σήμερα δεν τους απεχθάνομαι. Εκτιμώ την καλή θέλησή τους, το ζήλο, την προθυμία για την πλήρη αφιέρωσή τους. Εκεί έμαθα πολλά πράγματα, για τα οποία ακόμη και σήμερα τους είμαι ευγνώμων. Παρ` όλα αυτά εγκατέλειψα την κοινότητα μετά από 21 χρόνια. Γιατί;

Ενώ στην αρχή διακατεχόμουν από μοντερνισμό, οι εξελίξεις στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία με έβαλαν με την πάροδο του χρόνου σε όλο και περισσότερες σκέψεις: όλες οι πιθανές θεωρίες, τα νέα θεολογικά ρεύματα, τα οποία υποστήριζαν ότι το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί όλο και βαθύτερα στην αλήθεια, οι πολλές αποχωρήσεις από την εκκλησία, η έλλειψη ιερέων και η έλλειψη νέων μοναχών. Επειδή οι έφηβοι δεν πήγαιναν πια στην εκκλησία, προσπαθούσαν να το αποτρέψουν με το να πειραματίζονται με διάφορους τρόπους για να τους ξανακερδίσουν: Ροκ μουσική στη λειτουργία, ντίσκο, μεσολάβηση μέσω SMS, λειτουργίες όπου οι έφηβοι πήγαιναν με Skateboard και πατίνια στην εκκλησία και άλλα παρόμοια. Είχα την εντύπωση πως καθετί ιερό πουλιόταν και προσαρμοζόταν, μόνο και μόνο για να το παρουσιάσουν στους ανθρώπους με τον πιο ελκυστικό τρόπο. Έπεφτα σε όλο και μεγαλύτερο δίλημμα. Από τη μια γινόμουν όλο και πιο συντηρητική, διότι ήμουν πεπεισμένη πως οτιδήποτε ιερό οφείλει κανείς να το διατηρήσει ιερό. Από την άλλη η κοινότητά μας ήταν οικουμενική.

Εμπνευσμένοι από τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β`, ο οποίος άρχισε να προσεύχεται μαζί με τους εκπροσώπους των διφορων θρησκειών, γράφτηκε και στη δική μας κοινότητα ο διάλογος με τις θρησκείες με κεφαλαία γράμματα. Ήμασταν ανοιχτοί σε άλλα θρησκεύματα, σε άλλες θρησκείες και πνευματικά ρεύματα -φυσικά με την ελπίδα να τους προσηλυτίσουμε στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Ένας τρόπος έκφρασης αυτών ήταν η μουσική. Για παράδειγμα διαλογιζόμασταν με ειδικούς ψαλμούς που έμοιαζαν με το ινδουιστικό μάντρα (ινδουιστική προσευχή), μόνο που λέγαμε π.χ. το όνομα «Jeschuah» για να έρθουμε σε εσωτερική συγκέντρωση και ηρεμία. Κατά την ώρα των προσευχών μας ενσωματώσαμε όμως και ορθόδοξα στοιχεία, έτσι ψέλναμε π.χ. το Σάββατο βράδυ αποσπάσματα του ορθόδοξου εσπερινού σε γερμανική γλώσσα με ρωσικές μελωδίες και άλλους ορθόδοξους ψαλμούς.

Ένα από τα κύρια καθήκοντά μου στην κοινότητα ήταν η λειτουργία.

Η συνάντηση με την ορθοδοξία – ο δρόμος για το σπίτι

Το 2005 η κοινότητα γιόρτασε τα 25 χρόνια της ύπαρξής της. Με αυτή την αφορμή επιτρεπόταν σε όλα τα μέλη της κοινότητας, που δεν είχαν πάει ακόμη στα Ιεροσόλυμα, να κάνουν μία προσκυνηματική εκδρομή. Φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα τρεις εβδομάδες πριν από το ορθόδοξο Πάσχα. Μια που ο διάλογος αποτελούσε ένα σημαντικό στοιχείο στην κοινότητά μας, συμμετείχαμε και σε λειτουργίες διάφορων θρησκευμάτων. Πήγαμε στην αρμένικη εκκλησία, στους κόπτες, στους Φραγκισκανούς, στις ρωσο-ορθόδοξες αδελφές στο μοναστήρι της Μαγδαληνής στο Όρος των Ελαιών και στην ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Η ποικιλία των θρησκευμάτων στα Ιεροσόλυμα ήταν εντυπωσιακή και παντού μπορούσε κανείς να ανακαλύψει κάτι.

