Google+ Followers

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ω, γενναίο νέο αδιέξοδο!



Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του ιερομ. Δαμασκηνού, που έχει τίτλο «π. Σεραφείμ Ρόουζ». Ο π. Σεραφείμ που γεννήθηκε και έδρασε στην Αμερική, πριν γίνει Ορθόδοξος Χριστιανός και εν συνεχεία  μοναχός και ιερέας πέρασε και επηρεάστηκε από ποικίλα ρεύματα. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευγένιος. Στο απόσπασμα αυτό γίνεται αναφορά στο  «κίνημα των Μπίτνκις», το οποίο ήταν ένα κοινωνικό κίνημα αντικουλτούρας της γενιάς Μπιτ του ’50 και ’60: πρότειναν «έναν αντίστροφο του αμερικανικού ονείρου» τρόπο ζωής, ο οποίος με την άρνηση της εργασίας, τις περιπλανήσεις του ατόμου, τους θρησκευτικούς και φιλοσοφικούς μυστικισμούς, το αμερικανικό φολκλόρ, την ανακάλυψη της ποιότητας, της έντασης και της αισθαντικότητας της ζωής… παρουσίαζε ως καρικατούρα την κοινωνία της αποτελεσματικότητας, του κέρδους και της διαμεσοποίησης.

«Ο Χριστός είναι η μόνη έξοδος απ’ αυτόν τον κόσμο. οι άλλες ¨έξοδοι¨ - η σεξουαλική έκσταση, η πολιτική ουτοπία, η οικονομική ανεξαρτησία – δεν είναι τίποτα άλλο από αδιέξοδα δρομάκια, όπου αποσυντίθενται τα πτώματα των πολλών που τα ακολούθησαν».

