Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία-Αυστρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία-Αυστρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Η Γερμανική Ορθόδοξη Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας στο Buchhagen

 Αγία Τριάδα



Η Αγία Μονή της Αγίας Τριάδος στο Buchhagen, στο Weserbergland, ιδρύθηκε το 1990 από τον Γέροντα Ιωάννη. Είναι η έδρα της πρώτης γερμανικής ορθόδοξης μοναστικής κοινότητας και από το 1993 αποτελεί αββαείο του Βουλγαρικού Ορθόδοξου Πατριαρχείου. Η μοναστική ζωή ακολουθεί την παράδοση του Αγίου Όρους Άθω.





Οι μοναχοί είναι άνδρες αφιερωμένοι στον Θεό, οι οποίοι ζουν σε άγια υπακοή με τον γέροντά τους. Η καρδιά του μοναχισμού είναι η αγάπη προς τον Θεό που υπερβαίνει τα πάντα και η πλήρης αφοσίωση σε Αυτόν, η οποία βρίσκει την έκφρασή της στην ολοκληρωτική μοναστική προσφορά. Στη μυστηριώδη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, στην προσευχή, την εργασία και τη μελέτη, αυξάνει η ζωή του αγιασμού.



Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάπτυξη και καλλιέργεια της γερμανόφωνης ορθόδοξης εκκλησιαστικής ψαλμωδίας. Ακούστε εδώ 


Η μονή είναι οικονομικά αυτοσυντήρητη. Η βιολογική κηπουρική, οι οικιακές εργασίες, η μεταφραστική εργασία, οι καλλιτεχνικές και άλλες δραστηριότητες ανήκουν στη ζωή της όπως και η καρδιακή προσευχή, η λατρεία και η ιερή ψαλμωδία.




Ανέγερση του καθολικού της μονής

Επιτέλους έφθασε η ώρα. Η εκκλησία υψώνεται πλέον ορατά. Μαζί με εθελοντές βοηθούς, οι πατέρες εργάζονται οι ίδιοι ως προσευχόμενοι κτίστες και οικοδόμοι. Στον σχεδιασμό, ο Γέροντας συνδέεται με την αρχαιότερη γερμανική ιερή αρχιτεκτονική, η οποία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη βυζαντινή. Στο πνεύμα της Αγίας Παραδόσεως, χάρη στην εφαρμογή μουσικά φυσικών αναλογιών, δημιουργείται εδώ ένας ιερός χώρος εξαιρετικής αρμονίας και ομορφιάς.






Για να στηρίξετε την ανέγερση του καθολικού της μονής δωρεές εδώ

Λογαριασμός δωρεών (Παρακαλούμε προσέξτε τα κεφαλαία και πεζά γράμματα)

Deutsches Orthodoxes Dreifaltigkeitskloster
IBAN: 
DE50 2545 0110 0026 0024 28


BIC: NOLADE 21 SWB
Sparkasse Hameln-Weserbergland







Ιστορία
Η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος ιδρύθηκε το 1990 από τον Γέροντα Ιωάννη και τα επόμενα χρόνια ανεγέρθηκε μαζί με τους πρώτους μοναχούς με ίδια μέσα και με τα ίδια τους τα χέρια. Στο μεταξύ το ιερό στηρίζεται από μια δεύτερη γενιά μοναχών. Η γραμμή της μοναχικής κουράς του μεγάλου σχήματος, η οποία μεταδίδεται στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, μπορεί να ανιχνευθεί πίσω σε πολλές γενιές. Οδηγεί μέσω του Γέροντα Δανιήλ των Κατουνακίων (αρχές 19ου αι.) στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και στον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη.


Ο πατήρ Ιωάννης σπούδασε τη δεκαετία του 1970 στο Βερολίνο μουσική, αργότερα θρησκειολογία και βυζαντινολογία. Αφού ήρθε σε επαφή με την Ορθοδοξία το 1974, παρακολουθούσε τακτικά τις ορθόδοξες ακολουθίες και άρχισε την άσκηση της καρδιακής προσευχής. Το 1981 έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος και εκεί, τον Αύγουστο του 1984, έλαβε τη μοναχική κουρά του Μεγάλου Σχήματος.


Με την ευλογία του γέροντά του, το 1985 άρχισε την χορωδιακή προσευχή μαζί με δύο αδελφούς σε ένα προσωρινό μοναστηριακό διαμέρισμα στο τότε Δυτικό Βερολίνο και προετοίμαζε την ίδρυση της μονής. Η ζωή κινήθηκε για μερικά χρόνια ανάμεσα στο Άγιον Όρος και το Βερολίνο.


Το έτος της γερμανικής ενότητας, το 1990, οι μοναχοί αγόρασαν το οικόπεδο στο Buchhagen και άρχισαν την οικοδόμηση του γερμανικού ορθόδοξου ιερού.




Απρόβλεπτες αντιστάσεις στάθηκαν απέναντι στην ίδρυση της μονής· ατελείωτες δυσκολίες έπρεπε να ξεπεραστούν. Όμως με τη χάρη και την ευλογία της Αγίας Τριάδος, τη βοήθεια της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας και των Αγίων Πατέρων συνέβησαν και πολλά θαύματα.


Τον Αύγουστο του 1994 η μονή καθαγιάστηκε από την Αυτού Υψηλοσεβασμιότητα Συμεών, Μητροπολίτη Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, ως γερμανική ορθόδοξη αββαεία στην κοινωνία του Βουλγαρικού Πατριαρχείου. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια ανεγέρθηκε η κρύπτη του μοναστηριακού ναού και το 1996 καθαγιάστηκε επίσης ως ναός της Θείας Σοφίας.

Από το 1999 έως το 2002 ανεγέρθηκαν ο πύργος του Μιχαήλ και το βόρειο μοναστηριακό τείχος με τον πύργο της Μαρίας.


Από το 2004 έως το 2009 κατασκευάστηκε η κρήνη του αγιασμού, και το 2013 και 2014 αναδιαμορφώθηκε ο χώρος της εισόδου.


Η μονή είναι πλέον αδιανόητη χωρίς την περιοχή. Οι άνθρωποι της γύρω περιοχής εκτιμούν τους μοναχούς και χαίρονται όταν βλέπουν έναν από τους πατέρες στην πόλη. Ξέρουν ότι όταν από το βουνό οι καμπάνες ηχούν προς την κοιλάδα, στο ιερό αρχίζει η ψαλμωδία και οι μοναχοί προσεύχονται για τη χώρα και τους ανθρώπους. Ορισμένοι ορθόδοξοι πιστοί μετακόμισαν στην περιφέρεια Holzminden εξαιτίας της μονής, για να μπορούν να συμμετέχουν τακτικά στις ακολουθίες. Πολλοί επισκέπτες από τη Γερμανία και από πολλές άλλες χώρες ελκύονται ξανά και ξανά στη μονή του Buchhagen, όπου βρίσκουν και στην κοντινή περιοχή καλές δυνατότητες διανυκτέρευσης σε ξενοδοχεία και πανσιόν.

Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε την ιστοσελίδα της Μονής εδώ












Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

S’chi-Archimandrit Gabriel (Bunge) – Interview für die UOJ

 In einem exklusiven Interview für die UOJ spricht S’chi-Archimandrit Gabriel (Bunge) über seine Jugend während des Kriegs, seinen Übergang zum orthodoxen Glauben und über die Ukraine aus geistlicher Perspektive. Er beantwortet auch weitere aktuelle und zeitlose Fragen.




Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Deutscher orthodoxer Choral: Polyeleos/ Γερμανική Ορθόδοξη Χορωδία: Πολυέλεος



Väter und Chor des Heiligen Dreifaltigkeitsklosters Buchhagen unter Leitung von Altvater Johannes. Historische Aufnahme Ende der 1990er Jahre erschienen bei "Orthodox Chant". Polyeleos-Gesang aus der Nachtwache.

Οι πατέρες και η Χορωδία της Αγίας Μονής της Αγίας Τριάδας του Buchhagen υπό την καθοδήγηση του Ηγουμένου πατέρα Γιοχάννες/ Ιωάννη. Ιστορική καταγραφή στα τέλη του έτους 1990 που κυκλοφόρησε με τον τίτλο  "Orthodox Chant".  Ο ψαλμός Πολυέλεος από την Αγρυπνία. 

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Κολωνία: Θεοφανώ, η Ελληνίδα Αυτοκράτειρα της Μεσαιωνικής Γερμανίας και η συνεισφορά της στην πολιτιστική ανάπτυξη της Δύσης

 

Η Βασιλική του Αγίου Παντελεήμονα / Πανταλέοντα στην Κολωνία


Άγαλμα της αυτοκράτειρας Θεοφανούς στο ναό της Μαρκτκίρχε της γερμανικής κωμόπολης Εσβέγκε, στην Έσση

Γράφει ο δημοσιογράφος Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Λίγοι είναι οι Έλληνες που γνωρίζουν, πως στην  ιστορική μεγαλούπολη της Κολωνίας, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και βιομηχανικά της Γερμανίας και ολόκληρης της Ευρώπης, υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, τόσο για εμάς τους Έλληνες, όσο και για τους Γερμανούς και όλους τους δυτικοευρωπαίους. Στην εκκλησία  του Αγ. Παντελεήμονος (ή Αγ. Πανταλέοντα, όπως τον ονομάζουν σήμερα οι Ρωμαιοκαθολικοί, διατηρώντας τον λατινικό τύπο του ονόματος του Αγίου), μία από τις 12 βασιλικές ρωμανικού ρυθμού που υπάρχουν στη πόλη αυτή, κρύβεται ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής, της γερμανικής αλλά  και ολόκληρης της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το ιδιαίτερο αυτής της εκκλησίας δεν είναι μόνο η μακραίωνη ιστορία και ο βυζαντινής προέλευσης αρχιτεκτονικός της ρυθμός, αλλά και το ότι μέσα στον Ιερό αυτό Ναό σώζεται μέχρι σήμερα, εδώ και περισσότερα από 1000 χρόνια  ο τάφος της αυτοκράτειρας της Γερμανίας Θεοφανούς, της βυζαντινής εκείνης πριγκίπισσας που παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ και που, μετά τον θάνατο του συζύγου της, κυβέρνησε με επιτυχία για πολλά χρόνια το τεράστιο τότε γερμανικό κράτος ως αντιβασιλέας και επίτροπος του ανήλικου διαδόχου και υιού της Όθωνα Γ΄. Προς τιμή της Ελληνίδας αυτής, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη γερμανική αλλά και στην πανευρωπαϊκή ιστορία, υπάρχει σήμερα στην πόλη της Κολωνίας πλατεία και οδός με το όνομα της Θεοφανούς, καθώς επίσης το Πειραματικό Γυμνάσιο «Αυτοκράτειρα Θεοφανώ» και Σύλλογος Φίλων της Θεοφανούς.