Την πρώτη ελληνορθόδοξη λειτουργία τη βίωσα το Πάσχα στο Ναό της Αναστάσεως. Αυτό ήταν το καθοριστικό βίωμα. Μου είναι δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς βίωσα εκεί. Νόμιζα ότι ήμουν στον ουρανό ή ότι ο ουρανός είχε κατέβει κάτω στη γη. Τότε δε γνώριζα ακόμη τι είναι το Χερουβικόν, όμως όταν το άκουσα για πρώτη φορά, ένιωσα μία τόσο βαθιά αυτοσυγκέντρωση και σκέφτηκα πως αυτή τη στιγμή οι άγγελοι ψέλνουν μαζί με τους ανθρώπους (αργότερα έμαθα ότι το ίδιο ένιωσαν και οι δύο πρεσβευτές του Ρώσου τσάρου, όταν βίωσαν για πρώτη φορά τη λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη). Το βαθύτερο βίωμα ήταν μία εσωτερική γνώση, μία βεβαιότητα: ΤΩΡΑ ΕΦΤΑΣΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ! Αυτή σαν να ήταν η απάντηση στην εσωτερική μου ανησυχία. Αυτό ήταν που μου έλειπε ακόμη. Όπως είπα προηγουμένως, ήταν ένα εσωτερικό βίωμα. Τότε δε γνώριζα ακόμη πολλά για την ιστορία της εκκλησίας, το Filioque, το σχίσμα κλπ.

Αυτή τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα και δεν ήθελα ακόμη να έρθω σε ρήξη με τον ιδρυτή της κοινότητάς μας. Πρώτα ήθελα να γνωρίσω την ορθόδοξη εκκλησία πιο βαθιά. Αυτό αρχικά θα μπορούσε να συμβεί μόνο στη λειτουργία. Ποια θα ήταν όμως η συνέχεια; Μετά τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος θα έπρεπε όλοι να αναχωρήσουμε. Και μετά…

Δόξα τω Θεώ όρισε το δρόμο μου η θεία πρόνοια!

Όπως ανέφερα προηγουμένως, το δικό μου καθήκον ήταν η λειτουργία. Έτσι στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος πήρα από τον ιδρυτή της κοινότητας την εντολή να παραμείνω, μαζί με μία άλλη αδελφή, για ένα χρόνο στα Ιεροσόλυμα και να μελετήσουμε τις διάφορες λειτουργίες. Έπρεπε να κινηθώ όπως οι μέλισσες και να μαζέψω το μέλι, δηλ. έπρεπε κάθε Κυριακή να επισκέπτομαι μία διαφορετική λειτουργία, να μαθαίνω ψαλμούς, να γράφω νότες και να βλέπω τι από αυτά θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε στη δική μας λειτουργία. Ήταν ένα καθήκον για την ένωση των εκκλησιών. Έτσι επισκεπτόμουν εναλλάξ τους Αρμένιους, τις ρωσο-ορθόδοξες αδελφές στο Όρος των Ελαιών και την ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Εκτός από αυτά έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να τελούμε τη θεία λειτουργία σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό και με τη συνοδεία ενός καθολικού ιερέα, με σκοπό να προσευχηθούμε για την ενότητα.

Κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου των λειτουργιών περίμενα πάντα την επόμενη ελληνική λειτουργία. Δόξα το Θεό ήταν εκείνο το χρονικό διάστημα ένας νεαρός ορθόδοξος διάκονος φρουρός στο Γολγοθά, ο οποίος μιλούσε πολύ καλά αγγλικά και ήταν πολύ ανοιχτός. Μπορούσα να του κάνω ερωτήσεις σχετικά με τη λειτουργία, να μάθω μερικούς ψαλμούς και να ανταλλάξουμε απόψεις σχετικά με τις διαφορές της ορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Πραγματικά του χρωστάω πάρα πάρα πολλά! Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις μου με ατέλειωτη υπομονή και προπάντων δεν με επηρέασε ποτέ, πράγμα που ήταν πολύ σημαντικό για εμένα. Διότι αργότερα, στην αντιπαράθεση με τη «δική» μου κοινότητα, μου έλεγαν συνεχώς ότι με επηρέασαν οι ορθόδοξοι. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά πιέστηκα, προσπαθούσαν διαρκώς να με πείσουν ότι εδώ ήταν η πληρότητα της αλήθειας, ότι δεν μπορούσε κανείς να παραμελήσει την υπεροχή του πάπα κλπ. Από την ορθόδοξη πλευρά έπαιρνα μόνο απαντήσεις στις ερωτήσεις μου και πληροφορίες. Φυσικά όλοι ομολογούσαν ότι ήταν πεπεισμένοι πως η ορθόδοξη εκκλησία είναι η πραγματική εκκλησία του Χριστού, αλλά ποτέ κανείς δε με πίεσε να γίνω ορθόδοξη! *

Έτσι πέρασαν οι τρεις πρώτοι μήνες με τις λειτουργίες, τη μελέτη και τις ανταλλαγές απόψεων. Ήταν μία όμορφη, εντατική αλλά και πολύ δύσκολη περίοδος για μένα, διότι δεν έπρεπε να φανερώσω ότι μέσα μου μεγάλωνε όλο και περισσότερο η έλξη προς την ορθοδοξία, διαφορετικά σίγουρα θα απαιτούσαν να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία! Μετά από αυτούς τους τρεις μήνες παρουσιάστηκε και ένα άλλο πρόβλημα. Οι βίζες μας είχαν λήξει και έπρεπε είτε να τις ανανεώσουμε είτε να επιστρέψουμε στη Γερμανία και να ξαναέρθουμε. Το τελευταίο το φοβόμουν πολύ, διότι ήμουν σίγουρη ότι ο πνευματικός μου θα αντιλαμβανόταν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Ένας γνωστός ορθόδοξος ιερέας με συμβούλεψε να απευθυνθώ σε έναν ορθόδοξο επίσκοπο, μήπως μπορούσε εκείνος να με βοηθήσει στην υπόθεση με τη βίζα. Πήγα και τον βρήκα, του εξήγησα τα πάντα, του διηγήθηκα επίσης και για το βίωμά μου σε εκείνη τη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως το Πάσχα και ότι αναρωτιόμουν όλο και περισσότερο μήπως έπρεπε να γίνω ορθόδοξη. Εάν όμως έπρεπε να επιστρέψω στη Γερμανία, τότε αυτό θα σήμαινε «το τέλος» για μένα.

Ο επίσκοπος μου έδωσε τη σοφή συμβουλή να ομολογήσω την αλήθεια στον πνευματικό μου και ιδρυτή της κοινότητας και να παρακαλέσω να απαλλαγώ για ένα έτος από την κοινότητα με σκοπό να διαβάζω, να μελετώ, να επισκέπτομαι τη λειτουργία, να γνωρίσω την ομορφιά και το βάθος της ορθοδοξίας, αλλά όμως και τις ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη, ώστε να μπορέσω μετά από αυτό το έτος να πάρω μία ώριμη απόφαση. Μου άρεσε αυτή η συμβουλή και έτσι έγραψα ένα γράμμα στον πνευματικό μου για να τον παρακαλέσω για αυτή την απαλλαγή. Του έγραψα ξεκάθαρα ότι δεν ήθελα να πάρω την απόφαση από μία πρώτη εντύπωση αγάπης και ενθουσιασμού, αλλά ότι χρειαζόμουν το χρόνο για τη μελέτη και την εξέταση. Αυτό το αίτημά μου απορρίφθηκε με άκρα αποφασιστικότητα.