Το 1958, το κίνημα των Μπίτνικς βρισκόταν στο απόγειό του, προσπαθώντας να διευρύνει την τέχνη, τη μουσική και τη λογοτεχνία σε πιο ελεύθερες μορφές έκφρασης, επαγγελόμενο σύμφωνα με τον ιδρυτή του, Τζακ Κέρουακ, «μια μυστική αποδέσμευση του πνεύματος και μία χαλάρωση των κοινωνικών και σεξουαλικών εντάσεων». Ποιητές και μουσικοί της τζαζ άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της Βόρειας Ακτής του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ευγένιος την επισκέφθηκε, αλλά δεν εντυπωσιάστηκε. Όπως έγραψε σε γράμμα του: «Πήγαμε πρόσφατα σε πάρτι της γενιάς Μπήτ… ήταν μάλλον βαρετό, με τύμπανα μπόνγκο (ή όπως αλλιώς τα λένε) και τον Χερμπ Κάεν». Με την παιδεία που είχε στην κλασική μουσική ο Ευγένιος, δεν ανεχόταν καθόλου την τζαζ.
     Σε κάποια περίπτωση μάλιστα συνάντησε τον ίδιο τον Τζακ Κέρουακ, ο οποίος δέκα χρόνια νωρίτερα είχε δώσει στη γενιά Μπιτ το όνομά της. Ο Κέρουακ είχε πει τότε: «Είμαστε σαν μια γενιά λαθραίων τύπων… με ένα είδος κόπωσης και πλήξης σε σχέση με όλους τους τύπους και τις συμβάσεις του κόσμου… Έτσι λοιπόν, θα μπορούσατε να πείτε ότι είμαστε μια κουρασμένη γενιά, μια γενιά μπιτ». Όπως ο Ευγένιος, έτσι κι ο Κέρουακ είχε μια ισχυρή χριστιανική συνείδηση και ένιωθε δυστυχισμένος προσπαθώντας να ζήσει μακριά από το θέλημα του Θεού. όπως κι εκείνος, πειραματίστηκε με τον βουδισμό αλλά δεν τον θεώρησε αρκετά δυνατό για να καυτηριάσει τις πληγές της ψυχής του.
     Ο Ευγένιος συνάντησε επίσης τον Γκάρυ Σνάιντερ, τον ήρωα του ζεν στο βιβλίο του Κέρουακ «Αλήτες του Ντάρμα», και προσωπικό φίλο του Άλαν Γουάτς, ο οποίος είχε επισκεφθεί αρκετές φορές την Ακαδημία. Όπως έγραψε ένας ιστορικός της γενιάς Μπητ: «Η περιγραφή από τον Κέρουακ, των αξιών και του τρόπου ζωής του Σνάιντερ, σκιαγράφησε την κουλτούρα των χίπηδων που εμφανίστηκε μια δεκαετία αργότερα».
     Μόλις έγινε δημοφιλές το κίνημα Μπιτ, τουρίστες και διάφοροι περαστικοί άρχισαν να συρρέουν στη Βόρεια Ακτή προσπαθώντας να βρουν αληθινούς μπίτνικς.
     Η περιοχή άρχισε, κατά τα λεγόμενα του Ευγένιου, να κατοικείται από «επιθετικούς γενειοφόρους νεαρούς που ανακαλύπτουν ξαφνικά μέσα τους ότι είναι ¨και οι πρώτοι μπιτ!¨». Στο μεταξύ, οι αληθινοί μπίτνικς όπως ο Κέρουακ, οι «γερόλυκοι», οι βετεράνοι της αέναης αναζήτησης και περιπλάνησης, έβλεπαν την αδάμαστη ενεργητικότητα τους να δίνει τη θέση της στη στασιμότητα και την απελπισία. Η ζωή δεν μπορούσε να πληρωθεί με νόημα, απλώς και μόνον από την προσπάθεια να τη ζήσει κανείς όσο γίνεται πιο έντονα. Ο Ευγένιος ταυτιζόταν με την κούραση που ένιωθε ο Κέρουακ απ’ τον κόσμο, με την αναζήτησή του και τη μεγάλη αξία που απέδιδε στο μαρτύριο («Γεννήθηκα για να υποφέρω», είχε πει χαρακτηριστικά). κατέληξε όμως ότι αυτό το είδος αναζήτησης και μαρτυρίου, χωρίς κάποιο στόχο εκτός από τη διαιώνισή του, ήταν εγωκεντρικό και αυτοκαταστροφικό. Σε κάποιο γράμμα του εκείνης της εποχής, ο Ευγένιος γράφει: «Η Γενιά Μπίτ μοιάζει… παραδαρμένη» .