Μια βυζαντινή πριγκίπισσα στέφεται αυτοκράτειρα της Γερμανίας

Ποιά ήταν, όμως, η Θεοφανώ και ποιόν ρόλο έπαιξε στις ελληνογερμανικές σχέσεις και στην ανάπτυξη του πολιτισμού της Δύσης κατά τον Μεσαίωνα;
Στα τέλη του 10 αι. μ.Χ. οι σχέσεις Ανατολής και Δύσης περνούσαν από κρίση. Βασική αιτία ήταν οι κτήσεις του Βυζαντίου στη Νότια Ιταλία, τις οποίες, όμως, διεκδικούσε και ο Γερμανός βασιλιάς Όθων ο Α΄, ο επονομασθείς αργότερα Μέγας. Αφού οι μακροχρόνιες πολεμικές συγκρούσεις δεν έφερναν αποτέλεσμα, τελικά οι αντίπαλοι αποφάσισαν να δώσουν χώρο στη διπλωματία και στη σύναψη συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, που έπρεπε, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής εκείνης, να επικυρωθεί και με έναν γάμο, ο οποίος θα «έδενε» με συγγένεια τους βασιλικούς οίκους των δύο κρατών. Το όνειρο του  Όθωνα  Α’ (912-973), δούκα της Σαξονίας και βασιλιά της Γερμανίας και Ιταλίας, να παντρέψει τον γιο του Όθωνα Β’ με μια Ελληνίδα πριγκίπισσα , ως επικύρωση της συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, εκπληρώθηκε το 972. Μετά από δύσκολες και χρονοβόρες διαβουλεύσεις επιτεύχθηκε η συνθήκη αυτή, μέρος της οποίας ήταν και το προξενιό μεταξύ της νεαρής Ελληνίδας Πριγκίπισσας Θεοφανούς  και του γιού του Αυτοκράτορα Όθωνα του Α΄, του νεαρού τότε διαδόχου Όθωνα  Β΄. Τελικά, στις 14 Απριλίου της χρονιάς αυτής ο Όθωνας Β΄, ως νέος αυτοκράτορας της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους»  παντρεύτηκε την Θεοφανώ στην βασιλική του αγίου Πέτρου στην Ρώμη, από τον πάπα Ιωάννη ΙΓ’  (965-972), που την έστεψε και αυτοκράτειρα. (Διευκρινίζουμε εδώ, ότι ο γάμος και η στέψη της Θεοφανούς από τον πάπα της Ρώμης αναγνωρίστηκε άμεσα από τους Βυζαντινούς, αφού την περίοδο εκείνη, παρά τα εντεινόμενα ενδοεκκλησιαστικά προβλήματα, δεν είχε επέλθει ακόμη το μεγάλο Σχίσμα του έτους 1054 μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας, που χώρισε πλέον ανεπανόρθωτα τους Χριστιανούς σε Ορθοδόξους και Καθολικούς).

Του γάμου αυτού προηγήθηκε η έγκριση του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος συναίνεσε στην πρόταση του Όθωνα για λόγους πολιτικούς. Έχοντας να αντιμετωπίσει τους Σαρακηνούς στα ανατολικά και τους Βούλγαρους στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας του, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ήταν μια γενικευμένη στρατιωτική εμπλοκή με τους Γερμανούς στην Ιταλία.

Η καταγωγή και η προσωπικότητά της Θεοφανούς

Η Θεοφανώ δεν ήταν πορφυρογέννητη. Πολλές προσπάθειες έχουν γίνει για την εύρεση της καταγωγής της, καθώς το πρόσωπό της απουσιάζει από τις ελληνικές πηγές. Επικρατέστερη εκδοχή είναι, ότι κατάγονταν από την οικογένεια των Σκληρών και ήταν ανιψιά του Ιωάννη Τσιμισκή από τον πρώτο του γάμο. Νεότερη έρευνα έχει καθιερώσει την Θεοφανώ ως κόρη της Σοφίας Φωκά, εξαδέλφης του Τσιμισκή και ανιψιά του Νικηφόρου Φωκά. Μετά τον γάμο της την 16χρονη Θεοφανώ  ακολούθησε στη νέα της πατρίδα, την Γερμανία, πολυπληθής συνοδεία από την Κωνσταντινούπολη, την οποία αποτελούσαν άνθρωποι της Εκκλησίας, των Γραμμάτων και των Τεχνών, Άρχοντες και αυλικοί. Μαζί της πήρε και λείψανα Αγίων, για ευλογία στη νέα της ζωή. Μεταξύ αυτών ήταν και λείψανα του Αγ. Παντελεήμονος από τη Νικομήδεια της Μ.Ασίας, σκοπεύοντας να τα φυλάξει σε ναό που θα έκτιζε στη νέα της πατρίδα, στη μνήμη του Αγίου. Έτσι συνέβαλε στο κτίσιμο του μεγαλοπρεπούς αυτού ναού στην Κολωνία κατά τα βυζαντινά αρχιτεκτονικά πρότυπα, προς τιμήν του Ιαματικού Αγίου Παντελεήμονος. Ο ναός αυτός αφιερώθηκε επίσης  και στη μνήμη των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Οι Γερμανοί εντυπωσιάσθηκαν από την Θεοφανώ. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχε μόρφωση, καλλιέργεια, αγαθότητα αλλά και λεπτή και ευγενική ανατροφή. Έτσι κέρδισε γρήγορα τον θαυμασμό και την εκτίμηση των απλών υπηκόων της. Η νεαρή Ελληνίδα αυτοκράτειρα  μετέφερε και εισήγαγε στην γερμανική αυλή την λεπτεπίλεπτη εθιμοτυπία και την πολυτέλεια του Βυζαντίου, κι επίσης έθεσε τις βάσεις της μελέτης των Ελληνικών Γραμμάτων και των Τεχνών στην πολιτιστικά υπανάπτυκτη τότε Γερμανία.

Η Θεοφανώ αντιμέτωπη με την ζηλοφθονία και την εχθρότητα των Γερμανών ευγενών  

Όμως στις τάξεις των Γερμανών ευγενών και των αυλικών του γερμανικού κράτους η άφιξη της Θεοφανούς στη Γερμανία αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία, η οποία έφτανε στα όρια της εχθρότητας, διότι ή νεοφερμένη Ελληνίδα ήταν φορέας του υπέρτερου ελληνικού πολιτισμού. Οι δυτικοί και ειδικότερα οι Φράγκοι και οι Γερμανοί είχαν πολύ συγκεκριμένες προκαταλήψεις απέναντι στους Έλληνες εκείνη την εποχή. Έτσι η Θεοφανώ, παρά την αγάπη και την εκτίμηση που έτρεφαν για αυτήν οι απλοί υπήκοοί της γι’ αυτό που πραγματικά ήταν, έπεσε θύμα της ζηλόφθονης κακεντρέχειας των δυτικών μεσαιωνικών και σύγχρονων χρονογράφων, όχι γι’ αυτό που ήταν, αλλά γι’ αυτό που εκπροσωπούσε: Την εμφανή ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού εν μέσω της δυτικοευρωπαϊκής βαρβαρότητας.   Η Θεοφανώ υπήρξε υποδειγματική στην ανατροφή των παιδιών της και φρόντιζε κατά τον καλύτερο τρόπο για τα συμφέροντα του υιού της Όθωνα του Γ’, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα του από αποπληξία, το 983. Την χρονιά εκείνη ο Όθωνας Γ’ ήταν μόλις τριών ετών. Η Θεοφανώ κανόνισε την στέψη του γιού της τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, και κυβέρνησε η ίδια ως αντιβασιλέας, μέχρι την ενηλικίωσή του. Αφαίρεσε ουσιαστικά την εξουσία από την Αδελαΐδα, μητέρα του θανόντα, Όθωνα Β’ και αυτό δεν άρεσε καθόλου στην πεθερά της, που έτρεφε από την αρχή εχθρικά αισθήματα απέναντί της. Ο Odilo, αββάς στο μοναστήρι του Κλυνί, σύγχρονος των γεγονότων χρονογράφος, που είχε πολύ καλές σχέσεις με την Αδελαΐδα της Βουργουνδίας, αναφέρει σε κείμενά του την ιδιαίτερη χαρά της Αδελαΐδας, όταν πέθανε η Θεοφανώ το 991. Και πριν από την ανάληψη της αντιβασιλείας από την Ελληνίδα βασίλισσα, οι σχέσεις των δύο γυναικών ήταν επίσης σχέσεις εχθρότητας.  Η Αδελαΐδα πίεζε τον Όθωνα Β’, να εισβάλει στις βυζαντινές επαρχίες της Ιταλίας, ενέργεια που ήταν αντίθετη με τους όρους της συνθήκης ειρήνης και τους λόγους του συνοικεσίου. Προφανώς, ήλπιζε με αυτό τον τρόπο να εξωθήσει την νύφη της να εγκαταλείψει την γερμανική αυλή. Αυτό όμως επέφερε τελικά την καταστροφή του Όθωνα Β΄, ο οποίος εισέβαλε στις ελληνικές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας τον Μάρτιο του 982, αλλά η εκστρατεία δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Μόλις και μετά βίας κατάφερε να ξεφύγει και να σωθεί τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, μετά την ολοκληρωτική διάλυση του στρατού του και να επιστρέψει μεταμφιεσμένος στη Ρώμη. Προετοίμαζε εκεί μια δεύτερη εκστρατεία εναντίον των ελληνικών επαρχιών, όταν έφθασε η είδηση ότι οι σλαβικές φυλές των ανατολικών γερμανικών συνόρων επαναστάτησαν. Από την στενοχώρια του  έπαθε αποπληξία και πέθανε στο παλάτι του στη Ρώμη, στις 7 Δεκεμβρίου του 983.  Οι εχθροπραξίες των Γερμανών με τους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, περιγράφονται στο έργο του χρονογράφου και επισκόπου Albertus Mettensis, Fragmentum de Deoderico primo episcopo Mettensi, γραμμένο περίπου το 1017. Σε αυτό ο Albertus εκφράζει την αντιπάθειά του για την Θεοφανώ, χαρακτηρίζοντάς την ως «δυσάρεστη και πολύ ομιλητική». Την θεωρούσε ως εκπρόσωπο της ελληνικής νοοτροπίας και αναφέρει ότι θριαμβολογούσε για την νίκη των συμπατριωτών της επί των Γερμανών. Εμφανώς απογοητευμένος ο ίδιος από την ήττα των συμπατριωτών του, εξέφρασε την δυσαρέσκειά τους με προσωπικές επιθέσεις εναντίον της Ελληνίδας  βασίλισσας. Με αυτόν τον τρόπο εκφράζει τις στερεότυπες προκαταλήψεις των δυτικών για τους Έλληνες και τις γυναίκες. Και η Θεοφανώ ήταν ταυτόχρονα Ελληνίδα και γυναίκα.

