Google+ Followers

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Το δείπνο του ιερέα


Το δείπνο του ιερέα   



Το παρακάτω κείμενο, είναι μια παραδοσιακή Ιρλανδική ιστορία ή οποία μας διδάσκει πως τα ξωτικά και οι νεράιδες δεν είναι τόσο αθώα όσο πιστεύουμε. Ο κόσμος πολλές φορές σαγηνεύεται σε υπέρμετρο βαθμό από αυτά και αντί να τα βλέπει σαν παραμύθια πιστεύει πως υπάρχουν στα αλήθεια. Πολλοί τα βλέπουν μάλιστα. Όπως θα δούμε αυτά τα ξωτικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά δαίμονες που μεταμφιέζονται για να πλανήσουν τους ανθρώπους. Μάλιστα δοξάζονται κατά έναν τρόπο σαν θεοί από τους σύγχρονους  λάτρεις των Δρυίδων και του Κελτικού Παγανισμού γενικά.  Η ιστορία παρακάτω: 

Λέγεται πως, οι καλοί άνθρωποι, ή αλλιώς οι νεράιδες, είναι κάποιοι από τους αγγέλους οι οποίοι έπεσαν από τον ουρανό και κατέληξαν σε αυτόν τον κόσμο, όταν οι υπόλοιποι από τους συντρόφους τους οι οποίοι είχαν περισσότερες αμαρτίες να τους βαραίνουν, πήγαν ποιο χαμηλά σε έναν χειρότερο τόπο. Έτσι, κάποτε μια χαρούμενη ομάδα από νεράιδες χόρευε και έπαιζε κάνοντας κάθε είδους άσχημη πλάκα κάτω από ένα λαμπρό φεγγάρι γύρω στα τέλη του Σεπτέμβρη. Η τοποθεσία όπου βρισκότανε αυτή η χαρούμενη συντροφιά δεν ήταν πολύ μακριά από το Inchegeela, , στην δυτική κομητεία του Cork (Ιρλανδία), ένα φτωχό χωριό, που είχε παρόλα αυτά έναν στρατώνα μα και μεγάλα βουνά και αγώνες πέτρες οι οποίες έφερναν φτώχεια. Ωστόσο καθώς οι νεράιδες  μπορούν να έχουν οτιδήποτε επιθυμούν, η φτώχεια δεν τις ταλαιπωρεί πολύ και η έγνοια τους είναι να βρουν ερημικές γωνιές και τόπους όπου δεν θα πάει κάποιος να τους χαλάσει την διασκέδαση.          

Σε ένα όμορφο, πράσινο μέρος δίπλα στο ποτάμι, όπου οι μικροί σύντροφοι (οι νεράιδες) χόρευαν σε κύκλο όντας όσο ποιο χαρούμενοι μπορούσαν να είναι, με τα κόκκινα σκουφιά τους να κουνιούνται σε κάθε κίνηση μέσα στο φως του φεγγαριού και τόσο ελαφριά ήταν αυτά τα πηδήματα τους που οι σταγόνες από την υγρασία, παρότι τρεμούλιαζαν κάτω από τα πόδια τους, δεν ενοχλούνταν περεταίρω από τα χοροπηδητά τους.   Έτσι συνέχιζαν με τα χοροπηδητά τους, επέπλεαν και βυθίζονταν,  στριφογύριζαν κάνοντας κάθε είδους φιγούρα ώσπου μια από αυτές φώναξε:

«Σταματήστε, σταματήστε, τον θόρυβο.
Σταματήστε το χορό.
Με την όσφρηση μου, μπορώ να πω, πως ένας ιερέας κατευθύνεται προς τα εδώ!»          

Και τότε όλες οι νεράιδες έφυγαν γρήγορα μακριά όσο ποιο γρήγορα μπορούσαν και κρύφτηκαν κάτω από τα πράσινα φύλλα του χελιδονόχορτου, όπου, εάν τύγχανε να προεξέχουν τα κόκκινα καπέλα τους, θα έμοιαζαν σαν τα βαθυκόκκινα καμπανάκια του. 


Άλλες κρύφτηκαν στις σκιές των βράχων και των βάτων και άλλες κάτω από την όχθη του ποταμού και σε τρύπες και σε χαραμάδες.      

Η νεράιδα που μίλησε δεν έκανε λάθος. Γιατί στο δρόμο, ο οποίος φαινόταν από το ποτάμι, περπατούσε ο Πατέρας  Horrigan πάνω στο μικρό του άλογο. Σκεφτόταν πως αφού ήταν τόσο αργά θα σταματούσε για απόψε το ταξίδι του στο πρώτο σπίτι το οποίο θα συναντούσε. 

Σύμφωνα με το πώς το είχε σχεδιάσει, σταμάτησε στην κατοικία του Dermod Leary, σήκωσε το μάνταλο και μπαίνοντας μέσα είπε: «Η ευλογία μου σε όλους εδώ».      

Πρέπει να πω πως ο Πατέρας Horrigan ήταν ένας ευπρόσδεκτος φιλοξενούμενος όπου και να πήγαινε, γιατί δεν υπήρχε άντρας ποιο ευλαβείς ή ποιο αγαπητός στη χώρα. Ο  Dermod (ο οικοδεσπότης)  είχε τώρα μεγάλο πρόβλημα γιατί δεν είχε τίποτα να προσφέρει στο ευλαβή ιερέα για δείπνο σαν συνοδευτικό με τις πατάτες, τις οποίες «η γριά γυναίκα», γιατί έτσι αποκαλούσε ο  Dermod την γυναίκα του, παρότι δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονών, έβραζε σε μία χύτρα πάνω από τη φωτιά. Σκέφτηκε το δίχτυ το οποίο είχε τοποθετήσει στο ποτάμι, όμως λόγο του ότι δεν το είχε πολύ ώρα εκεί, δεν είχε πολλές πιθανότητες να βρει ένα ψάρι μέσα. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε ο  Dermod, «δεν πειράζει να πάω στο ποτάμι και να δω. Και από τη στιγμή που θέλω ένα ψάρι για το δείπνο του ιερέα, μπορεί να βρω ένα μπροστά μου.»     

Ο Dermod κατέβηκε στο ποτάμι και βρήκε στο δίχτυ τον ποιο ωραίο σολομό που βρέθηκε ποτέ στα λαμπερά νερά του ποταμού μα καθώς πήγε να το βγάλει, κάποιος του τράβηξε το δίχτυ. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως ή ποιος το τράβηξε και ο σολομός έφυγε μακριά κολυμπώντας στο ρεύμα του ποταμού χαρούμενος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.    

Ο Dermod κοίταξε λυπημένα τα ίχνη τα οποία το ψάρι είχε αφήσει επάνω στο νερό, τα οποία έλαμπαν σαν μια ασημένια γραμμή στο φως του φεγγαριού και έπειτα με μια οργισμένη κίνηση του δεξιού του χεριού και με μια κλοτσιά άφησε τα συναισθήματα του να βγουν μουρμουρίζοντας. «Μακάρι πικρή, κακιά  τύχη να σε συνοδεύει νύχτα και μέρα σολομέ όπου και να πας! Πρέπει να ντρέπεσαι για τον εαυτό σου, εάν υπάρχει ντροπή μέσα σου, που γλίστρησες με αυτόν τον τρόπο! Και γνωρίζω καλά πως δεν θα σου βγει σε καλό, γιατί κάποια δαιμονική δύναμη ή κάτι άλλο σε βοήθησε γιατί ένοιωσα να μου τραβάν το δίχτυ τόσο δυνατά, σαν να το τραβούσε ο ίδιος ο διάβολος.»     

«Αυτό δεν είναι αλήθεια», είπε μια από τις μικρές νεράιδες η οποία είχε τρέξει να κρυφτεί όταν πλησίαζε ο ιερέας, πλησιάζοντας τον Dermod Leary μαζί με τους συντρόφους της. Έπειτα είπε «Μόνο μερικές από εμάς τράβηξαν το δίχτυ.» 

Ο Dermod κοίταξε τον μικρή νεράιδα με θαυμασμό, η οποία συνέχισε λέγοντας: « Μην αγχώνεσαι για το γεύμα του ιερέα. Εάν πας πίσω στον ιερέα και του κάνεις μια ερώτηση από εμάς, τότε θα έχεις στο τραπέζι σου το ποιο ωραίο γεύμα άμεσα.»

«Δεν έχω καμία δουλειά μαζί σας», είπε ο Dermod με αποφασιστικότητα στη φωνή του. Και μετά από μια παύση πρόσθεσε, «Είμαι υπόχρεος για την προσφορά σας, όμως δεν θα πουλήσω τον εαυτό μου σε εσένα και στους ομοίους σου για ένα γεύμα. Και όταν μάλιστα γνωρίζω ότι ο πατήρ Hοrrigon νοιάζεται τόσο για την ψυχή μου, ώστε να μην επιθυμεί να τη υποδουλώσω για πάντα, με αντάλλαγμα κάτι που θα μου παρουσίαζες μπροστά μου, έτσι το θέμα τελειώνει εδώ.»   

Η μικρή νεράιδα, με μία επιμονή η οποία δεν υποχωρούσε από τον τρόπο που της μίλησε ο Dermod, συνέχισε λέγοντας: «Θα κάνεις στον ιερέα, μόνο μία ερώτηση για εμάς;»  

Ο Dermod σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε πως δεν θα έβλαπτε κανέναν εάν έκανε μια ερώτηση. «Δεν βρίσκω κάποιον λόγο για να αρνηθώ να το κάνω αυτό,» είπε ο Dermod «μα δεν θέλω να έχω καμία σχέση σε όλη μου τη ζωή με το γεύμα που μου έταξες.»    

«Τότε,» είπε η μικρή νεράιδα, ενώ την ίδια στιγμή οι υπόλοιπες τον περικύκλωναν από όλες τις πλευρές, «πήγαινε και ρώτησε τον πατέρα Horrigan να μας πει εάν οι ψυχές μας θα σωθούν την τελευταία ημέρα, όπως αυτές των καλών Χριστιανών και έλα να μας πεις τι σου απάντησε χωρίς καθυστέρηση.»    

Ο Dermod πήγε στο σπίτι του, όπου βρήκε τις πατάτες πάνω στο τραπέζι και την καλή γυναίκα του να δίνει την μεγαλύτερη από αυτές, μια όμορφη πατάτα σαν χαμογελαστό κόκκινο μήλο, που άχνιζε σαν το χνότο ενός αλόγου που τρέχει μέσα στην παγωμένη νύχτα, στον πατέρα Horrigan.   

 «Παρακαλώ την ευλάβεια σας,» είπε ο Dermod μετά από έναν δισταγμό, «μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;» 

«Τι ερώτηση;» είπε ο πατέρας Horrigan.

«Ήθελα να ρωτήσω ένα οι ψυχές των νεράιδων θα σωθούν την τελευταία ημέρα.»

«Ποιος σου είπε να μου κάνεις αυτή την ερώτηση Leary;» είπε ο ιερέας, καρφώνοντας τα μάτια του επάνω του με αυστηρότητα και ο Dermod δεν μπορούσε να αντέξει το βλέμμα του. 

«Δεν θα πω ψέματα για αυτό το γεγονός αλλά μόνο την αλήθεια,» είπε ο Dermod. «Ήταν οι νεράιδες που με έστειλαν να κάνω αυτή την ερώτηση και βρίσκονται χιλιάδες από αυτές συγκεντρωμένες κάτω στην όχθη του ποταμού περιμένοντας με να πάω πίσω με την απάντηση.» 

«Πήγαινε πίσω,» είπε ο ιερέας, «και πες, εάν θέλουν να μάθουν, να έρθουν εδώ οι ίδιες και θα απαντήσω σε οποιαδήποτε ερώτηση τους με την μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου.» 

Ο Dermod πήγε πίσω στις νεράιδες, οι οποίες τον περικύκλωσαν προκειμένου να ακούσουν τι απάντησε ο ιερέας και ο Dermod τις απάντησε με την γενναιότητα που τον διέκρινε όμως όταν άκουσαν πως πρέπει να πάνε στον ιερέα έφυγαν μακριά άλλες εδώ και άλλες εκεί με τέτοια ταχύτητα που ζάλισαν τον καημένο τον Dermod. 

Όταν συνήλθε, γεγονός που δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο, πήγε πίσω στο σπίτι του και έφαγε τις πατάτες του μαζί με τον πατέρα Horrigan, ο οποίος ευχαριστήθηκε το γεύμα. Όμως ο Dermod δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται πως η σεβασμιότητα του, που είχε τη δύναμη να διώχνει τις νεράιδες με τέτοιο τρόπο, δεν θα είχε κάποιο συνοδευτικό για το γεύμα και πως ο ωραίος σολομός που είχε πιάσει στα δίχτυα του είχε ξεφύγει με έναν τέτοιο τρόπο.

Αγγλικό κείμενο http://www.sacred-texts.com/neu/yeats/fip/fip06.htm

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow   

2 σχόλια:

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είπε...

Πολύ ωραίο!
Την παράδοση αυτή την αναφέρουν και οι Θ. Παπαθανασίου & Ελένη Ταμαρέση στο βιβλίο τους "Δρόμοι Κελτών, δρόμοι Σαξώνων".
Την έψαχνα να τη βάλω στο άρθρο "Ξωτικά στη μπλογκόσφαιρα":
http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr/2014/12/blog-post_39.html
Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσα να τη βρω, το δε βιβλίο κάπου πρέπει να το έχω δώσει και δεν το βρήκα να την πληκτρολογήσω.
Χαίρομαι λοιπόν πολύ, που την ξαναδιαβάζω εδώ. Δόξα τω Θεώ.
Ο Θεός μαζί σας, η Θεοτόκος και οι άγιοι της Δύσης, που τόσο αγαπάτε, ας πρεσβεύουν για σας και όλο τον κόσμο1...

Χρήστος είπε...



Ναι, διάβασα την ιστορία στο βιβλίο που μου αναφέρεις αλλά δεν την μετέφερα αυτούσια από εκεί γιατί σκέφτηκα πως ίσως προκύψει θέμα με πνευματικά δικαιώματα και έτσι την μετάφρασα από το αγγλικό. Την αγαπώ πολύ αυτή την ιστορία. Είναι ιδιαίτερα διδακτική ιδιαίτερα στις μέρες μας που τα ξωτικά τείνουν δυστυχώς να πάρουν τη θέση που είχαν στους παγανιστικούς χρόνους.
Σε ευχαριστώ και πάλι για το σχόλιο. Ο Θεός να σε έχει πάντα καλά.