      Όμως οι αξίες αυτής της γενιάς, δεν πέθαναν. Σύμφωνα με τα λόγια του Κέρουακ: «Το όραμα της ποπ μουσικής έγινε κοινή ιστορία της εμπορικής ποπ κουλτούρας… Η χρήση ναρκωτικών καθιερώθηκε επισήμως (ηρεμιστικά και τα υπόλοιπα). ακόμα και το στυλ ντυσίματος των μπίτινκς μεταφέρθηκε στη νέα γενιά του ροκ εντ ρολ… και η γενιά Μπιτ, αν και νεκρή, αναστήθηκε και δικαιώθηκε».
      Τα παραισθησιογόνα ναρκωτικά άρχισαν να χρησιμοποιούνται για την υποτιθέμενη πνευματική τους αξία, ως μέρος της πνευματικής αναζήτησης που εγκαινιάστηκε από το κίνημα Μπητ. Ο πρώτος υποστηρικτής τους ήταν ο Άλντους Χάξλεϋ, ο συγγραφέας του περίφημου έργου Γενναίος Νέος Κόσμος, ο οποίος το 1953 είχε εκδόσει το βιβλίο Οι Πύλες της αντίληψης με θέμα τις ψυχεδελικές εμπειρίες του με την ουσία μεσκαλίνη. Ο δεύτερος βασικός διαφημιστής τους δεν ήταν άλλος από τον παλιόφιλο του Χάξλεϋ, τον Άλαν Γουάστς. Το 1958, ένα χρόνο αφότου παραιτήθηκε από την Ακαδημία Ασιατικών Σπουδών, ο Γουάτς δοκίμασε το συνθετικό ναρκωτικό LSD, ως μέρος ενός ελεγχόμενου πειράματος του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια με έδρα το Λος Άντζελες. Αφού έκανε επανειλημμένη χρήση ναρκωτικού, έγραψε το 1962 ένα βιβλίο με τίτλο Η Χαρούμενη Κοσμολογία, γύρω από τις υποτιθέμενες «μυστικές εμπειρίες» που είχε με το LSD. (Σε σχέση με τα όσα παρατήρησε ο Ευγένιος για τη διαφορά ανάμεσα στην ινδική και την κινεζική παράδοση, αξίζει να σημειωθεί πως περιέγραψε τις εμπειρίες του Γουάτς: «Παραδόξως, με δεδομένη την εμμονή που είχα με το ζεν εκείνη την περίοδο, η γεύση αυτών των εμπειριών ήταν ινδουιστική και όχι κινεζική. Κατά κάποιον τρόπο παρεισέφρησαν εντός τους η ατμόσφαιρα και οι εικόνες της ινδουιστικής μυθολογίας»). Τον ίδιο χρόνο ο Γουάτς έλαβε από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ μια υποτροφία για θέση υφηγητή, η οποία του κάλυπτε τα έξοδα (οδοιπορικά και μελέτης), για δύο χρόνια. Εκεί γνωρίστηκε με τον καθηγητή επίσης του Χάρβαρντ, Τίμοθυ Λήρυ. Ο Λήρυ δοκίμασε για πρώτη φορά το 1962 το LSD και κατέληξε να υποστηρίζει την ψυχεδελική εμπειρία ως παγκόσμια θρησκεία. Παρότι ο Γουάτς απογοητεύτηκε όπως είπε, «βλέποντας τον Τίμοθυ να μεταβάλλει τον εαυτό του σε λαοφιλή μεσσία και το όνομά του να φιγουράρει με μεγάλα γράμματα», ο ίδιος αυτός είχε ήδη κάνει αρκετά για να μαγνητίσει τη νέα γενιά στις παραισθησιογόνες ουσίες, με την υπόσχεση για δήθεν μυστική φώτιση.
      Ο Ευγένιος, αφού διάβασε το βιβλίο του Χάξλεϋ Οι Πύλες της Αντίληψης και εξέτασε τις ψυχεδελικές εμπειρίες του συγγραφέα, σημείωσε: «Το ναρκωτικό αυξάνει την ευαισθησία, όχι την συνείδηση (ίσως μόνο δευτερευόντως)… Προκαλεί αλλοίωση στην αντίληψη, στην υποκειμενική κατάσταση – όχι αλλαγή του είναι, όπως επιθυμεί η θρησκεία».