«…Το να τίθεται το θέμα της μεταστροφής μου μετά από μία τετράμηνη παραμονή, υποδεικνύει περισσότερο την ελλιπή σταθερότητα καθολικών πεποιθήσεων παρά την καθοδήγηση του Θεού. Από καθολικής απόψεως δε γίνεται αποδεκτή η απόδειξη ότι η ορθόδοξη εκκλησία αντιπροσωπεύει περισσότερο την αλήθεια του Θεού από την καθολική εκκλησία. Εκτός από αυτό μου τόνισαν ότι στάλθηκα με μία αποστολή στα Ιεροσόλυμα και για αυτό και μόνο το λόγο δε θα μπορούσα να απαλλαγώ, για να εξετάσω ένα δικό μου θέμα.

Παρακάτω ένα ακόμη απόσπασμα από την απαντητική μου επιστολή:
«…Δεν μπορώ πια να επιστρέψω! Πρόκειται για ένα θέμα συνείδησης το οποίο πρέπει και θέλω να θέσω ενώπιον όλων. Τις μέρες που πέρασαν διάβασα το γράμμα σου πραγματικά πολλές φορές και το μελέτησα προσευχόμενη και αυτό που μου έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο είναι ότι «βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά». Αυτήν την περίοδο δεν υπάρχει πια επιστροφή για μένα. Αυτό δε σημαίνει ότι έχω ήδη αποφασίσει να αλλαξοπιστήσω».

«…Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να με απαλλάξεις από την κοινότητα έτσι ώστε να εξετάσω το θέμα της μεταστροφής μου ως λαϊκή. Ό,τι αφορά την ορθοδοξία μου είχες γράψει ότι «πρέπει κανείς να βιώνει μία αγάπη και όχι να την εκμαιεύει». Δεν θα ήθελα να την εκμαιεύσω, θα ήθελα να της παραδοθώ ολοκληρωτικά. Η ορθοδοξία είναι για μένα ένας ολόκληρος κόσμος, μέσα στον οποίο θα ήθελα να εισχωρήσω ολοκληρωτικά, εάν αυτό είναι αληθές. Εν τω μεταξύ δεν αρμόζει σε μένα πια να αποσπώ μεμονωμένα λιθαράκια και να τα εμφυτεύω στο καθολικό πνεύμα και στην καθολική λειτουργία».

Σε μία άλλη απαντητική επιστολή μου δόθηκε η εντολή να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία για να ξεκαθαρίσω την κατάσταση επιτόπου. Αυτό βασικά δεν το ήθελα, γιατί φοβόμουν τη δική μου αδυναμία, μήπως και επηρεαζόμουν πάλι και έκανα πίσω. Δυστυχώς δεν υπήρχε δυνατότητα να ανανεωθεί η βίζα και παράλληλα με αυτό έμαθα ότι ο πνευματικός μου είχε κλείσει ήδη μία θέση, για να έρθει στα Ιεροσόλυμα και να μιλήσει μαζί μου, σε περίπτωση που δε θα πήγαινα στη Γερμανία.

Έτσι επέστρεψα, λοιπόν, στη Γερμανία στη «δική μου» κοινότητα και έκανα περισσότερες συζητήσεις με τον πνευματικό μου. Σε μία από αυτές τις συζητήσεις μου υπέδειξε ότι έπρεπε ,ως καθολική, να εξετάσω την απορία μου για το αν η ορθόδοξη εκκλησία είναι η αληθινή εκκλησία του Χριστού και ότι «δε θα μπορούσα να βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά, δηλαδή να είμαι ήδη ορθόδοξη» και να εξετάσω από εκεί εάν η καθολική εκκλησία είναι η αληθινή. Αυτό θα ήταν παράνομο. Ως καθολική θα έπρεπε να το εξετάσω από την καθολική πλευρά. Αυτό με έπεισε κατά κάποιον τρόπο, όπως επίσης και η διαβεβαίωση του πνευματικού μου ότι με τη λήξη του έτους και της αποστολής μου θα μπορούσα να εξετάσω το θέμα της ορθοδοξίας. Έτσι επέστρεψα στην υπακοή και στην πνευματική καθοδήγησή του. Ωστόσο ομολογώ ότι ήδη μία ώρα αργότερα στεκόμουν με κλάματα και επαναλάμβανα συνεχώς το εξής: «Τώρα έχασα τα πάντα»! Ο πνευματικός μου, μου επιβεβαίωνε συνεχώς ότι δεν είχα χάσει τίποτε, ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα που με απασχολούσε, αλλά όχι τώρα. Μια που είχα επιστρέψει στην υπακοή και την πνευματική καθοδήγηση, με έστειλαν μετά από τρεις εβδομάδες ξανά πίσω στα Ιεροσόλυμα, για να συνεχίσω την αποστολή μου μέχρι την Πεντηκοστή. Τις πρώτες τρεις εβδομάδες πήγαν όλα καλά, ήμουν αποφασισμένη να εκπληρώσω την αποστολή μου και προπάντων να εξετάσω το θέμα της ορθόδοξης εκκλησίας ως καθολική -αργότερα. Όμως η καρδιά μου δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω! Μεταφορικά ένιωθα σαν έγκυος, το παιδί ήθελε να γεννηθεί -και εγώ έπρεπε αυτό να το παραμερίσω εντελώς. Αυτό για μένα έμοιαζε από θρησκευτικής απόψεως με έκτρωση! Αν είχα τουλάχιστον την άδεια να μπορώ να διαβάζω ή να ανταλλάσσω απόψεις. Όμως όλα αυτά μου τα αρνήθηκαν, το μόνο που μου επιτρεπόταν ήταν μία φορά το μήνα να παρακολουθώ τη λειτουργία. Μετά από μερικές εβδομάδες είχα γίνει μέσα μου εντελώς ράκος. Καθόμουν κλαμένη στον Άγιο Γολγοθά και δεν ήξερα πια τι έπρεπε να κάνω. Ένας ορθόδοξος μοναχός μου είπε κάποτε: «Just follow the voice of your heart» ( = «απλά ακολούθησε τη φωνή της καρδιά σου»). Βασικά η καρδιά μου ήταν ήδη ορθόδοξη.

Τα Χριστούγεννα έπρεπε πάλι να επιστρέψω εξαιτίας της βίζας στη Γερμανία. Βρισκόμουν πάλι μπροστά στο ίδιο πρόβλημα. Η καρδιά μου ήταν ήδη «στην άλλη πλευρά», αλλά αυτή τη φορά δεν ήθελα να φανερώσω τα συναισθήματά μου, διότι διαφορετικά δε θα υπήρχε επιστροφή στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο σε μία συζήτηση που είχα με τον πνευματικό μου, του είπα ότι ανυπομονώ να εξετάσω επιτέλους το θέμα της μεταστροφής μου. Έμεινε έκπληκτος και ομολόγησε ότι πίστευε βασικά, πως αυτό το θέμα δε θα ήταν πια επίκαιρο για μένα και ότι με την πάροδο του χρόνου θα ήταν περιττό. Μετά ανακοίνωσε επίσημα σε όλη την κοινότητα ότι σκόπευα ακόμη να εξετάσω αυτό το θέμα.

Επέστρεψα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα. Ήταν μία φρικτή περίοδος για μένα!

Μέσα μου ένιωθα ένα ράκος και ήμουν σε δίλημμα. Από τη μια μου έλεγε η καρδιά και η συνείδησή μου ότι η πληρότητα της αλήθειας βρίσκεται στην Ορθόδοξη εκκλησία και ότι εκείνη είναι η πραγματική Εκκλησία. Δεν ήταν μόνο εκείνο το πρώτο βίωμα. Εδώ ό,τι ήταν ιερό, το διατηρούσαν ακόμη ιερό, η λειτουργία ήταν κατευθυνόμενη προς το Θεό και δεν πουλιόταν στους ανθρώπους ούτε τους την παρουσίαζαν με ελκυστικό τρόπο, ήταν πάντοτε η ίδια, έτσι όπως μας τη δίδαξαν οι πατέρες μας. Η πίστη διατηρούταν, έτσι όπως μας την παρέδωσαν οι πατέρες και όπως κατατέθηκε στις επτά πρώτες συνόδους. Όχι συνεχώς νέες θεολογικές θεωρίες και λειτουργικά πειράματα. Εδώ βρισκόταν η πληρότητα της αλήθειας και η μία και γνήσια εκκλησία του Χριστού. Αυτή η βεβαιότητα μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέσα μου, μετά από τις πολλές συζητήσεις με το διάκονο και με μερικούς άλλους μοναχούς και μέσα από την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Από την άλλη ένιωθα δεσμευμένη με την υπακοή, δηλαδή να μην εξετάσω τώρα αυτό το θέμα (το οποίο δεν υφίστατο πλέον ως θέμα) και να μην ανταλλάξω απόψεις με κανέναν από τα μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας. Προς τα πού να στρέψω λοιπόν αυτήν την εσωτερική ανάγκη;!

Ο Θεός μου έστειλε και πάλι έναν βοηθό. Ήταν ένας φίλος, ρωμαιοκαθολικός θεολόγος και διάκονος, του οποίου την αγάπη για την ορθοδοξία εγώ γνώριζα. Όταν του φανέρωσα την εσωτερική μου διαμάχη ανάμεσα στη συνείδηση και την πνευματική υπακοή, μου απάντησε: «Είναι ρωμαιοκαθολικό δόγμα το να βρίσκεται η προσωπική συνείδηση πάνω από την υπακοή στα θέματα της πίστης και της εκκλησίας». Αυτό ήταν σαν μία λύτρωση για μένα! Η απόφασή μου είχε ληφθεί. Την επόμενη μέρα πήγα και βρήκα τον Πατριάρχη, του διηγήθηκα την ιστορία μου και του φανέρωσα την επιθυμία μου να γίνω ορθόδοξη. Πήρε το σκοπό μου στα σοβαρά και με παρέπεμψε σε έναν μοναχό, ο οποίος θα μου έκανε κατήχηση. Αυτό συνέβη μία εβδομάδα πριν από την αρχή της νηστείας, δηλ. περίπου ένα χρόνο μετά την άφιξή μου στα Ιεροσόλυμα.

Σε ένα επόμενο γράμμα μου ανακοίνωσα την απόφασή μου στον πνευματικό μου και στην κοινότητα. Φυσικά δεν την αποδέχτηκαν. Ο πνευματικός μου απαίτησε να επιστρέψω άμεσα στην τέλεια υπακοή-μια που δε θα επρόκειτο για ένα θέμα συνείδησης-, να μην επιχειρήσω περαιτέρω βήματα και από αυτή τη στιγμή να διακόψω αμέσως κάθε επαφή και κατήχηση που προέρχεται από την ορθόδοξη πλευρά, μέχρι να έρθει ο ίδιος στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο αυτή τη φορά είχα πάρει την απόφασή μου, που ήταν οριστική και δεν ήθελα να την επανεξετάσω. Έγραψα ένα τελευταίο γράμμα στον πνευματικό μου και εγκατέλειψα την κοινότητα λίγες μέρες πριν από την άφιξή του. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα διάθεση να έρθω σε έναν ακόμη διαξιφισμό με τον πνευματικό μου ούτε έβλεπα και κάποια προοπτική σε αυτό: Η κοινότητα ήθελε να υπηρετεί την οικουμένη -εγώ δεν έβλεπα καμία προοπτική για την ένωση των λεγομένων «αδελφών εκκλησιών». Ή ΝΑ ΠΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΗ ΟΤΙ ΓΙΑ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ “ΕΚΚΛΗΣΙΑ” ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Όλα τα άλλα αποτελούν ένα τεχνητό, ανθρώπινο σχήμα. Πόσο λυτρωτικό είναι να συμμετέχει κανείς σε μία ορθόδοξη λειτουργία και να γνωρίζει ότι είναι αμετάβλητη και όχι όπως στην καθολική λειτουργία, να πρέπει να φοβάται με ποιο πράγμα θα βρίσκεται πάλι αντιμέτωπος αυτή τη φορά. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι πολλοί ορθόδοξοι άνθρωποι δε γνωρίζουν καν πόσος πνευματικός πλούτος και τι θησαυρός τους έχει δοθεί, πόσο ευγνώμονες θα πρέπει να είμαστε για αυτό στο Θεό και πόσο υπεύθυνοι πρέπει να νιώθουμε στο να τον διαφυλάξουμε!

Εγκατέλειψα λοιπόν την κοινότητα. Και τώρα; Ούτε χρήματα ούτε σπίτι. Πού να πάω; Ήταν καταπληκτικό το πόση βοήθεια έλαβα, τόσο από πνευματικής όσο και από οικονομικής απόψεως. Μια που η βίζα μου είχε λήξει για άλλη μια φορά, μου πρότειναν να πάω για τρεις εβδομάδες σε ένα μεγάλο μοναστήρι στην Ελλάδα, για να γνωρίσω από κοντά τη μοναστική ζωή και μετά να επιστρέψω πάλι. Όταν επέστρεψα μία εβδομάδα μετά το Πάσχα δεν είχε βρεθεί δυστυχώς ακόμη ένα σπίτι για μένα στα Ιεροσόλυμα. Μου δόθηκε μία ευκαιρία στο μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου στην έρημο του Ιορδάνη. Εκεί όμως δεν ήθελα να πάω σε καμία περίπτωση! Ήθελα να παραμείνω στα Ιεροσόλυμα, τώρα που επιτέλους ήμουν ελεύθερη και μπορούσα να ανταλλάξω απόψεις με όποιον ήθελα! Ευτυχώς τελικά συμφώνησα, αλλά όμως μόνο για μία εβδομάδα, μέχρι να μου έβρισκαν σπίτι στα Ιεροσόλυμα. Μετά από μία εβδομάδα μου άρεσε εκεί στην έρημο τόσο πολύ, που παρακάλεσα να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Μου το ενέκριναν. Μετά την αποχώρησή μου από την κοινότητα υπέφερα τις νύχτες από φρικτούς εφιάλτες. Στα όνειρά μου βρισκόμουν πάντα αντιμέτωπη με την κοινότητα. Με προειδοποίησαν για το τι θα πάθαινα, εάν εγκατέλειπα την κοινότητα και “αλλαξοπιστούσα”. Αυτά τα λόγια με παρακολουθούσαν σαν σκοτεινές προφητείες συνήθως τις νύχτες, έτσι ώστε να ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και με κλάματα. Μετά από αυτήν την πνευματική σφαγή το μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου υπήρξε για μένα ο πρώτος τόπος, στον οποίο η ψυχή μου βρήκε ηρεμία και ειρήνη. Μετά από άλλη μία εβδομάδα, με βαριά καρδιά έκανα τη σκέψη να εγκαταλείψω πάλι αυτόν τον τόπο και έτσι παρακάλεσα να μου επιτραπεί να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Πάνω σε αυτό ο Γέροντας Χρυσόστομος, ο ηγούμενος, μου είπε ότι μπορούσα να μείνω όσο ήθελα. Εγκάρδια επιθυμία μου και παράκλησή μου ήταν να βαπτιστώ και ο Γέροντας Χρυσόστομος δέχτηκε αυτή την επιθυμία μου με ευχαρίστηση. Την παραμονή της γιορτής του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου με βάφτισε και μου έδωσε το όνομα Ματθαία, κατά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ματθαίο (βασικά ήθελε να με βαφτίσει στο όνομα Μαριάμ, αλλά λίγο πριν τη βάπτιση, άκουσε μέσα του ξεκάθαρα μία φωνή να του λέει: «όχι Μαριάμ, Ματθαία». Μετά τη βάφτιση με ρώτησε ο Γέροντας, εάν είχε κάποια σημασία για μένα ο Άγιος Ματθαίος και εγώ του διηγήθηκα για το βίωμά μου εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν άκουσα το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και είπα ότι θέλω να γίνω μία απάντηση στην αγάπη του Χριστού.

Τη νύχτα την πέρασα προσευχόμενη στην εκκλησία και την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έλαβα τη Μοναχική Κουρά από τον Γέροντα. Αυτές οι δύο μέρες ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου. «Επιτέλους έφτασες στο σπίτι σου».

Αυτό το μοναστήρι έγινε η πατρίδα μου. Και στο εξής, ναι μεν διατελώ το διακόνημά μου στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, αλλά επιστρέφω εδώ κάθε Σαββατοκύριακο.

Εν τω μεταξύ πέρασαν τρία χρόνια και όπως τότε έτσι και τώρα, ευχαριστώ το Θεό κάθε μέρα, που με οδήγησε στην Εκκλησία Του και μου χάρισε την ευλογία της Βαπτίσεως.

Μοναχή Matthaia Osswald, Γερμανία

 πηγή