Η Θεοφανώ εισάγει την πολυτέλεια και την χρήση του πιρουνιού στην δυτική Ευρώπη

Γίνεται αποδεκτό σήμερα, ότι οι βάρβαροι Γερμανοί του Ι’ αιώνα έμαθαν την χρήση του πιρουνιού από την βασίλισσα Θεοφανώ. Ωστόσο, δεν υπάρχει μια τέτοια ειδική αναφορά στις πηγές. Υπάρχουν γενικόλογες αναφορές για τα είδη πολυτελείας που εισήγαγε, όχι όμως ειδικά για το πιρούνι. Στις πηγές πρώτη αναφορά για την εισαγωγή του πιρουνιού στη Δύση, υπάρχει στην διατριβή του Πέτρου Δαμιανού Institutio monialis. Η ιστορία είναι η ακόλουθη. Ο δόγης της Βενετίας Πέτρος Β’ Ορσεόλο, καλός φίλος του Όθωνα Γ’, συνέβαλε στην άμυνα των ακτών της Αδριατικής, βοηθώντας τον Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο, ν’ αντιμετωπίσει την απειλή των Αράβων στην Ιταλία. Μετά την ήττα των Αράβων στο Μπάρι το 1004, ο Βασίλειος Β’ κάλεσε τον Ιωάννη, γιο του δόγη, στην Κωνσταντινούπολη και τον πάντρεψε με την Μαρία Αργυροπουλίνα, αδελφή του Ρωμανού Γ’ (κατά τον Σκυλίτζη Η Μαρία, ο άντρας της και το παιδί τους πέθαναν τελικά από την επιδημία πανούκλας το 1006.  Ο Πέτρος Δαμιανός, ονομαστός παπικός θεολόγος του κύκλου του πάπα Γρηγορίου Ζ’, εκφράζει στο έργο του την συμπλεγματική  (κομπλεξική) νοοτροπία των δυτικοευρωπαίων, απέναντι στην ανωτερότητα του τρόπου ζωής των Ελλήνων, θεωρώντας ότι ο θάνατος της Μαρίας Αργυροπουλίνας από πανούκλα οφείλονταν στην οργή του Θεού για την πολυτέλειά της.

Το σχετικό απόσπασμα είναι το εξής:

«Τόση ήταν η πολυτέλεια των εθίμων της, ώστε καταφρονούσε ακόμα και να πλένεται με κοινό νερό, αναγκάζοντας τους υπηρέτες της τουναντίον, να συλλέγουν την δροσιά που έπεφτε από τους ουρανούς για να πλένεται σ’ αυτήν. Ούτε καταδέχονταν ν’ αγγίζει την τροφή με τα δάκτυλά της, αλλά διέταζε τους ευνούχους της να την κόβουν σε μικρά κομμάτια, τα οποία παλούκωνε με ένα χρυσό όργανο με δύο δόντια, κι έτσι το έφερνε στο στόμα της. Τα δωμάτιά της είχαν τόσο βαριά ατμόσφαιρα από την χρήση λιβανιού και διαφόρων αρωμάτων, ώστε μου προκαλεί ναυτία και το να μιλώ γι’ αυτά, αλλά και οι αναγνώστες μου δεν θα το πιστεύουν. Η ματαιοδοξία αυτής της γυναίκας ήταν μισητή από τον Παντοδύναμο˙ κι έτσι, χωρίς λάθος, πήρε την εκδίκησή Του».

Η Μαρία Αργυροπουλίνα έζησε περίπου την ίδια εποχή με την Θεοφανώ και ήταν φορέας του ιδίου πνεύματος στη Δύση. Συνεπώς μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια, ότι και η Θεοφανώ χρησιμοποιούσε το πιρούνι και ότι το έφερε με την οικοσκευή της στην Γερμανία. Δηλαδή, μπορεί να ειπωθεί, ότι η Θεοφανώ εισήγαγε την χρήση του στην Δύση, ακόμη και αν δεν μαρτυρείται άμεσα από τις πηγές.

Η ανθελληνική προπαγάνδα των παπικών

Από την αφήγηση του Πέτρου Δαμιανού για την Θεοφανώ μπορούν να βγει ένα ακόμη χρήσιμο συμπέρασμα για τον προπαγανδιστικό τρόπο αντιμετώπισης της ιστορίας από τους παπικούς. Ο συγκεκριμένος κατηγόρησε συκοφαντικά την Θεοφανώ, ότι είχε ερωτική σχέση με τον Ιωάννη Φιλάγαθο, κάποιον Έλληνα μοναχό από την Κάτω Ιταλία. Ο Ιωάννης αυτός έγινε μέλος της γερμανικής αυλής κατά την επιθυμία της Θεοφανούς, και αργότερα επίσκοπος στην Piacenza. Το πρόβλημα των δυτικών ήταν, ότι ο Έλληνας αυτός επίσκοπος έγινε στην συνέχεια, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο της Θεοφανούς, πάπας Ρώμης το 997, με το όνομα Ιωάννης XVI, σε αντικατάσταση του Γερμανού πάπα Γρηγόριου V, ο οποίος ήταν ο εξάδελφος του Όθωνα ΙΙΙ, Bruno. Ο Ιωάννης αναδείχθηκε πάπας με την εκλογή των Ρωμαίων πολιτών και του συγκλητικού Κρησκέντιου, υποβοηθούμενου από τον Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο.   Όμως οι Γερμανοί, που δεν μπορούσαν να ανεχθούν έναν Έλληνα στην θέση του πάπα, εισέβαλαν στην Ρώμη το 998. Ο Ιωάννης προσπάθησε να ξεφύγει, όμως τελικά συνελήφθη και τιμωρήθηκε σκληρά. Εκδικούμενοι για την ελληνική του καταγωγή και για την εύνοια της Θεοφανούς στο πρόσωπό του, οι Γερμανοί του έκοψαν την μύτη, τ’ αυτιά, την γλώσσα και του έσπασαν τα δάκτυλα για να μην μπορεί να γράφει.  Βέβαια, δεν έλειπαν και οι θετικές κρίσεις δυτικών χρονογράφων της εποχής εκείνης  για την αυτοκράτειρα Θεοφανώ., όπως αυτή του γνωστού για το έργο του Thietmar του Merseburg, που  αναφέρει για την βασίλισσα: «Αν και η Θεοφανώ ανήκε στο ευαίσθητο φύλο, η μετριοφροσύνη της, η πίστη και ο τρόπος ζωής της ήταν εξαιρετικά, κάτι σπάνιο στην Ελλάδα. Διατηρώντας την μοναρχία του γιού της με ανδρική επιστασία, ήταν πάντα ευμενής και φιλάνθρωπος προς τους νομιμόφρονες, αλλά τρομακτική και νικηφόρα στους ταραχοποιούς (ή επαναστάτες).»

Οι θυγατέρες της Θεοφανούς

Η Θεοφανώ απέκτησε τελικά τρεις κόρες. Η πρώτη ήταν η Σοφία (975-1039), η οποία κλείστηκε στο αββαείο του Gandersheim σε ηλικία τεσσάρων ετών. Εκεί ανατράφηκε από την εξαδέλφη του πατέρα της, ηγουμένη Gerberga II. Η Σοφία έγινε ηγουμένη στο εν λόγω αββαείο το 1002 και το 1011 της δόθηκε επίσης το αββαείο στην Έσση. Ήταν δηλαδή ηγουμένη δύο αββαείων. Η δεύτερη κόρη της Θεοφανούς, Αδελαΐδα (977-1044/5) ανατράφηκε στο αββαείο του Quedlinburg, από την θεία του πατέρα της, ηγουμένη Ματθίλδη. Μετά τον θάνατο της Ματθίλδης ανέλαβε το συγκεκριμένο αββαείο, το 999. Η τρίτη κόρη της Θεοφανούς, Ματθίλδη (979-1025), στάλθηκε από μικρή στο αββαείο της Έσσης, με σκοπό να ανατραφεί κατάλληλα, ώστε να αντικαταστήσει την ηγουμένη εξαδέλφη της, η οποία επίσης λέγονταν Ματθίλδη. Εν τέλει παντρεύτηκε τον κόμη του παλατινάτου της Λοθαριγκίας (Λωρραίνη), Ezzo και έκαναν μαζί δέκα παιδιά.

 

Οι δωρεές και το φιλανθρωπικό της έργο

Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Θεοφανώ έμεινε στη Ρώμη για κάποιο διάστημα. Εκεί μεριμνούσε για την ψυχή του αποθανόντα συζύγου Όθωνα, κάνοντας έργα φιλανθρωπίας στους φτωχούς της πόλης και σαρανταλείτουργα. Στο διάστημα αυτό γνωρίστηκε με τον Αδαλβέρτο, επίσκοπο Πράγας και μετέπειτα μάρτυρα και Άγιο της Εκκλησίας. Η Θεοφανώ στάθηκε γενναιόδωρη απέναντί του, στέλνοντάς του κρυφά ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ο Αδαλβέρτος με την σειρά του μοίρασε κρυφά τα χρήματα στους φτωχούς. Η Θεοφανώ έκανε μεγάλες δωρεές σε εκκλησίες και εκκλησιαστικά ιδρύματα, όπως στο Μαγδεμβούργο και στην Φρανκφούρτη, στο ναό του St. Salvator. Ο άγιος Γρηγόριος του Brutscheid ήταν ένας Έλληνας κληρικός της Κάτω Ιταλίας. Στον βίο του αναφέρεται, ότι η Θεοφανώ χρηματοδότησε την ανέγερση νέων εκκλησιών. Στην Ρώμη έγινε κτήτωρας  ενός μεγάλου μοναστηριού αφιερωμένου στον Άγιο Σαλβαδόρ, στο Άαχεν ενός παρεκκλησίου αφιερωμένου στον Άγιο Νικόλαο. Έκανε δωρεές στον Ναό της Παναγίας στην Κολωνία, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο βίο. Ο ανώνυμος συγγραφέας την αποκαλεί “matrona religiosa et Deo devote imperatrix”. Ένα άλλο κείμενο, το Translatio S. Albini αναφέρει δωρεές της βασίλισσας στην εκκλησία του αγίου Παντελεήμονος στην Κολωνία.

Η εκκλησία θεμελιώθηκε από τον επίσκοπο της πόλης Bruno, εξάδελφο του Όθωνα Α΄, ο οποίος αργότερα έγινε πάπας στη Ρώμη. Όπως προαναφέραμε, το λείψανο του Αγίου Παντελεήμονα το είχε φέρει η Θεοφανώ από την Νικομήδεια και σε αυτή την εκκλησία ετάφη η Θεοφανώ μετά τον θάνατό της.   Άλλα λείψανα που ήρθαν από την Ανατολή, ως μέρος της προίκας της, ήταν του αγίου Δημητρίου, του αγίου Νικολάου και του αγίου Διονυσίου. Πολλά λείψανα, που ήρθαν επίσης εξαιτίας της Θεοφανούς στη Δύση, παραδόθηκαν σε εκκλησίες μεγάλων επισκοπών και έγιναν προστάτες άγιοι σημαντικών πόλεων. Για παράδειγμα, ο άγιος Διονύσιος έγινε προστάτης άγιος του Quedlinburg. Η επόμενη μεγάλη εισαγωγή λειψάνων από την Ανατολή στη Δύση ακολούθησε την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Στο θέμα των ταμάτων και των αφιερωμάτων της Θεοφανούς, το μεγαλύτερο μέρος των πηγών παραμένει ανεξερεύνητο.

Η συμβολή της Θεοφανούς στην ανάπτυξη των Γραμμάτων και των Τεχνών στη Δύση

Μόλις τελευταία το θέμα της έρευνας στράφηκε στον τρόπο μεταφοράς βυζαντινών αριστουργημάτων τέχνης και μικροτεχνίας στη Δύση. Επ’ αυτού η συμβολή της ιστορίας της Θεοφανούς είναι μεγάλη, ωστόσο παραμένει ακόμη ανεξερεύνητη σε μεγάλο βαθμό. Στο θέμα της εκκλησιαστικής αγιογραφίας, εισάγονται την εποχή αυτή νέα θέματα από την Ελλάδα, όπως εικόνες της Παναγίας σε σκηνές από την Καινή Διαθήκη, εικόνες της Σταύρωσης και κυρίως η Δέηση, ένα θέμα που δεν συναντάται στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, πριν από την συγκεκριμένη περίοδο. Μια ανάγλυφη Σταύρωση σε ελεφαντόδοντο του Ι΄ αιώνα φυλάσσεται στo Gemeentemuseum στο Άρνεμ, όπως και το θέμα της Παναγίας Οδηγήτριας, μια ανάγλυφη παράσταση πάλι σε ελεφαντόδοντο, που φυλάσσεται στο Rijksmuseum Het Cathrijneconvent, στην Ουτρέχτη.  Εκτός της εισαγωγής νέων θεμάτων αγιογραφίας, στην εποχή αυτή ανάγονται ελληνικές επιδράσεις επί της ήδη υπάρχουσας θεματολογίας. Για παράδειγμα η Κοίμηση της Θεοτόκου, παίρνει νέο σχέδιο, όπως η παράσταση από ελεφαντόδοντο στο Ευαγγέλιο του Όθωνα Γ’. Επίσης, επηρεάζεται και η ορολογία των θεμάτων, καθώς για πρώτη φορά αναφέρεται η Παναγία ως Κυρία των Αγγέλων στην Vita Sancti Adalberti (bona angelorum imperatrix augusta). Γίνεται, λοιπόν, αποδεκτό σήμερα, ότι η συνεισφορά της παρουσίας της Θεοφανούς στη Δύση είναι μεγαλύτερη από ότι υποψιάζονταν παλαιότερα, ακόμη και σε θέματα εκκλησιαστικής τέχνης.

Η άδικη ιστορική μεταχείριση της Θεοφανούς από τους Γερμανούς

Συμπερασματικά μπορούμε να αναφέρουμε, ότι, παρά την ευσεβή στα εκκλησιαστικά και δραστήρια στα πολιτικά θέματα ζωή της, η Θεοφανώ αντιμετωπίστηκε με φανερή αντιπάθεια από τους δυτικούς, εξαιτίας της ελληνικής της προέλευσης. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ οι περισσότερες σύζυγοι των Οθωνιδών αγιοποιήθηκαν (αδίκως και  χωρίς λόγο) μετά θάνατον, η Θεοφανώ παρέμεινε στην αφάνεια. Η ζωή της δεν επέζησε σε Vita, την στιγμή που ασήμαντες προσωπικότητες, όπως η Edith και η Αδελαΐδα, οι δύο σύζυγοι του Όθωνα Α’, η Cunegunda, σύζυγος του Ερρίκου Β’, έχουν την τιμητική τους. Ούτε το όνομά της δόθηκε σε κάποια απόγονό της, εκτός ίσως από μια εγγονή της, ηγουμένη στην Έσση.  Το πορτραίτο της δεν συμπεριλήφθηκε στο γενεαλογικό δέντρο της δυναστείας, το οποίο υπάρχει στο Χρονικό του Αγ. Παντελεήμονος, φυλασσόμενο στην Herzog August Bibliothek, στο Wolfenbüttel. Η μοναδική (σωζόμενη) ζωγραφική απεικόνισή της υπάρχει σε ένα Ευαγγέλιο του έτους 1000 περίπου.


Η σαρκοφάγος της αυτοκράτειρας Θεοφανούς στο Ναό του Αγίου Παντελεήμονα/ Πανταλέοντα της Κολωνίας

Οι λόγοι για την υποτίμηση της παρουσίας της Θεοφανούς ως μέλους της δυναστείας και της συμβολής της στην επίδραση του ελληνικού πολιτισμού επί του δυτικοευρωπαϊκού, είναι ευκολονόητοι. Η ελληνική καταγωγή της, η δυναμική παρουσία της στην πολιτική, η μεσολαβητικές προσπάθειες για την εξομάλυνση των σχέσεων Ελλήνων και Λατίνων στην Νότια Ιταλία, οι σχέσεις της με τους Έλληνες της Ρώμης, όλα αυτά κρίθηκαν εκ των υστέρων επικίνδυνα από την γερμανοστρεφή παπική προπαγάνδα. Η ζηλοφθονία για τον «πολυτελή» τρόπο ζωής της, ο οποίος ήταν η καθημερινότητα των Ελλήνων και δικαιολογούσε την άποψη πολλών βόρειων λαών, ότι η Ελλάδα ήταν ο παράδεισος της εποχής, ήταν ένας ακόμη παράγοντας. Αν θέλουμε να εμβαθύνουμε λίγο σ’ αυτό, οφείλουμε να αντιπαραβάλουμε την θέση της γυναίκας στην δυτική Ευρώπη με την αντίστοιχη στην Ελλάδα της εποχής, οπότε καταλαβαίνουμε γιατί η γερμανική κοινωνία θεωρούσε, ότι η Θεοφανώ έδινε «κακό» παράδειγμα, με την μόρφωση και τον ελεύθερο τρόπο σκέψης της, με την οξυδέρκεια και την διπλωματικότητά της, με όσα χαρίσματα προικοδοτήθηκε από την ελληνοτραφή κοινωνία της Ανατολής και τα οποία μπόρεσε να αξιοποιήσει από την θέση που της επιφύλαξε η ιστορία. Όπως φαίνεται, αυτό που μπορούσε και τελικά πρόσφερε η Θεοφανώ, δεν ήταν ζητούμενο στη Δύση, ούτε τότε, ούτε και για πολλούς αιώνες αργότερα.

Η αναγκαιότητα της αποκατάστασής της ιστορικής αλήθειας

Η αναγνώριση και η ιστορική αποκατάσταση της σημαντικής αυτής Ελληνίδας, η οποία συναναστράφηκε και επηρέασε σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής και κατ’ επέκταση επέδρασε καθοριστικά στον ρουν της ιστορίας,  προσωπικότητες όπως ήταν ο Bruno, o Romuald, o Adalbert, καθώς και πολλοί άγιοι, όπως ο όσιος Νείλος ο Καλαβρός, ο όσιος Σάββας, ο άγιος Γρηγόριος κ.α. πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό καθήκον, τόσο των ξένων (Γερμανών και των άλλων δυτικοευρωπαίων), όσο και των Ελλήνων ιστορικών, επιστημόνων, μελετητών αλλά και απλών πολιτών. Σήμερα, δυστυχώς, πολύ σπάνια γίνεται  αναφορά της ιστορικής συμβολής της Θεοφανούς στον εκπολιτισμό των Γερμανών και των άλλων δυτικοευρωπαίων, ακόμη και στη Γερμανία, με αποτέλεσμα ελάχιστοι να γνωρίζουν την ιστορία και το έργο της. Πάντως, αξίζει εδώ να αναφερθεί, ότι το 1991, κατά την συμπλήρωση 1000 ετών από τον θάνατο της Θεοφανούς και τον ενταφιασμό της στο Ναό του Αγίου Παντελεήμονα της Κολωνίας, ο δήμος της πόλης αυτής, το ελληνικό Γενικό Προξενείο, που υπήρχε τότε στην Κολωνία (υπό τον τότε Γεν. Πρόξενο κ. Παναγιώτη Καρακάση),  γερμανικοί και ελληνικοί πολιτιστικοί και εκκλησιαστικοί φορείς της περιοχής, Γερμανοί και Έλληνες πανεπιστημιακοί καθηγητές και εκπαιδευτικοί κ.α. διοργάνωσαν στην Κολωνία, σε συνεργασία μεταξύ τους, σειρά επιτυχημένων πολιτιστικών εκδηλώσεων μνήμης  για την αυτοκράτειρα Θεοφανώ, κάτι που βοήθησε σημαντικά στη διάδοση της ιστορικής γνώσης για την Θεοφανώ και που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα για παρόμοιες πρωτοβουλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Κλείνοντας, θεωρώ υποχρέωσή μου να εξάρω την πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική ιστορική μελέτη, που είναι αφιερωμένη στην αυτοκράτειρα Θεοφανώ. Η μελέτη αυτή, με τις σχετικές παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία, που  δημοσιεύει  στην ιστοσελίδα της η Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης, αποτέλεσε σημαντικό βοήθημα στη συγγραφή του παρόντος άρθρου.

Ευθύμιος Χατζηϊωάννου






Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Αγία Βασίλισσα Radegund της Θουρηγγίας (†587) και Αγία βασίλισσα Matilda του Ringelheim (†968)


 



Στις καταγραφές μας σχετικά με την Ορθόδοξη ιστορία της Γερμανικής γης, μερικές γυναίκες της αριστοκρατίας ιδιαίτερης αγιότητας είναι άξιο να αναφερθούν: Η αγία Radegund της Θουρηγγίας και η αγία Matilda του Ringelheim.

Παρότι η αγία Radegund είναι γενικά συσχετισμένη με περιοχές μέσα στην σημερινή Γαλλία, είχε καταγωγή από την Θουρηγγία. Εκείνο τον καιρό η Θουρηγγία, τώρα κομμάτι της κεντρικής Γερμανίας, ήταν μέρος του Φράγκικου βασιλείου, το οποίο διαχώριζε την σημερινή Γερμανία και την Γαλλία (και πιο πέρα). 

Η αγία Radegund ήταν πριγκίπισσα και όπως ταίριαζε σε κάποια που είχε γεννηθεί μέσα σε βασιλική οικογένεια ήταν πολύ καλά μορφωμένη. Στην μετέπειτα ζωή της καλλιέργησε μια λόγια φιλία με τον μεγάλο Χριστιανό ποιητή Άγιο Venantius Fortunatus (+610).Ο Μεγάλος επίσκοπος και ιστορικός Άγιος Γρηγόριος της Tours (†594) είχε επίσης πολύ στενές σχέσεις με την αγία Radegund και έγραψε λεπτομερώς σχετικά με τον άγιο βίο της στο έργο του, η Ιστορία των Φράγκων. 

Η βασιλική ζωή στο Φράγκικο βασίλειο ήταν ιδιαίτερα σκληρή, με σχεδόν συνεχείς αδελφοκτόνους πολέμους και σκοτωμούς καθώς διάφοροι είχαν ατελείωτο πόθο για δύναμη. Αφότου ο πατέρας της δολοφονήθηκε από τον θείο της, ο οποίος επίσης έπειτα έχασε την εξουσία του, η αγία Radegund κατέληξε να γίνει μία από τις έξι γυναίκες του βασιλιά  Clotaire. Αφού ο Clotaire σκότωσε τον αδερφό της, έφυγε από την βασιλική αυλή του και αφοσιώθηκε πλήρως στην Εκκλησία. Χρησιμοποίησε την περιουσία της για να ιδρύσει το Αβαείο Sainte-Croix στην Poitiers. Ονομάστηκε έτσι λόγο ενός κομματιού του Τιμίου Ξύλου που έλαβε από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. 

Η αγία Radegund ήταν γνωστή για την ακραία ασκητικότητα της, η οποία περιελάμβανε μία ιδιαίτερα αυστηρή νηστεία. Κατά την διάρκεια της Σαρακοστής κατανάλωνε μόνο νερό. Φορούσε βαριές, σιδερένιες αλυσίδες που έκοβαν την σάρκα της. Για τους πόνους της έλαβε μεγάλα πνευματικά χαρίσματα, μεταξύ αυτών το χάρισμα να θεραπεύει ασθένειες με τις προσευχές της. Η αγία Radegund κοιμήθηκε το 587.



Αιώνες μετά την Αγία Radegund, η αγία Matilda του Ringelheim έζησε με μεγάλη αγιότητα σαν μέλος της υψηλής αριστοκρατίας. Η Αγία Matilda ήταν βασίλισσα της Σαξονίας, η πρώτη της Οθωνικής δυναστείας (ονομάστηκε έτσι χάριν του γιου της, Όθωνα του Μεγάλου) της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. 

Παντρεύτηκε τον Henry, Δούκα της Σαξονίας, με τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά, συμπεριλαμβανομένου και του προαναφερθέντα Όθωνα. Σαν βασίλισσα ήταν ιδιαίτερα γνωστή για το αίσθημα δικαιοσύνης της και την φροντίδα των μοναστηριών, ιδιαίτερα των γυναικείων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδρυση από αυτήν του μοναστηριού Quedlinburg στην Σαξονία. Πολλές γυναίκες της αριστοκρατίας ανατράφηκαν σε αυτό το σημαντικό μοναστήρι. 

Η αγία Matilda αναπαύθηκε το έτος 968 στο μοναστήρι του Quedlinburg που ίδρυσε. Οι ελεημοσύνες που έκανε καθόλη την διάρκεια της ζωής της καθώς και η φροντίδα των  μοναστηριών ήταν πολύ διαδεδομένες και τιμήθηκε σαν αγία. 

Αγγλικό κείμενο εδώ 

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow 






Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἐμμέραμνος, Ἐπίσκοπος Ρατισβόνης (Βαυαρία). Ήμέρα Μνήμης: 22 Σεπτεμβρίου.

 


῾Ο βίος τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου (St. Emmeram, 
Emeram(n)us, Emmeran, Emmerano, Emeran, 
Heimrammi, Haimeran ἢ Heimeran), ἐγράφη ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἄρμπεο τοῦ Φράϊζινγκ (Arbeo 
von Freising) μὲ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Βιργιλίου, Ἐπισκόπου Σάλτσμπουργκ († Μνήμη: 27η Νοεμβρίου), γύρω στὸ ἔτος 770, συντάχθηκε δὲ 
ἀπὸ προφορικὲς παραδόσεις.

Ὁ Ἅγιος Ἐμμέραμνος γεννήθηκε στὸ Πουατιὲ 
(Poitiers) τῆς Ἀκουϊτανίας (σημ. Γαλλία). Σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομά του, τὸ ὁποῖο σημαίνει «τοπικὸ κοράκι», ἦταν γερμανικῆς καταγωγῆς. Καὶ πράγματι, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου κατέληξε νὰ εἶναι μία ζωντανὴ ἀναπαράστασις τοῦ νυκτικόρακος – « ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ» (Ψαλμ. ρα΄ 7), ὅπου κάθεται στὴν στέγη, ἐγκαταλελειμμένο ἀπὸ ὅλους, ἀλλὰ καὶ μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ Ὁποῖος ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τοὺς Μαθητές Του.

Ὁ Ἅγιος Ἐμμέραμνος ἦταν ψηλὸς καὶ ἑλκυστικὸς στὴν ἐμφάνισι. Λόγῳ τῆς μεγάλης εὐσεβείας του, τῆς εὐγλωττίας καὶ τῆς ἀσκήσεως ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Πουατιέ.

Τελοῦσε καθημερινὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔλεγε καθημερινὰ ἀπὸ μνήμης ὁλόκληρο τὸ Ψαλτήρι καὶ ἔκανε συνέχεια περιοδεῖες στὴν Ἐπισκοπή του, κηρύττων τὸ Eὐαγγέλιο καὶ νουθετῶν καταλλήλως τὰ πνευματικά του τέκνα γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.

Ὅλα ὅσα ἐδίδασκε τὰ ἐπιβεβαίωνε μὲ τὸ ἰδικό 
του παράδειγμα. Εἶχε μεγάλη ἐλευθερία νὰ συναλλάσσεται μὲ ὅλους, εἶχε εὐρύτητα πνεύματος καὶ πάντα προσπαθοῦσε νὰ οἰκοδομήση τὶς καρδιὲς τῶν πνευματικῶν του τέκνων.

Ἀναζητοῦσε τοὺς ἁμαρτωλοὺς στὶς οἰκίες τους καὶ τοὺς ἔφερνε σὲ μετάνοια μὲ τὶς συμβουλές του. Πλούσιοι καὶ πτωχοί, σοφοὶ καὶ ἁπλοῖ συνέρρεαν πλησίον του γιὰ πνευματικὲς συμβουλὲς καὶ ὑλικὴ ὑποστήριξι. Ὁ Ἐμμέραμνος διακρίθηκε ἰδιαίτερα γιὰ τὴν φιλανθρωπία του: στὶς πεζοπορίες του ἔδινε ὅ,τι εἶχε ἐπάνω του σὲ ἀπόρους, ὥστε συχνὰ ἐπέστρεφε στὸ κατάλυμά του μόνο μὲ τὸ ρᾶσο του.

Στὴν Βαυαρία.

Ὁ Ἅγιος ἤκουσε ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους, ὅτι ἡ Παννονία, ἡ ὁποία εὑρίσκετο στὰ ἀνατολικὰ σύνορα τοῦ τότε Φραγκικοῦ Βασιλείου (Καρπάθια πεδιάδα), ζοῦσε ἀκόμη στὸν παγανισμό. Ἐπιθυμῶν νὰ κηρύξη τὸ Eὐαγγέλιο ἐκεῖ, καὶ νὰ δώση ἀκόμη καὶ τὴν ζωή του γιὰ τὸν Χριστό, ἂν ἦταν θέλημα Θεοῦ, ζήτησε στὴν προσευχή του τὴν συγκατάθεσι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφοῦ τὴν ἔλαβε, ὥρισε διάδοχο γιὰ τὰ καθήκοντά του, ἄφησε τὰ ὑπάρχοντά του καὶ ἄρχισε μὲ ὀλίγους συντρόφους τὸ ταξίδι.

Ἔφθασε στὴν Pατισβόνη (Pέγκενσμπουργκ) περίπου τὸ ἔτος 649, ὅπου ἐβασίλευε ὁ Δούκας Θεόδωρος, ὁ ὁποῖος τὸν ὑποδέχθηκε εὐγενικά. Ὅταν ὅμως ἄκουσε, ὅτι ὁ Ἐμμέραμνος ἦταν καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τοὺς Ἀβάρους, δὲν ἤθελε νὰ τὸν ἀφήση νὰ προχωρήση περισσότερο γιατὶ ἦταν ἐχθρός τους. Ἀντίθετα, ὁ Δούκας ἐξέτασε τὴν βοήθεια, τὴν ὁποίαν ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμμέραμνος θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρη στοὺς ἰδικούς του ὑπηκόους μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὶς διδασκαλίες του, γιατὶ ἂν καὶ ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἐπίσημα καθιερωθῆ στὴν Βαυαρία, ἡ εἰδωλολατρία καὶ ἡ δεισιδαιμονία δὲν εἶχαν ἀκόμη ξεπερασθῆ. Ἔτσι οἱ κάτοικοι ποὺ ἔπιναν ἀπὸ ἕνα δισκοπότηρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπιναν μέχρι τώρα πρὸς εὐλογία τῶν θεῶν, τώρα θὰ ἔπιναν πρὸς εὐλογία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του.

Συνειδητοποιῶν ὅτι ὁ Δούκας δὲν θὰ τὸν ἄφηνε 
νὰ προχωρήση πρὸς τοὺς Ἀβάρους, ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμμέραμνος ἀπεφάσισε, μὲ θεϊκὴ φώτησι, νὰ παραμείνη στὴν Βαυαρία καὶ νὰ ἐργασθῆ ἐπιμελῶς γιὰ νὰ ἐξαλείψη τὴν εἰδωλολατρία. Ἐπὶ τρία ἔτη ἐργάσθηκε ἀκούραστα σὲ πόλεις, κωμοπόλεις καὶ χωριά, κηρύττων ἐπίμονα τὸ Eὐαγγέλιο. Μόνο τὸν χειμῶνα ἔμενε στὸ Pέγκενσμπουργκ, ὅπου τελοῦσε τὰ μυστήρια στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἔξω τῆς πόλεως.

Ὅταν ἐνεφανίζετο ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος καὶ ἔκανε τὰ μονοπάτια βατά, ἔπαιρνε τὸ ραβδί του καὶ περιπλανιόταν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἄλτμουλ (Altmühl), τοῦ Λάμπερ (Laber) καὶ τοῦ Νὰμπ (Naab), μετέβαινε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ καλύβα σὲ καλύβα, μέσα στὰ πιὸ πυκνὰ δάση, κηρύττων τὸ Eὐαγγέλιο, καταρρίπτων τὰ εἴδωλα καὶ φυτεύων τὸ σημεῖον τῆς ἀπολυτρώσεως.

Σπανίως περνοῦσε κάποιος ἀπὸ δίπλα του χωρὶς 
νὰ τοῦ μιλήση. Ἀμέτρητες μεταστροφὲς ἦταν ὁ καρπὸς τῶν ἀποστολικῶν του κόπων.

Μετὰ ἀπὸ τρία ἔτη ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν πληροφορία τοῦ ἐπικειμένου θανάτου του. Ζήτησε λοιπὸν ἀπὸ τὸν Δοῦκα τὴν ἀπελευθέρωσί του, νὰ πραγματοποιήση ἕνα προσκύνημα στὴν Pώμη, νὰ προσευχηθῆ στοὺς Τάφους τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Μαρτύρων καὶ νὰ προετοιμασθῆ γιὰ τὴν ἐκδημία του. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔλεγε ἀπὸ ταπεινοφροσύνη, γιατὶ ἐγνώριζε ἤδη, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸν τιμοῦσε νὰ μαρτυρήση γιὰ Aὐτόν.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὡμίλησε εἰλικρινὰ μὲ τὸν Ἱερέα τοῦ Γουόλφλετ (Wolflete) πρὶν τὴν ἀναχώρησί του. Τοῦ παρήγγειλε νὰ μὴν θεωρήση, ὅτι διέπραξε πραγματικὰ τὸ ἔγκλημα, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μαρτυρήση, ὅταν θὰ τὸν δῆ νὰ πεθαίνη μὲ φρικτὸ θάνατο...

Τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου.

Πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησί του, ἡ θυγατέρα τοῦ Δοῦκα Θεόδου, Οὔτα, καὶ ὁ φίλος της Σιγκιμπάλδος, υἱὸς δικαστοῦ, ἔπεσαν στὰ πό-
δια τοῦ Ἐπισκόπου καὶ ὡμολόγησαν, ὅτι εἶχαν σαρκικὴ σχέσι καὶ ὅτι ἡ Οὔτα ἔμεινε ἔγκυος. Μὲ μεγάλο φόβο γιὰ τὴν ζωή τους, τοῦ ζήτησαν συμβουλὲς γιὰ τὸ πῶς νὰ ἀποφύγουν τὴν ὀργὴ τοῦ Δοῦκα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο περίμεναν μόνο θάνατο.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμμέραμνος ἐπέπληξε αὐστηρὰ καὶ τοὺς δύο γιατὶ ἐφοβοῦντο τόσο πολὺ τὶς ἐπίγειες τιμωρίες, οἱ ὁποῖες εἶναι παροδικές, καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὶς αἰώνιες τιμωρίες. Ἔδωσε καὶ στοὺς δύο τὸν κατάλληλο κανόνα μετανοίας, καὶ εἶπε στὴν Πριγκίπισσα, ὅτι θὰ ρίξη τὸ ἔγκλημα ἐπάνω του.

Ἀμέσως μετά, μὲ τὴν συμμετοχὴ ὁλοκλήρου τῆς Aὐλῆς, ὁ Ἐπίσκοπος ἀποχαιρετήθηκε μὲ κάθε εὐλάβεια.

Καθὼς ὁ Ἅγιος Ἐμμέραμνος ὥδευε πρὸς τὴν 
Pώμη, ἡ κατάστασις τῆς Οὔτα ἄρχισε νὰ γίνεται ἀντιληπτή. Ὅταν ἐρωτήθηκε ἀπὸ τὸν ἀγανακτισμένο Δοῦκα ποιὸς ἦταν ὁ πατέρας τοῦ 
ἀναμενομένου παιδιοῦ, ἡ Οὔτα ἀπάντησε (σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Ἁγίου), ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος τὴν ἀποπλάνησε.

Μὲ δυσκολία οἱ παρευρισκόμενοι κατάφεραν νὰ ἐμποδίσουν τὸν ἐξαγριωμένο Δοῦκα ἀπὸ τὸ νὰ θανατώση τὴν θυγατέρα του μὲ τὸ σπαθί του. Τῆς ἔδωσε μία μικρὴ περιουσία καὶ τὴν ἔστειλε στὴν 
Ἰταλία, ὅπου τελείωσε τὴν ζωή της μὲ πένθος καὶ μετάνοια. Ὁ Σιγκιμπάλδος λέγεται, ὅτι τράπηκε σὲ φυγὴ σύντομα καὶ εἶχε θλιβερὸ τέλος. Ἀλλὰ ὁ ἀδελφὸς τῆς Οὔτα, Λάμπερτ, ὡρκίσθηκε ἐκδίκησι 
ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο, τὸν ὑποτιθέμενο ἀποπλανητὴ τῆς ἀδερφῆς του. Ἔσπευσε πίσω του μὲ μία ὁμάδα ἐνόπλων καὶ τὸν συνάντησε στὸ Χέλφεντορφ, ὄχι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ Μόναχο, ὅπου ἀναπαυόταν μὲ τοὺς δύο συντρόφους του, τοὺς Ἱερεῖς Βιτάλιο (Vitalis) καὶ Γουόλφλετ (Wolflete), οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἤδη ἔλθει ἀπὸ τὴν Γαλλία.

Ὁ Ἐμμέραμνος προσευχόμενος ἐντὸς μιᾶς οἰκίας, ἐνώπιον Λειψάνων καὶ λαμπάδων, ἐδιάβαζε τὴν Ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν. Στὸν ἦχο τῶν καλπασμάτων, ὁ ὁποῖος πλησίαζε, ὁ Ἐμμέραμνος ἀπευθύνθηκε στοὺς παρευρισκόμενους, λέγων ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν ἦσαν ἀναμενόμενοι.

Στὴν θέα τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ Λάμπερτ ἔγινε ἀμέσως ἔξαλλος. Ἀπὸ τὸ ἄλογο χαιρέτησε τὸν Ἅγιο μὲ τὰ λόγια: «Χαιρετίσματα, Ἐπίσκοπε καὶ κουνιάδε!». Ἄκουσε τὴν ἤρεμη ὑπεράσπισι τοῦ Ἐμμεράμνου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐπρότεινε νὰ πάη τὸ θέμα στὸν Ἐπίσκοπο Pώμης καὶ νὰ διευκρινισθῆ ἐκεῖ. Τότε τὸν ἐκτύπησε στὸ στῆθος μὲ τὸ ραβδί του καὶ διέταξε νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὰ ἐπισκοπικὰ ἄμφια.

Οἱ σύντροφοι τοῦ Ἐπισκόπου καὶ οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ὅταν εἶδαν τὶ συνέβαινε, τρομοκρατήθηκαν καὶ φοβούμενοι γιὰ τὴν ζωή 
τους κρύφθηκαν.

Ἀπεγύμνωσαν τὸν Ἐμμέραμνο, τὸν ἔδεσαν σὲ μία σκάλα καὶ τὸν ἔβαλαν σὲ ἕναν μεγάλο ὀγκόλιθο, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐχρησίμευε κάποτε ὡς πέτρα θυσίας, ὅπου, σύμφωνα μὲ τὸ παλαιὸ γερμανικὸ τελετουργικό, ὅλα τὰ μέλη μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε ἁμαρτήσει, κατὰ τὴν γνώμη τῶν δικαστῶν του, ἔπρεπε νὰ κοποῦν ἕνα πρὸς ἕνα. Κάθε τόσο, ὅσο μποροῦσε, ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμμέραμνος ἀπηύθυνε 
μία θερμὴ προσευχὴ στὸν Χριστό, ὅπως: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, μὲ ἐλύτρωσες μὲ τὸ πανάγιο Aἷμά Σου. Σὲ εὐχαριστῶ ἐκ βαθέων, διότι μὲ ἔφερες ἀπὸ ὅλες τὶς πολλὲς χῶρες σὲ αὐτήν, τῆς ὁποίας ἤθελες νὰ ἠγηθῆς. Γιὰ τὴν ἀγάπη Σου ἂς χυθῆ τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀθῶο ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν ταύτην».

Δύο ἀπὸ τοὺς πέντε ὑπηρέτες, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ τοῦ Λάμπερτ φοβήθηκαν καί, μὲ χλωμὰ πρόσωπα, προσευχήθηκαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας τους στὸν Χριστό μας νὰ τοὺς συγχωρήση γιὰ ὅσα εἶχαν ἐντολὴ νὰ κάνουν σὲ αὐτὸν τὸν ἀθῶο ἄνθρωπο, καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμμέραμνος ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς δώση σύμφωνα μὲ τὴν καρδία τους. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ὑπηρέτες, ὅμως, ἔδειξαν τὴν μοχθηρία τῆς καρδίας τους. Πρῶτα ἔκοψαν τὰ δάκτυλα τῶν ποδιῶν τοῦ Ἁγίου, ἔπειτα τὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν του, μετὰ καὶ τὰ δυό του πόδια καὶ τὰ δυό του χέρια.

Ὁ δὲ Ἅγιος Ἐμμέραμνος εὐχαριστοῦσε τὸν Θεόν, ὅτι ἐπέτρεψε νὰ ἀξιωθῆ ὅλων αὐτῶν τῶν βασανιστηρίων. Τότε τοῦ ἔκοψαν καὶ τὴν μύτη καὶ τὰ αὐτιά, ἐξώρυξαν τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ τὸν εὐνούχισαν. Ὁ Ἐμμέραμνος συνέχισε νὰ εὐχαριστῆ τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του. Τελικά, ὁ Λάμπερτ ἔκοψε τὴν γλῶσσα τοῦ Ἁγίου καὶ ἄφησαν τὸν Μάρτυρα.

Ὅταν οἱ σύντροφοι τοῦ Ἁγίου ἦλθαν, ἐθρήνησαν τὸν Ἐπίσκοπό τους. Ὁ Ἐμμέραμνος ζήτησε λίγο νερό. Ὁ δὲ Βιτάλιος τοῦ ἀντέτεινε, πῶς ζητάει νερό, ἀφοῦ ἔμεινε χωρὶς ἄκρα, ἔπρεπε νὰ θελήση 
νὰ πεθάνη παρὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ζήση ἄλλο. Ὁ Ἐμμέραμνος τοῦ ἀπήντησε, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρατείνη κανεὶς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του γιὰ νὰ μετανοήση. Ὡς πρὸς τὰ ἀπερίσκεπτα λόγια του, προεῖπε στὸν Βιτάλιο, ὅτι στὸ μέλλον θὰ ἔβαζε ἕνα ποτὸ στὸ στόμα του μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἔχανε τὸ μυαλό του, χωρὶς ὅμως νὰ βλάψη κανέναν, πρὸς παραδειγματισμὸ ὅλων.

Οἱ σύντροφοι τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου ἐκάλεσαν τότε τοὺς κατοίκους τῆς ὑπαίθρου, οἱ ὁποῖοι ἔδεσαν τὸν τραυματισμένο ἄνδρα καὶ τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα κάρο, τὸ ὁποῖο ἔσερναν βόδια, γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν 3 μὲ 4 ὧρες πίσω στὸ Ἄσχαϊμ, ὅπου ὑπῆρχε μία φάρμα τῶν Δουκῶν.

Πρὶν νὰ ξεκινήση τὸ ἅρμα τοῦ Ἁγίου, ἐμφανίσθηκαν ἔξαφνα δύο ἱππεῖς, μὲ θαυμάσια ἐμφάνισι, ὅπως δὲν εἶχαν δεῖ ποτὲ ἐδῶ. Ἐρώτησαν γιὰ τὸ ποῦ εὑρίσκονται τὰ μέλη τοῦ μαρτυρικοῦ ἀνδρός. Τοὺς ἔδειξαν ἕναν κράταιγο (φυλλοβόλο θάμνο) κάτω ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν τοποθετηθῆ τὰ κομμένα μέλη. Σύμφωνα μὲ τὶς ἰδέες τῆς ἐποχῆς, ὅσοι ἔχαναν τὰ ἄκρα τους δὲν θὰ ἔβλαπταν ἂν ἦταν καλυμμένοι μὲ χῶμα.

Μόλις οἱ δύο καβαλλάρηδες σήκωσαν τὰ μέλη, ἔγιναν ἄφαντοι. Τότε ἄνοιξαν τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Ἐπισκόπου ἦταν τὸ μαρτύριο ἑνὸς ἀθώου. Ὡς ἐκ τούτου, πολλοὶ κάτοικοι τοῦ τόπου συνώδευσαν τὸν ἀκρωτηριασμένο Ἐπίσκοπο. Τὸ κάρο συνώδευαν καὶ γυναῖκες. Στὸ δρόμο, καθὼς ἐπλησίασαν πολὺ στὸ Ἰσὰρ (Isar), ὁ Ἐμμέραμνος ἐφώναξε καὶ ἔδωσε νὰ καταλάβουν, ὅτι εἶχε ἔλθει ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου του καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν σηκώσουν ἀπὸ τὸ κάρο. Τὸν ἐσήκωσαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κάρο καὶ τὸν ἐξάπλωσαν στὸ φρέσκο γρασίδι. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του εἰς χεῖρας Θεοῦ.

Τὴν στιγμὴ τοῦ θανάτου του, ἕνα φῶς ἐξῆλθε τοῦ στόματός του, σὰν μία δυνατὴ δᾶδα, τὸ ὁποῖο ἀνέβαινε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Οἱ αἰθέρες ἄνοιξαν καὶ ἡ λάμψις τοῦ οὐρανοῦ ἐφώτισε τὰ πρόσωπα 
ὅλων τῶν παρευρισκομένων σὰν ἀστραπή, καθὼς ὁ Μάρτυς ἀνερχόταν στὸν Παράδεισο. Φόβος καὶ τρόμος κατέλαβε ἅπαντας, καὶ μετὰ βίας ἐτόλμησαν ἔπειτα νὰ ἀγγίξουν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸ σηκώσουν καὶ ἀποθέσουν πάλι στὸ κάρο.

Τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Ἐπισκόπου ἐνταφιάσθηκε ἀρχικὰ στὸν πλησιέστερο Ναό, τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στὸ Ἄσχαϊμ. Ὅταν ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἐγκυμοσύνη τῆς Οὔτα, ὁ Λάμπερτ στάλθηκε στὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἀβάρων λόγῳ τῆς σκληρότητός του, ὅπου σύντομα χάθηκε. Ἡ Οὔτα στάλθηκε στὴν Ἰταλία σὲ ἕνα Μοναστήρι, ὁ Σιγκιμπάλδος εἶχε τραπῆ σὲ φυγὴ καὶ τοὺς τρεῖς ὑπηρέτες, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν μὲ εὐχαρίστησι στὴν ἐκτέλεσι τοῦ Ἐμμεράμνου βρῆκε μεγάλη συμφορὰ καὶ ἀπέθαναν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δύο ὑπηρέτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταδικάσει τὸν ἑαυτό τους, ἐτελείωσαν εἰρηνικὰ τὴν ζωή τους. Τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἐμμέραμνος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του, ξέσπασε μία καταιγίδα, ἡ ὁποία διήρκησε σαράντα ἡμέρες.

Μέσα ἀπὸ διάφορα ὁράματα, κάποιοι κάτοικοι τοῦ Pέγκενσμπουργκ συνειδητοποίησαν, ὅτι ἡ αἰτία τῆς καταιγίδος αὐτῆς ἦταν ὁ θάνατος τοῦ ἀθώου Ἐπισκόπου. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε νὰ μετατεθοῦν μὲ τιμὲς τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου στὸ Pέγκενσμπουργκ. Τὸ σκήνωμα τοῦ Μάρτυρος μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸ Ἄσχάϊμ στὸ Pέγκενσμπουργκ ἐπὶ ποταμοῦ.

Τὸ πλοῖο ἀπὸ μόνο του σταμάτησε στὸ ὕψος τοῦ Pέγκενσμπουργκ. Ὁ Δούκας, οἱ μεγιστᾶνες, ὁ Κλῆρος καὶ ὁ λαὸς παρέλαβαν τὸ ἅγιο Σκήνωμα μὲ μεγάλη ἐπισημότητα. Οἱ ἱερεῖς μετέφεραν αὐτὸ στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, σήμερα Ἁγίου Ἐμμεράμνου, ὅπου καὶ ἐτάφη. Τὴν στιγμὴ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Ἁγίου ὁ καιρὸς ἄλλαξε καὶ ἔγινε πάλι αἴθριος.

Σημεῖα.

Στὸ μέρος ὅπου παρέδωσε ὅ Ἅγιος Ἐμμέραμνος τὸ πνεῦμά του, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι, διατηρήθηκε ἕνα ἰδιαίτερο κλῖμα: δὲν καλύπτοταν ποτὲ πλέον μὲ χιόνι, ἀλλὰ ὅλο τὸν χρόνο, ἀκόμη καὶ τὸν χειμῶνα, ὅταν ὅλη ἡ Γερμανία εἶναι καλυμμένη μὲ πολὺ χιόνι, ἐκεῖ διετηρεῖτο ἀνοιξιάτικη λαμπρότης καὶ ὀμορφιά.

Ἔτσι ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου διατηρήθηκε στοὺς ντόπιους κατοίκους, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως θεωροῦσαν ὡρισμένα ἄλση καὶ δένδρα ἄξια λατρείας. Ἐκεῖ ἔκτισαν ἕνα Ναΰδριο, στὸ ὁποῖο πολλὲς προσευχὲς γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς εἰσακούσθησαν. Σήμερα ὑπάρχει ἐξωκκλήσι, ὅπου καὶ Λείψανα τοῦ Ἁγίου. Τὸ μέρος ὀνομάζεται Ἅγιος Ἐμμέραμνος (Sankt Emmeram).

Στὸ Χέλφεντορφ (Helfendorf), ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου διατηρήθηκε ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πέτρα ἐπάνω στὴν ὁποία ἐμαρτύρησε ὁ Ἅγιος ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ὅμως τὸ χωριὸ Χέλφεντορφ ἔμεινε ἔρημο γιὰ πολλὰ χρόνια, καθὼς οἱ κάτοικοί του σκορπίσθηκαν, διότι δὲν εἶχαν σταθῆ πλησίον τοῦ ἁγίου Ἐπισκόπου τὴν ὥρα τοῦ Μαρτυρίου του. Ἀργότερα, ἐπάνω ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ Μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου κτίσθηκε ἕνας Ναός. Ἕνα ρέμα κυλάει ἀκριβῶς δίπλα στὴν Ἐκκλησία, τοῦ ὁποίου ἡ πηγὴ εὑρίσκεται πλησίον. Ἀπὸ τὴν πηγὴ αὐτὴ δόθηκε γιὰ τελευταία φορὰ νερὸ στὸν Ἅγιο Ἐμμέραμνο.

Ἐπὶ Ἐπισκόπου Γκάγουϊμπαλντ (Gawibald), τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου μεταφέρθηκαν στὸν μεγαλύτερο Ναὸ τοῦ ὁμωνύμου Μοναστηριοῦ, ὅπου ἀναπαύονται μέχρι σήμερα. Ἡ ἐπιγραφὴ στὸν σημερινὸ τάφο γράφει: «Ἐμμέραμνος, Ἐπίσκοπος Πουατιέ. Ἦλθε κηρύττων τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ τῆς Βαυαρίας, ὅπου ὑπέφερε στὸ Χέλφεντορφ γιὰ χάρι τοῦ Χριστοῦ στὶς 22 Σεπτεμβρίου 652 καὶ ἐτάφη ἐδῶ στὸ Ρέγκενσμπουργκ».

Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου στὸ Pέγκενσμπουργκ ἔκλεισε τὸ 1803. Ὁ Πρίγκιπας τοῦ Θοὺρν καὶ Τάξις (Thurn and Taxis) μετέτρεψε αὐτὸ σὲ παλάτι. Ὁ Ναὸς τοῦ Μοναστηριοῦ ἔγινε ἐνοριακός. Σὲ ἕνα ἄνοιγμα τοῦ Τάφου τοῦ Ἁγίου 
Ἐμμεράμνου τὸν IΖ΄ αἰῶνα, βρέθηκαν τὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι τοῦ Μαρτυρίου του.

Θαύματα.

Ἡ παράδοσις ἀναφέρει γιὰ μία γυναίκα, ἡ ὁποία ζοῦσε μὲ ἕναν ἔγγαμο ἄνδρα, τοῦ ὁποίου ἡ σύζυγος ἦταν ἀσθενής. Ὅταν κάποτε μετέβησαν γιὰ προσκύνημαστὸν Ἅγιο Ἐμμέραμνο καὶ εὑρισκόταν μόλις 200 βήματα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἄρχισε ἔξαφνα νὰ τρέμη σὲ κάθε ἄκρο της, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τῆς ἦταν ἀδύνατον νὰ περπατήση οὔτε πρὸς τὰ ἐμπρὸς οὔτε πρὸς τὰ ὀπίσω. Μὲ μεγάλο φόβο ἐκάλεσε σὲ βοήθεια. Ἔτυχε νὰ περάση ἕνας Ἱερέας, ὁ ὁποῖος τὴν ὡδήγησε στὴν ἄκρη καὶ τὴν ἐρώτησε τὸν λόγο τῆς καταστάσεώς της.

Ἐξωμολογήθηκε τὸ ἔγκλημά της καὶ στὴν συνέχεια ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ μαρτύριο, εἰσῆλθε 
ἐλεύθερα στὸν Ναὸ καὶ προσεκύνησε τὰ ἅγια Λείψανα.

Μία ἄλλη φορά, μία ὑπηρέτρια ἔπεσε θῦμα μαγείας καὶ ἄρχισε νὰ νιώθη μία ἀνυπέρβλητη ἀποστροφὴ γιὰ κάθε φαγητό. Ἂν τῆς ἔβαζες μὲ δύναμι κάτι στὸ στόμα, θὰ τὸ ἔφτυνε ἀμέσως, ἀναμιγμένο μὲ αἷμα. Γιὰ ἕνα ἔτος ἔζησε ἔτσι, ἐνῶ ἔκανε τὴν ὑπηρεσία της ὡς συνήθως, καὶ μόνο ἡ ὠχρότητα τοῦ προσώπου της πρόδιδε τὴν κατάστασί της. Τότε, κάποιος φιλόθεος τῆς συνέστησε νὰ κάνη προσκύνημα στὸν Ἅγιο Ἐμμέραμνο. Καθὼς ἐπλησίαζαν στὸν Ναό, ὅπου ἀναπαύονται τὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου, ἡ ὑπηρέτρια ἔνιωσε μεγάλη πεῖνα καὶ ἐζήτησε ψωμί. Ἀφοῦ προσεκύνησε τὰ Λείψανα, ἐπέστρεψε στὸ σπίτι θεραπευμένη.

Ἡ παράδοσις ἀναφέρει ἐπίσης γιὰ κάποιον εὐσεβῆ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μετέβαινε νὰ προσκυνήση τὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου. Στὸν δρόμο συνάντησε ληστές, οἱ ὁποῖοι τὸν συνέλαβαν καὶ τοῦ ἔκλεισαν τὸ στόμα, ὥστε νὰ μὴν μπορῆ πλέον νὰ μιλήση. Ἔπειτα τὸν μετήγαγαν στὴν Γαλλία, ὅπου τὸν ἐπούλησαν ὡς σκλάβο. Στὸ διάστημα αὐτό, ὁ ἄνδρας συχνὰ νήστευε καὶ προσευχόταν θερμὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν Ἅγιο Ἐμμέραμνο.

Ἕνα ἔτος ἀργότερα, πουλήθηκε στὴν βόρεια Γερμανία, στοὺς Γουέσερ (Weser), μία φυλὴ ἡ ὁποία ἦταν ἀκόμα παγανιστική. Ἐκεῖ ἐκέρδισε τὸν σεβασμὸ τοῦ τοπικοῦ Πρίγκιπος λόγῳ τῆς ἱκανότητός του στὴν κατασκευὴ οἰκιῶν καὶ 
ἄλλων χειρωνακτικῶν δεξιοτήτων.

Ὅταν κάποιος ἔγγαμος ἄνδρας ἀπέθανε, τὸν διέταξε ὁ Πρίγκιπας νὰ λάβη ὡς σύζυγο τὴν χήρα του. Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε, ἐπισημαίνων ὅτι ἦταν Χριστιανὸς καὶ ἤδη συζευγμένος, καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του ἦταν ἀκόμη ζωντανὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπετρεπόταν νὰ ἔλθη σὲ δεύτερο γάμο. Ὡστόσο, αὐτὸ ἑρμηνεύθηκε ὡς μυστικὸ σχέδιο ἀποδράσεως καὶ ἀπειλήθηκε νὰ πωληθῆ στοὺς πλέον ἄγριους Σάξονες, γιὰ νὰ μὴν χάσουν οἱ κύριοι του τὴν τιμὴ τῆς ἀγορᾶς του.

Τελικά, ὁ ἄνδρας ἐνέδωσε στὸν γάμο. Τὴν νύκτα τοῦ γάμου, ὡστόσο, προσπάθησε νὰ πείση τὴν νέα του σύζυγο νὰ προσποιηθῆ, ὅτι ἔκαναν ἕναν κανονικὸ ἔγγαμο βίο, ἀφοῦ, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, εἶχε ἤδη σύζυγο. Ἀλλὰ ἡ νέα του σύζυγος δὲν συμφωνοῦσε καθόλου. Τότε τῆς ἐξήγησε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸ χριστιανικὸ ἔθιμο, ἔπρεπε νὰ περιμένουν τοὐλάχιστον τρεῖς ἡμέρες πρὶν νὰ συνέλθουν. Σὲ αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ ἄνδρας αὔξησε τὶς προσευχές του καὶ ἐνήστευε.

Τὸ ἑπόμενο βράδυ, ὁ Ἅγιος Ἐμμέραμνος τοῦ ἐμφανίσθηκε σὲ ὄνειρο καὶ τὸν διέταξε νὰ πάρη τὸ ψωμί, τὸ ὁποῖο ἦταν στὸν ἐπάνω ὄροφο καὶ 
νὰ ἐπιστρέψη ἀμέσως στὴν Βαυαρία. Πρὸς ἔκπληξίν του, ὁ ἄνδρας βρῆκε τὸ ψωμὶ ἐκεῖ ὅπου τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ Ἅγιος στὸ ὄνειρο καὶ ἔφυγε ἀνενόχλητος ἀπὸ τὸ σπίτι τὸ ἴδιο βράδυ. Μὲ τὴν βοήθεια αὐτοῦ τοῦ ψωμιοῦ ἐταξίδευσε γιὰ δεκατέσσερις ἡμέρες ἕως Βαυαρία καὶ ἔφθασε στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐμμεράμνου στὸ Pέγκενσμπουργκ στὴν ἀρχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἀφοῦ παρακολούθησε τὴν Λειτουργία, ὡμίλησε ἐνώπιον τοῦ ἐκκλησιάσματος γιὰ τὴν ὀδύσσειά του καὶ ἐμοίρασε στοὺς πιστοὺς τὸ ὑπόλοιπο ψωμί του, καθὼς τοῦ εἶχε ἀπομείνει τὸ ἕνα τρίτο!...



Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

Ο Χριστός στο Σταυρό έχει τα χέρια Του απλωμένα για να σε αγκαλιάσει

 Άγιος Βονιφάτιος (Saint Boniface) Ισαπόστολος Γερμανίας (+754)




«Ο Χριστός στον Σταυρό σκύβει το κεφάλι Του περιμένοντας σε, για να σε φιλήσει. Τα χέρια Του απλωμένα, για να σε αγκαλιάσει, τα χέρια Του ανοιχτά, για να σε πλουτίσει. Το σώμα Του απλώνεται, για να δώσει τον εαυτό Του ολοκληρωτικά. Τα πόδια Του είναι καρφωμένα, για να μείνει εκεί. Η πλευρά Του είναι ανοιχτή για σένα, για να σε αφήσει να μπεις εκεί». 

—Άγιος Βονιφάτιος Ισαπόστολος Γερμανίας (+754)



Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Αγία Κορώνα ή Αγία Στεφανίδα: Η προστάτιδα από τις επιδημίες



Η Αγία Κορώνα, προστάτης των πασχόντων από ασθένειες και επιδημίες. Με αφορμή την πανδημία από τον κορονοϊό ήλθε και πάλι στη βαυαρική δημοσιότητα το εκκλησάκι της Αγίας Κορώνας που βρίσκεται στη κωμόπολη Arget, 35 χιλιομ. ανατολικά του Μονάχου.
Σύμφωνα με το αγιολόγιο της Εκκλησίας μας η Αγία Κορώνα ή Στεφανίδα όπως μεταφράζεται το όνομά της και αναφέρεται στο Ορθόδοξο Συναξάριο, έζησε τα μέσα του 2ου αιώνος μ.Χ.

Ήταν γυναίκα ενός στρατιωτικού στην Ιταλία το 160, όταν βασιλιάς ήταν ο Αντωνίνος. Στο μεταξύ πέθανε ο άνδρας της και έμεινε χήρα.
Παρέστη στο μαρτύριο του Αγίου Βίκτωρα, τον οποίο προέτρεπε και ενεθάρρυνε να υποστεί με θάρρος το μαρτύριο.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε τους ειδωλολάτρες, τη συνέλαβαν και την οδήγησαν στον ηγεμόνα και αφού εκεί ωμολογησε τη πίστη της στο Χριστό, της έδεσαν τα χέρια στις κορυφές δύο δέντρων (φοινίκων) που με τη βία λύγισαν. Ακολούθως άφησαν ελεύθερες τις κορυφές των δέντρων που επανήλθαν στην αρχή τους θέση τους, σχίζοντας το σώμα της μάρτυρος σε δύο μέρη.

Η μνήμης της εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία στις 11 Νοεμβρίου.

Σε πολλές πόλεις της Βαυαρίας και της Αυστρίας υπάρχουν ήδη από τον 14 αιώνα μ.Χ. εκκλησίες και παρεκκλήσια προς τιμή της Αγίας Κορώνας, που θεωρείται και ως προστάτης των πασχόντων από επιδημίες και αρρώστιες. Κοντά στη Βιέννη υπάρχουν και δύο πόλεις με το όνομα της Αγίας Κορώνας.

Στη Βαυαρία, στη κωμόπολη Arget κοντά στο Μόναχο, υπάρχει ένα παρεκκλήσι της Αγίας Κορώνας που ανάγει την ιστορία του στην ακόλουθη παράδοση:
Το 1599 μ.Χ. ένα ζεύγος Βαυαρών βρήκε στο χωράφι, που είναι σήμερα κτισμένο το παρεκκλήσι, μια ξύλινη εικόνα της αγίας Κορώνας, την οποία και μετέφεραν στο σπίτι τους. Η εικόνα όμως αυτή επέστρεφε μόνης της με θαυματουργικό τρόπο στο χωράφι, όπου ευρέθη. Για το λόγο αυτό κτίστηκε στον τόπο εκείνο το 1648 μ.Χ. ένα εκκλησάκι, προς τιμή της αγίας.
Το 1807 μ.Χ. κατεδαφίστηκε το εκκλησάκι και οι πέτρες του χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή ενός χοιροστασίου, το οποίο όμως δεν πρόκοψε. Για το λόγο αυτό ο ιδιοκτήτης του κατεδάφισε το χοιροστάσιο και επέστρεψε τις πέτρες για να κτιστεί εκ νέου το 1820 μ.Χ. το εκκλησάκι. Έκτοτε το ναΐδριο αυτό ανακαινίστηκε πολλές φορές και τελευταία, το 1986 μ.Χ., εξόδοις του Βαυαρικού Κράτους, λόγω του επίσημου χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου μνημείου.

Στο εσωτερικό του παρεκκλησίου υπάρχει μια ξύλινη αγία τράπεζα με παραστάσεις από το μαρτύριο της Αγίας Κορώνας, εικόνες, αφιερώματα και πίνακες με το ιστορικό του παρεκκλησίου. Στην εσοχή, της εξωτερικής πλευράς του ανατολικού τοίχου, υπάρχει το εξής κείμενο σε γοτθική γραφή (σε ελεύθερη μετάφραση):
Προσευχή
Κουρασμένε πεζοπόρε στάσου ακίνητος,
ξεκουράσου εδώ στην Αγία Κορώνα.
Προσευχήσου σ’ αυτήν ευλαβικά,
εάν έχεις στεναχώριες και βάσανα.

Με αφορμή την επίκαιρη πάνδημη εξάπλωση του Κορωναϊού και στη Βαυαρία οι κληρικοί της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας στο Μόναχο, Πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Μαλαμούσης και Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Βλέτσης μετέβησαν την Κυριακή 15 Μαρτίου στο εκκλησάκι της Αγίας Κορώνας και τέλεσαν ιερή παράκληση υπέρ υγείας και σωτηρίας των ανθρώπων που ταλανίζονται από τη σύγχρονη αυτή θανατηφόρο λαίλαπα και υπέρ της ταχείας εξαφάνισης της επιδημίας του Κορωνοϊού.

ξεκουράσου εδώ στην Αγία Κορώνα.
Προσευχήσου σ’ αυτήν ευλαβικά,
εάν έχεις στεναχώριες και βάσανα.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο


Τροπάρια προς τιμή της Αγίας Κορώνας (Στεφανίδας)

Τρισάριθμον σύνταγμα, τῶν Ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ, συμφώνως τιμήσωμεν, ὡς καθαιρέτας ἐχθροῦ, Μηνᾶν τὸν ἀοίδιμον, Βίκτωρα τὸν γενναῖον, καὶ Βικέντιον ἅμα, τούτοις συνευφημοῦντες, Στεφανίδα τὴν θείαν. Αὐτῶν Χριστῷἱκεσίαις, πάντας ἐλέησον.

Ὡς εὐσεβείας Μάρτυρας, καὶ Ἀθλητὰς θεόφρονας, ἡ Ἐκκλησία γεραίρει δοξάζουσα, μαρτυρικοῖς ἐν ᾄσμασι, Μηνᾶν τε Βίκτωρα καὶ Βικέντιον χαίρουσα, καὶ Στεφανίδα τὴν γενναιόφρονα, καὶ Χριστὸν μεγαλύνει, τὸντούτους δοξάσαντα.

Ὕμνοις φιλομάρτυρες ἱεροῖς, Μηνᾶν τὸν γενναῖον, καὶ τὸν Βίκτωρα τὸν στερρόν, σὺν τῷ Βικεντίῳ, καὶ Στεφανίδι ἅμα, τοὺς ἀριστεῖς τοῦ Λόγου,
ἐγκωμιάσωμεν.

(Από το Μηναίο της Εκκλησίας μας, 11η του μηνός Νοεμβρίου)

Πηγή