     Στα πρώτα χρόνια του πειραματισμού με το LSD (σχεδόν μια δεκαετία πριν χαρακτηριστεί παράνομη ουσία), ένας φίλος του Ευγένιου, ο Έρικ, προσπάθησε να τον πείσει να το δοκιμάσει. «Αυτός ο νεαρός», θυμάται ο Ευγένιος, «κλασικός τύπος θρησκευτικού αναζητητή μου είπε: «ό,τι κι αν πει κανείς για τους κινδύνους των ναρκωτικών, πρέπει να παραδεχθείς ότι οτιδήποτε άλλο είναι καλύτερο, συγκρινόμενο με την καθημερινή ζωή στην Αμερική, που είναι πνευματικά νεκρή». Διαφώνησα, καθώς ακόμα και τότε είχα αρχίσει να διακρίνω ότι η πνευματική ζωή χωρίζεται σε δύο κατευθύνσεις: μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε επίπεδο ανώτερο από την καθημερινή ζωή της διαφθοράς, αλλά μπορεί επίσης να τον οδηγήσει σε χαμηλότερο επίπεδο και να επιφέρει κυριολεκτικά τον πνευματικό αλλά και σωματικό θάνατό του. Ο Έρικ συνέχισε στον ίδιο επικίνδυνο δρόμο, και πριν πατήσει τα τριάντα χρόνια, ήταν ήδη ένα ανθρώπινο ναυάγιο με το μυαλό του κατεστραμμένο, έχοντας εγκαταλείψει πια κάθε αναζήτηση επαφής με την πραγματικότητα».
      Σε λίγα μόλις χρόνια ο Έρικ είχε φτάσει μέσα από τη χημική ενισχυμένη «έρευνά» του, σε μια κατάσταση στην οποία ολόκληρη η κοινωνία όδευε, έστω πιο σταδιακά. Ο Ευγένιος είχε πάρει μέρος στα πρώτα στάδια αυτού του κινήματος αντικουλτούρας, το οποίο όχι μόνο ανέστειλε μια τέτοια «πρόοδο» της κοινωνίας, αλλά μάλλον έκανε ό,τι μπορούσε για να την επισπεύσει. Στο τέλος της εποχής στην οποία ζούσε, ο Ευγένιος διέκρινε αδιέξοδο, τρέλα και διάλυση. Έγραψε: «Γνωρίζουμε ήδη πάρα πολλά ώστε να αντιληφθούμε ότι ο χειμώνας είναι η μόνη εποχή, διότι είναι τώρα και πάντα».
      «Η αναπόδραστη πόλη παραμένει ένας μηχανισμός εκβαρβαρισμού, αλλά ανεξαρτήτως της πόλης εκείνο που φταίει είναι η δική μας τυφλότητα. Ήταν αναπόφευκτο ότι η γη θα τσιμεντοστρωνόταν και ο άνθρωπος θα έχανε την ανθρωπιά του, μα αλίμονο σε αυτούς μέσα απ’ τους οποίους έρχονται αυτά τα δεινά! Αποτελεί πράγματι ειρωνεία το γεγονός, ότι κανένας δεν πιστεύει πια στην κολασμένη καταδίκη και ακόμα περισσότερο στο γεγονός ότι ελπίζει στο «μέλλον». Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι η φαντασία μας έχει στερέψει τόσο πολύ, που να μην μπορούμε να φανταστούμε κάτι «χειρότερο» από έναν γενναίο κόσμο ή το 1984 ή έναν «ατομικό πόλεμο». Έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε εμείς που ξεχάσαμε τόσα πολλά… Ω, γενναίο νέο αδιέξοδο!»
      Πέρα από το αδιέξοδο του μοντέρνου κόσμου, ο Ευγένιος είδε την κόλαση και την καταδίκη. Παρόλο που απέρριψε αυτόν τον κόσμο, ακόμα αποτελούσε μέρος του ακόμα ήταν παγιδευμένος στην υφέρπουσα απελπισία του.
      Όμως η έξοδος υπήρχε πάντοτε δίπλα του. Μόλις μερικά χρόνια αργότερα, αναγνωρίζοντας επιτέλους αυτό το γεγονός, έγραψε: «Ο Χριστός είναι η μόνη έξοδος απ’ αυτόν τον κόσμο. οι άλλες ¨έξοδοι¨ - η σεξουαλική έκσταση, η πολιτική ουτοπία, η οικονομική ανεξαρτησία – δεν είναι τίποτα άλλο από αδιέξοδα δρομάκια, όπου αποσυντίθενται τα πτώματα των πολλών που τα ακολούθησαν».


Ιερομ. Δαμασκηνού (μετάφραση, Χαρά Λιαναντωνάκη)  «π. Σεραφείμ Ρόουζ, η ζωή και τα  έρα του, τ. Α’»

(το βρήκα σε αρχείο word στο you tube).  

Δεν υπάρχουν σχόλια: