Google+ Followers

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Το ταξίδι του Αγίου Brendan



(το κείμενο ολόκληρο)


Το όραμα του για την γη της Επαγγελίας.


Είναι ένας μοναχός που πέρασε μέσα από πολλές δυσκολίες, το όνομα του είναι Ευλογημένος Brendan. Γεννήθηκε στην περιοχή  Ciarraige Luachra (Ιρλανδία) από καλούς γονείς. Βρισκόταν στο Slieve Daidche κοντά στη θάλασσα και τότε είδε σε ένα όραμα ένα όμορφο νησί με αγγέλους να υπηρετούν επάνω του. Και ένας άγγελος του Θεού τον πλησίασε στον ύπνο του και είπε «Θα είμαι μαζί σου από αυτή τη στιγμή και σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου και εγώ θα σου διδάξω πώς να βρεις αυτό το νησί το οποίο είδες και σκέφτεσαι να το επισκεφτείς.» Όταν ο Brendan άκουσε αυτά τα λόγια από τον άγγελο έκλαψε από συγκίνηση και ευχαρίστησε το Θεό και πήγε στους χιλιάδες αδερφούς που ήταν μοναχοί του.


Τα νέα για την Κρυμμένη Γη.

Ήταν ένας νεαρός άνδρας που ονομαζόταν  Mernoke και ήταν μοναχός σε άλλο μοναστήρι και έπλευσε με ένα καράβι ψάχνοντας για κάποιον απομονωμένο τόπο όπου θα μπορεί να υπηρετεί το Θεό όπως επιθυμούσε. Και  έφτασε σε ένα νησί που είναι κοντά στο Πέτρινο Βουνό και του άρεσε πολύ και σταμάτησε εκεί για αρκετό καιρό, αυτός μαζί με τους μοναχούς του. Όμως αργότερα έπλευσε ξανά και κατευθύνθηκε ανατολικά για τρεις ημέρες. Και του φάνηκε ξαφνικά πως ένα σύννεφο τους περικύκλωσε, με τέτοιον τρόπο που βρέθηκαν μέσα στο σκοτάδι όλη την ημέρα, ώσπου με το θέλημα του αγαπημένου Κυρίου μας το σύννεφο χάθηκε και είδαν μπροστά τους ένα ηλιόλουστο όμορφο νησί. Υπήρχε τόση χαρά σε αυτό το νησί, που κάθε βότανο ήταν γεμάτο με άνθη και κάθε δέντρο ήταν γεμάτο με φρούτα και το έδαφος έλαμπε από τις πολύτιμες πέτρες που βρίσκονταν σε κάθε γωνιά και ο ίδιος ο παράδεισος δύσκολα θα μπορούσε να ήταν καλύτερος.      
Εκεί τους πλησίασε ένας πολύ φιλόξενος νεαρός άνδρας, που κάλεσε τον καθένα τους ξεχωριστά με το όνομα του και τους καλωσόρισε με ευχαρίστηση και τους είπε «Θα ήταν σωστό από μέρους σας να ευχαριστήσετε τον Ιησού Χριστό που σας φανέρωσε αυτόν τον κρυμμένο τόπο, γιατί αυτή είναι η χώρα που θα δώσει στους αγαπημένους του στο τέλος του κόσμου και αυτός είναι ο τόπος στον οποίο θα έρθει και Αυτός.
Και υπάρχει και ένα άλλο νησί δίπλα σε αυτό» είπε «αλλά δεν έχετε την άδεια να πάτε σε αυτό ή να το αντικρίσετε. Και φτάσατε εδώ αφού ταξιδέψατε μισό χρόνο» είπε «χωρίς κρέας ή κάποιο ρόφημα και χωρίς να κοιμηθείτε.» Δεν είχαν καταλάβει πως βρισκόντουσαν μισή ώρα εκεί πέρα γιατί ήταν πολύ χαρούμενοι. Και τους είπε πως αυτός ήταν ο πρώτος τόπος στον οποίο κατοίκησαν ο Αδάμ και η Εύα και ποτέ δεν έφτασε το σκοτάδι εκεί και το όνομα του ήταν ο επίγειος Παράδεισος. Έπειτα τους οδήγησε πίσω στο καράβι τους ξανά και όταν μπήκαν μέσα εξαφανίστηκε από μπροστά τους και δεν έμαθαν που πήγε.

Έπειτα έπλευσαν μέσα στη θάλασσα ξανά και όταν αποβιβάστηκαν, βρέθηκαν στον τόπο όπου βρισκόταν ο άγιος Brendan μαζί με τους μοναχούς του και ρώτησαν τους μοναχούς του Mernoke που είχαν ταξιδέψει. «Βρεθήκαμε» είπαν «μπροστά στις πύλες του παραδείσου, στη Γη της Επαγγελίας και είχαμε κάθε είδους χαρά εκεί και γιορτάζαμε και εκεί είναι πάντα ημέρα και δεν νυχτώνει ποτέ.» Και τα ρούχα τους είχαν ακόμη επάνω τους την ευωδία αυτού του τόπου και οι αδερφοί είπαν «Είμαστε απόλυτα βέβαιοι για το ότι βρεθήκατε σε αυτόν τον τόπο, επειδή βλέπουμε το χαρούμενο χαμόγελο σας.» Και όταν ο Brendan άκουσε όλα αυτά τα νέα έμεινε ακίνητος για λίγο και βυθίστηκε στις σκέψεις του. Και μετά από αυτό πήγε ανάμεσα στους αδερφούς και ξεχώρισε δώδεκα από αυτούς τους οποίους εμπιστευόταν περισσότερο από όλους τους άλλους και συζήτησε μαζί τους και ζήτησε μια συμβουλή από αυτούς. «Αγαπημένε πατέρα» είπαν αυτοί «έχουμε εγκαταλείψει το δικό μας θέλημα και τους φίλους μας και όλα τα αγαθά μας και ήρθαμε σαν παιδιά σε εσένα και ότι και αν σκέφτεσαι να κάνεις εμείς θα συμφωνήσουμε.»


  Η αρχή της αναζήτησης του Brendan.

Έτσι, αφού έγιναν αυτά ο Brendan αποφάσισε να αναζητήσει αυτόν τον τόπο με τη βοήθεια του Θεού και νήστεψε σαράντα ημέρες και υπέβαλε τον εαυτό του σε σκληρή μετάνοια. Και έφτιαξε ένα μεγάλο καράβι το οποίο είχε γερό δέρμα καρφωμένο γύρω του και πίσσα πάνω από το δέρμα ώστε να μην μπαίνει μέσα το νερό. Και πήρε τους δώδεκα μοναχούς που ξεχώρισε μαζί του και αποχαιρέτησε την αδελφότητα. Και όλοι όσοι έμειναν πίσω στεναχωρήθηκαν και δύο ανάμεσα τους τον πλησίασαν όταν ανέβηκε στο καράβι και ικέτευσαν να τους πάρει μαζί του. Και ο Brendan είπε «Έχετε την άδεια να πλεύσετε μαζί μου, αλλά ένας από εσάς θα μετανιώσει που ζήτησε να έρθει.» Όμως παρόλα αυτά πήγαν μαζί του. Έπειτα έπλευσαν μέσα στον μεγάλο ωκεανό στο όνομα του Κυρίου μας και δεν πτοήθηκαν καθόλου. Και ο ωκεανός και ο άνεμος πήγαιναν το καράβι όπου ήθελαν, έτσι το επόμενο πρωί δεν έβλεπαν πλέον τη στεριά. Και έτσι συνέχισαν για σαράντα ημέρες και ο άνεμος τους οδηγούσε ανατολικά.  

Το φιλικό σκυλί.

Και τελικά είδαν στα βόρεια ένα πολύ μεγάλο νησί το οποίο είχε σκληρές πέτρες σε κάθε πλευρά και έπλευσαν γύρω του για τρεις ημέρες πριν να καταφέρουν να πλησιάσουν σε ένα σημείο για να αποβιβαστούν όμως τελικά βρήκαν ένα μικρό λιμάνι και αποβιβάστηκαν όλοι. Τότε τους πλησίασε ξαφνικά ένα πολύ φιλικό σκυλί και ξάπλωσε στα πόδια του Brendan  και τον καλωσόρισε με τον τρόπο του. «Καλοί αδερφοί» είπε ο Brendan «δεν υπάρχει τίποτα για εμάς που μπορεί να μας φοβίσει, γιατί γνωρίζω πως αυτό το σκυλί είναι ένας αγγελιοφόρος που θα μας οδηγήσει στο σωστό μέρος.»  Έπειτα το σκυλί τους οδήγησε σε μία μεγάλη αίθουσα όπου υπήρχε ένα τραπέζι που είχε επάνω του ένα ύφασμα, ψωμί και ψάρι. Και δεν υπήρχε κανένας άλλος και έτσι κάθισαν να φάνε και να πιούνε. Και μετά το γεύμα τους, βρήκαν κρεβάτια έτοιμα για αυτούς και κοιμήθηκαν.

Το νησί των προβάτων.

Και το επόμενο πρωί επέστρεψαν στο καράβι τους και έπλευσαν για αρκετό καιρό στη θάλασσα πριν να δούνε στεριά. Και τελικά είδαν μπροστά τους ένα πολύ πράσινο νησί και όταν αποβιβάστηκαν και κοίταξαν γύρω τους είδαν πρόβατα σε κάθε πλευρά τα ποιο λευκά και τα ποιο όμορφα που είχαν δει ποτέ, καθώς το κάθε πρόβατο είχε το μέγεθος ενός βουβαλιού. Τους πλησίασε τότε ένας γέροντας και τους καλωσόρισε θερμά και τους είπε «Αυτός ο τόπος στον οποίο ήρθατε είναι η Γη των Προβάτων και δεν κάνει ποτέ χειμώνα εδώ αλλά είναι πάντα καλοκαίρι και αυτός είναι ο λόγος που τα πρόβατα είναι τόσο μεγάλα και τόσο λευκά, γιατί το γρασίδι και τα βότανα είναι τα καλύτερα που μπορούν να βρεθούν. Να συνεχίσετε» είπε «ώσπου να φτάσετε με τη Χάρη του Θεού σε έναν τόπο που ονομάζεται ο Παράδεισος των Πουλιών και εκεί θα γιορτάσετε το Πάσχα.»







Ο Jasconye το Ψάρι.


Έπειτα επέστρεψαν στο καράβι ξανά και παρασύρθηκαν από τις καταιγίδες ώσπου είδαν μπροστά τους ένα ακόμη μικρό νησί και οι αδερφοί αποβιβάστηκαν επάνω του όμως ο Brendan έμεινε πάνω στο καράβι. Και έβαλαν ψάρι μέσα σε μία χύτρα και άναψαν φωτιά για να το βράσουν και πριν να ανάψει καλά η φωτιά και να αρχίσει το ψάρι να βράζει το νησί άρχισε να τρέμει και να κινείτε σαν ένα ζωντανό πράγμα και οι αδερφοί φοβήθηκαν πολύ και επέστρεψαν στο καράβι αφήνοντας πίσω το φαγητό και τη χύτρα και είδαν αυτό που είχαν περάσει για νησί να κινείτε γρήγορα μέσα στη θάλασσα και μπορούσαν να δουν τη φωτιά να καίει από μακριά και ξαφνιάστηκαν.
Ρώτησαν τον Brendan εάν γνώριζε τι ήταν αυτό το μεγάλο θαύμα και ο Brendan τους καθησύχασε και είπε «Είναι ένα μεγάλο ψάρι, το μεγαλύτερο ψάρι του κόσμου, το όνομα του είναι Jasconye και προσπαθεί μέρα και νύχτα να βάλει την ουρά του μέσα στο στόμα του και δεν μπορεί να το κάνει εξαιτίας του μεγάλου μεγέθους του.»

Ο Παράδεισος των Πουλιών.


 Έπειτα έπλευσαν δυτικά για τρεις ημέρες και ιδιαίτερα αποκαρδιωμένοι δεν έβλεπαν στεριά. Όμως πολύ σύντομα με το θέλημα του Θεού είδαν ένα όμορφο νησί γεμάτο λουλούδια και βότανα και δέντρα και χάρηκαν πολύ που το είδαν και αποβιβάστηκαν και ευχαρίστησαν το Θεό. Και περπάτησαν πολύ μέσα σε αυτή την έρημη γη, ώσπου έφτασαν σε ένα πολύ όμορφο πηγάδι που είχε ένα δέντρο πίσω του το οποίο ήταν γεμάτο με κλαδιά και σε κάθε κλαδί καθόντουσαν όμορφα λευκά πουλιά, τόσα πολλά ήταν που δύσκολα φαινόταν κάποιο φύλλο. Και ήταν χαρούμενοι που έβλεπαν αυτό το δέντρο και το χαρούμενο κελάιδισμα των πουλιών ήταν σαν τη μουσική του Παραδείσου.  

Και ο Brendan φώναξε από τη χαρά του και γονάτισε και ικέτευσε τον Κύριο να του πει τι σήμαινε η παρουσία όλων αυτών των πουλιών. Έπειτα ένα μικρό πουλί, ένα από αυτά που βρίσκονταν στο δέντρο, πέταξε προς το μέρος του από το δέντρο και με το πετάρισμα των φτερών του έβγαλε έναν πολύ χαρούμενο ήχο σαν ένα βιολί και φάνηκε στον Brendan πως ποτέ δεν είχε ακούσει ξανά τόσο χαρούμενη μουσική.  Έπειτα το μικρό πουλί τον κοίταξε και ο Brendan είπε: «Εάν είσαι ένας αγγελιοφόρος πες μου γιατί τραγουδάς με τόση χαρά.»  Και να τι είπε το πουλί: «Έναν καιρό όλοι εμείς ήμασταν άγγελοι, αλλά όταν ο άρχοντας μας ο Lucifer ( ο διάβολος) έπεσε από τον ουρανό εξαιτίας της μεγάλης του υπερηφάνειας πέσαμε και εμείς μαζί του, κάποιοι σε ποιο ψηλά σημεία και άλλοι σε χαμηλότερα.  

Και επειδή το δικό μας σφάλμα ήταν μικρό» είπε «ο Κύριος μας, μας τοποθέτησε εδώ χωρίς πόνο μέσα σε μεγάλη χαρά και ευθυμία να υπηρετούμε όπως μπορούμε πάνω από αυτό το δέντρο. Και την Κυριακή που είναι ημέρα ανάπαυσης» είπε «γινόμαστε λευκά σαν το χιόνι για να τον δοξολογήσουμε καλύτερα. Και πέρασαν δώδεκα μήνες» είπε «από τη στιγμή που αφήσατε τον τόπο σας και μετά το πέρασμα εφτά χρόνων θα έχετε αυτό που επιθυμείτε. Και κατά τη διάρκεια αυτών των εφτά χρόνων» είπε «θα γιορτάζετε το Πάσχα εδώ ώσπου να φτάσετε στη Γη της Επαγγελίας.» Έπειτα το πουλί έφυγε και επέστρεψε στο δέντρο μαζί με τα άλλα πουλιά. Όλα αυτά συνέβησαν μία ημέρα του Πάσχα. Έπειτα όλα τα πουλιά άρχισαν να ψέλνουν τους ύμνους του Εσπερινού και η μελωδία τους ήταν πολύ χαρούμενη. Και μετά το δείπνο ο Ευλογημένος Brendan και οι μοναχοί του πήγαν για ύπνο. Ξύπνησαν το επόμενο πρωί και τα πουλιά έψαλαν  τους πρωινούς ύμνους, όλες τις Ώρες και  διάβασαν τους ψαλμούς. Και ο Brendan και οι μοναχοί του σταμάτησαν εκεί για οχτώ εβδομάδες ώσπου μετά την Πεντηκοστή έπλευσαν ξανά πίσω στο Νησί των Προβάτων και εκεί έλαβαν καλές προμήθειες και αποχαιρέτησαν τον γέροντα που τους βοηθούσε και επέστρεψαν στο καράβι τους.


Η σιωπηλή αδελφότητα.

Έπειτα το πουλί του δέντρου τους επισκέφτηκε ξανά και είπε: «Θα πλεύσετε από αυτό το νησί σε ένα άλλο νησί όπου κατοικούν εικοσιτέσσερις μοναχοί και θα γιορτάσετε τα Χριστούγεννα μαζί με αυτούς τους άγιους άνδρες» και αφού είπε αυτά πέταξε πίσω στους συντρόφους του. Έπειτα ο Brendan και οι μοναχοί του βγήκαν ξανά στον ωκεανό στο όνομα του Θεού και οι άνεμοι τους παρέσερναν πάνω και κάτω σε σημείο που να βρεθούν σε μεγάλο κίνδυνο.  Και έπλεαν με αυτόν τον τρόπο για τέσσερις μήνες και δεν έβλεπαν τίποτα γύρω τους πέρα από τον ουρανό και τα κύματα. Και τελικά είδαν ένα νησί που βρισκόταν κοντά και παρακάλεσαν τον Ιησού Χριστό να τους πάει κοντά σε αυτό το νησί. Όμως τα κύματα υψώθηκαν και τους παρέσυραν για άλλες σαράντα ημέρες. Έφτασαν έπειτα σε ένα μικρό λιμάνι και ήταν πολύ στενό για να χωρέσει το πλοίο, έτσι έριξαν την άγκυρα και έφτασαν μόνοι τους στην στεριά. Και άρχισαν να εξερευνούν το νησί και βρήκαν δύο πηγάδια και το νερό του ενός ήταν φωτεινό και καθαρό όμως το νερό του άλλου ήταν λασπώδες. Και μερικοί από αυτούς πήγαν να πιουν από τα πηγάδια όμως ο Brendan τους ικέτευσε να μην το κάνουν. Έπειτα ένας φιλόξενος γέροντας τους πλησίασε και τους καλωσόρισε με ευγένεια και φίλησε τον Brendan και πέρασαν δίπλα από πολλά όμορφα πηγάδια ώσπου έφτασαν στο μεγάλο Μοναστήρι.

Και εκεί μέσα βρίσκονταν εικοσιτέσσερις μοναχοί για να τους καλωσορίσουν οι  οποίοι φορούσαν βασιλικούς μανδύες που ήταν πλεγμένοι με χρυσές κλωστές και μπροστά τους βρισκόταν ένα βασιλικό στέμμα και παντού υπήρχαν αναμμένα κεριά. Και ο Ηγούμενος τους πλησίασε και φίλησε τον Brendan με πολύ ταπείνωση και καλωσόρισε αυτόν και τους συντρόφους του. Έπειτα τους οδήγησε ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους. Έπειτα τους πλησίασε κάποιος που τους υπηρέτησε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και τους πρόσφερε πολύ κρέας και πιοτό και τοποθέτησε ένα νόστιμο καρβέλι ψωμί ανάμεσα σε κάθε δυάδα και λευκές νόστιμες ρίζες και βότανα, όμως δεν γνώριζαν τι ρίζες είναι αυτές και ήπιαν το νερό από το καθαρό πηγάδι που πρωτοείδαν. Έπειτα ο Ηγούμενος αφού τους πλησίασε τους ενθάρρυνε και τους ικέτευσε να φαν και να πιουν μέχρι να χορτάσουν.  «Γιατί κάθε ημέρα» είπε «το κρέας και το πιοτό το φέρνει στο κελάρι μας ένας δυνατός άνδρας και δεν γνωρίζουμε από πού έρχεται αλλά γνωρίζουμε μόνο το ότι μας το στέλνει ο Θεός. Και δεν έχουμε ποτέ παράγει κρέας ή πιοτό για τους εαυτούς μας» είπε «εικοσιτέσσερις αδελφοί είμαστε και κάθε ημέρα της εβδομάδας Εκείνος μας στέλνει δώδεκα φραντζόλες και κάθε Κυριακή και την ημέρα του Αγίου Πατρικίου εικοσιτέσσερις φραντζόλες και το ψωμί που δεν χρησιμοποιούμε στο μεσημεριανό το χρησιμοποιούμε για το δείπνο. Και τώρα με τον ερχομό σου, ο Κύριος μας, μας έστειλε σαράντα οχτώ φραντζόλες ώστε να χαρούμε όλοι μαζί. Και πάντοτε δώδεκα από εμάς πηγαίνουν για δείπνο» είπε «ενώ άλλοι δώδεκα ψέλνουν και είμαστε εδώ ογδόντα χρόνια και σε αυτή τη γη δεν υπάρχει αρρώστια και κακοκαιρία.                    

Και υπάρχουν εφτά κέρινες λαμπάδες στο μέρος όπου στέκεται η χορωδία» είπε «που ποτέ δεν ανάφτηκαν από ανθρώπινο χέρι και καίνε μέρα και νύχτα κάθε στιγμή που προσευχόμαστε και ποτέ δεν έσβησαν ούτε ελαττώθηκε το φως τους αυτά τα ογδόντα χρόνια.»  Έπειτα από αυτό ο Brendan πήγε στην εκκλησία μαζί με τον Ηγούμενο και απήγγειλαν τις απογευματινές προσευχές μαζί με πολύ αφοσίωση. Και ο Brendan είδε όμορφα πλεγμένα υφάσματα και άγια ποτήρια από καθαρό κρύσταλλο και στο μέρος όπου στεκόταν η χορωδία υπήρχαν εικοσιτέσσερις θέσεις για τους εικοσιτέσσερις αδελφούς και μία θέση για τον Ηγούμενο στο κέντρο.  Και ο Brendan ρώτησε τον Ηγούμενο πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που παρέμεναν σιωπηλοί και κανένας δεν μιλούσε στον άλλο και ο Ηγούμενος είπε «ο Κύριος μας γνωρίζει πως κανένας δεν μίλησε σε κάποιον άλλο αυτά τα ογδόντα χρόνια.»* Και όταν ο  Brendan το άκουσε αυτό φώναξε από τη χαρά του και είπε «Αγαπημένε Πατέρα, για την αγάπη του Θεού άφησε με να μείνω εδώ μαζί σου.» «Γνωρίζεις καλά» είπε ο Ηγούμενος «πως δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, γιατί ο Κύριος μας δεν σου έχει φανερώσει τι πρέπει να κάνεις και θα επιστρέψεις στην Ιρλανδία στο τέλος;»   Και καθώς ο Brendan γονάτιζε στην εκκλησία είδε έναν λαμπερό άγγελο που μπήκε από το παράθυρο και άναψε όλα τα καντήλια στην εκκλησία και έπειτα βγήκε και πάλι από το παράθυρο για να πάει στον Ουρανό. «Με κάνει να αναρωτιέμαι» είπε ο Brendan «το πώς αυτά τα καντήλια καίνε συνέχεια χωρίς να σβήνουν.» «Δεν άκουσες ποτέ» είπε ο Ηγούμενος «πως τον παλιό καιρό ο Μωυσής είδε έναν θάμνο ο οποίος καιγόταν από την κορυφή ως το έδαφος και όσο περισσότερο καιγόταν τόσο ποιο πράσινα γινόντουσαν τα φύλλα του; Και μην αμφιβάλεις» είπε «για το ότι η δύναμη του Κυρίου είναι  μεγάλη όπως ήταν πάντοτε.»

*Σχετικό με την σιωπή που τηρούν οι  μοναχοί.

Η γιορτή της Αναστάσεως.

Και αφού ο Brendan σταμάτησε εκεί για τα Χριστούγεννα, αποχαιρέτησε τον Ηγούμενο και τους αδερφούς και επέστρεψε στο καράβι μαζί με τους μοναχούς του. Και η θάλασσα τους παρέσερνε πάνω και κάτω μέχρι την Κυριακή των Βαΐων και μόλις έφτασε αυτή η ημέρα βρέθηκαν και πάλι στο νησί των Προβάτων και συνάντησαν εκεί ξανά τον ίδιο γέροντα που βρήκαν και πριν και τους καλωσόρισε για δεύτερη φορά. Και την Μεγάλη Πέμπτη μετά το δείπνο έπλυνε τα πόδια τους και τους φίλησε και παρέμειναν σε αυτόν τον τόπο μέχρι την παραμονή του Πάσχα και έπειτα μετά την εντολή του έπλευσαν ξανά στον τόπο όπου βρισκόταν το ψάρι  Jasconye (το γιγάντιο ψάρι που αναφέρθηκε προηγούμενος). Και βρήκαν επάνω στην πλάτη του την χύτρα που είχαν αφήσει εκεί ένα χρόνο πριν και γιόρτασαν την Ανάσταση εκεί πάνω στην πλάτη του ψαριού. Και έψαλαν εκεί τις πρωινές προσευχές και τις προσευχές του Εσπερινού και όλη τη Θεία Λειτουργία και το μεγάλο κτήνος παρέμεινε σταθερό σαν ένας βράχος.


Η προφητεία του πουλιού


Και αφού γιόρτασαν το Πάσχα με μεγάλη τιμή πήγαν στο νησί όπου βρισκόταν το δέντρο με τα πουλιά. Και το μικρό πουλί τους καλωσόρισε θερμά και το κελάιδισμα του ήταν πολύ ωραίο. Έτσι σταμάτησαν εκεί από το Πάσχα μέχρι την Υπαπαντή όπως και τον προηγούμενο χρόνο, πολύ χαρούμενοι και ικανοποιημένοι, ακούγοντας την χαρούμενη ψαλμωδία η οποία ψελνόταν επάνω στο δέντρο. Έπειτα το πουλί είπε στον Ευλογημένο Brendan πως πρέπει να επιστρέψει για τα Χριστούγεννα στο νησί του Μοναστηριού και το Πάσχα πρέπει να επιστρέψει ξανά εδώ  και τον υπόλοιπο χρόνο θα πρέπει να παιδευτεί στη μεγάλη θάλασσα αντιμετωπίζοντας κινδύνους. «Και έτσι θα γίνεται για εσένα από χρόνο σε χρόνο μέχρι να συμπληρωθούν τα σαράντα σου χρόνια» είπε «και έπειτα θα φτάσετε ση Γη της Επαγγελίας και έπειτα για Σαράντα ημέρες θα γεμίσετε με χαρά. Και μετά από αυτό θα επιστρέψετε στη χώρα σας» είπε «πολύ εύκολα και χωρίς να σας ενοχλήσει κάτι και εκεί θα τελειώσετε τη ζωή σας.» Έπειτα ο Άγγελος που ήταν βοηθός τους έφερε κάθε είδους προμήθεια και γέμισε το πλοίο και όλα ήταν έτοιμα. Ευχαρίστησαν τον Κύριο για την μεγάλη του αγαθότητα που τους είχε βοηθήσει τόσο συχνά στις μεγάλες τους ανάγκες και έπλευσαν μέσα στη θάλασσα μέσα σε μία μεγάλη καταιγίδα.    

Οι κίνδυνοι της θάλασσας.

Και σύντομα τους κυνήγησε ένα τρομερό μεγάλο ψάρι το οποίο ακολουθούσε το καράβι τους και εκτόξευε τόσο μεγάλες ποσότητες νερού από το στόμα του που κόντευε να τους πνίξει και ερχόταν τόσο γρήγορα που τους έφτασε. Έπειτα οι μοναχοί ικέτευσαν τον Ιησού Χριστό να τους βοηθήσει με αυτό τον μεγάλο κίνδυνο. Και αφού το έκαναν αυτό ήρθε ένα άλλο ψάρι μεγαλύτερο από το πρώτο από τη δύση και επιτέθηκε στο πρώτο ψάρι και το χτύπησε και τελικά το έκοψε σε τρία κομμάτια και έφυγε από την ίδια κατεύθυνση από την οποία ήρθε και όλοι χάρηκαν  και ευχαρίστησαν τον Ιησού Χριστό. Μετά από αυτό ένοιωσαν ξανά κακοκεφιά εξαιτίας της πείνας, γιατί είχαν ξοδέψει όλο το φαγητό τους. Και εκείνη τη στιγμή τους πλησίασε ένα μικρό πουλί που μετέφερε ένα μεγάλο κλαδί με κόκκινα σταφύλια και έζησαν με αυτά για δεκατέσσερις ημέρες και χόρτασαν. Και όταν τελείωσαν και αυτά έφτασαν σε ένα μικρό νησί το οποίο ήταν γεμάτο από όμορφα δέντρα τα οποία ήταν γεμάτα με φρούτα σε κάθε κλαδί.      

Και ο άγιος Brendan αποβιβάστηκε από το καράβι και μάζεψε όσα φρούτα χρειαζόταν για να τους φτάσουν για σαράντα ημέρες και συνέχισαν να πλέουν και να πλέουν μέσα στην καταιγίδα και μέσα στον άνεμο.  Και ξαφνικά έπλευσε προς το μέρος τους ένα μεγάλο θαλάσσιο τέρας και τους επιτέθηκε και φαινόταν πως θα κατέστρεφε το καράβι και όλοι φώναζαν με απόγνωση και πίστεψαν πως είχε έρθει η ώρα τους να πεθάνουν. Και τότε το μικρό πουλί που είχε μιλήσει μαζί τους πάνω από το δέντρο το Πάσχα πλησίασε το τέρας και έβγαλε το ένα του μάτι με την πρώτη επίθεση και το άλλο μάτι με την δεύτερη και το τέρας βυθίστηκε στην θάλασσα. Ο Brendan χάρηκε πολύ όταν είδε αυτό το πουλί να έρχεται. Έπειτα ευχαρίστησαν το Θεό και συνέχισαν να πλέουν μέχρι την ημέρα της εορτής του Αποστόλου Πέτρου και έψαλαν την ακολουθία για να τιμήσουν την μνήμη του αγίου.

Και σε εκείνο το μέρος το νερό ήταν τόσο καθαρό που μπορούσαν να δουν τον πάτο και φαινόταν πως όλος ο πάτος ήταν καλυμμένος από μία μεγάλη ομάδα ψαριών. Και οι μοναχοί φοβήθηκαν βλέποντας όλα αυτά τα ψάρια και συμβούλεψαν τον Brendan να ψέλνει ποιο σιγά για να μην ξυπνήσει τα ψάρια και επιτεθούν στο καράβι.  Και ο Brendan απάντησε: «Γιατί ενώ γιορτάσατε την Ανάσταση αυτά τα δύο χρόνια στην πλάτη του μεγάλου ψαριού, φοβάστε τώρα αυτά τα μικρά ψάρια;» Και αφού είπε αυτά ετοιμάστηκε για την Θεία Λειτουργία και έψαλε ποιο δυνατά από πριν. Και τα ψάρια ξύπνησαν και αφού βγήκαν στην επιφάνεια μαζεύτηκαν γύρω από το καράβι και ήταν τόσα πολλά που οι μοναχοί δεν μπορούσαν να δουν το νερό.  Όμως όταν τελείωσε η Λειτουργία όλα κολύμπησαν μακριά και δεν τα είδαν ξανά.


   Ένα σύνορο της Κόλασης.


Για εφτά ημέρες τώρα  έπλεαν σε αυτό το καθαρό νερό και τότε ήρθε ένας νότιος άνεμος που τους παρέσυρε και δεν ήξεραν προς τα πού πήγαιναν. Και αφού πέρασαν οχτώ ημέρες είδαν μακριά στον βορρά μία σκοτεινή χώρα γεμάτη από δυσωδία και καπνό και καθώς το καράβι πλησίαζε άκουσαν μεγάλες εκρήξεις και έναν θόρυβο σαν κεραυνό με αποτέλεσμα να φοβηθούν και να προσευχηθούν.  Και λίγο μετά εμφανίστηκε κάποιος που καιγόταν ολόκληρος και απομακρύνθηκε ξανά και έβγαλε μία κραυγή που ακούστηκε σε μεγάλη απόσταση.  Και αφού έγινε αυτό εμφανίστηκαν δαίμονες και τους περικύκλωσαν από κάθε πλευρά, κρατούσαν τσιμπίδες και φλεγόμενα σφυριά και τους ακολουθούσαν ώσπου φάνηκε πως όλη η θάλασσα είχε πάρει φωτιά. Όμως με το θέλημα του Θεού δεν είχαν δύναμη να τους βλάψουν. Και έπειτα οι δαίμονες άρχισαν να μουγγρίζουν και να ουρλιάζουν και εκτόξευσαν τις τσιμπίδες και τα σφυριά τους επάνω τους και απομακρύνθηκαν από το καράβι με μία θρηνητική κραυγή και επέστρεψαν στον τόπο από όπου είχαν έρθει. «Τι σκεφτόσαστε;» είπε ο  Brendan  «ήταν αυτό ένα χαρούμενο γεγονός; Δεν θα επιστρέψουμε εδώ ποτέ ξανά» είπε «γιατί αυτό ήταν ένα σύνορο της Κόλασης και ο διάβολος έτρεφε μεγάλες ελπίδες για εμάς όμως τον εμπόδισε ο Ιησούς Χριστός.»  

Έπειτα ο νότιος άνεμος τους οδήγησε μακριά ξανά προς τον βορρά και είδαν ένα λόφο τυλιγμένο στη φωτιά και καθώς ήταν περικυκλωμένος με φωτιά και σύννεφα από επάνω του και εάν υπήρχε πολύς καπνός στον προηγούμενο τόπο υπήρχε περισσότερος σε αυτόν. Έπειτα ένας από τους αδερφούς άρχισε να κλαίει και να θρηνεί και να λέει πως είχε έρθει η ώρα του και δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο καράβι και αφού τα είπε αυτά πήδηξε έξω από το καράβι μέσα στη θάλασσα και έκλαιγε και θρηνούσε με τέτοια θλίψη που στεναχωριόσουν να τον ακούς. «Η θλίψη μου» είπε «η άθλια ζωή μου. Τώρα βλέπω το τέλος μου και έζησα μαζί σας μέσα στην χαρά και δεν μπορώ να συνεχίσω να ταξιδεύω άλλο μαζί σας!»




 Ένα ταλαιπωρημένο φάντασμα. 


Έπειτα ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και οδήγησε το καράβι νότια για εφτά ημέρες και πλησίασαν σε έναν μεγάλο βράχο μέσα στη θάλασσα και τα κύματα της θάλασσας έσκαγαν επάνω του. Και επάνω στον βράχο καθόταν ένα ταλαίπωρο φάντασμα, γυμνό μέσα σε μεγάλη μιζέρια και πόνο, γιατί τα κύματα της θάλασσας είχαν χτυπήσει τόσο πολύ το σώμα του ώστε όλη η σάρκα είχε φύγει από επάνω του και δεν είχε μείνει τίποτα πέρα από νεύρα και γυμνά κόκκαλα. Και είχε ένα κουρέλι δεμένο στο σαγόνι του και δύο γλώσσες βοδιού επάνω του και όταν ο άνεμος φυσούσε το κουρέλι χτυπούσε επάνω στο σώμα και τα κύματα της θάλασσας τον χτυπούσαν από μπροστά και από πίσω με τέτοιο τρόπο ώστε κανένας δεν θα μπορούσε να βρει σε κάποιον τόπο ένα ποιο ταλαιπωρημένο φάντασμα. Και ο Brendan το ικέτευσε να πει ποιος  ήταν στο όνομα του Θεού και τι είχε κάνει ενάντια στο Θεό και γιατί καθόταν εκεί.        

«Είμαι μία ταλαιπωρημένη σκιά» είπε «είμαι ο άθλιος Ιούδας που πούλησε τον Κύριο μας για τα χρήματα και κάθομαι εδώ μέσα στην αθλιότητα και αυτή δεν είναι η κανονική μου κατοικία» είπε «γιατί η κανονική μου κατοικία είναι μέσα στην φλεγόμενη κόλαση, αλλά με τη Χάρη του Θεού έρχομαι εδώ συγκεκριμένες στιγμές του χρόνου. Βρίσκομαι εδώ κάθε Κυριακή και από το απόγευμα του Σαββάτου, και τα Χριστούγεννα και από το Πάσχα μέχρι την εορτή της Πεντηκοστής και σε κάθε γιορτή του Κυρίου μας, γιατί είναι γεμάτος έλεος. Όμως τον υπόλοιπο καιρό βρίσκομαι μέσα στην καυτή φωτιά μαζί με τον Πιλάτο, τον Ηρώδη, τον Άννα και τον Καϊάφα και καταριέμαι ξανά και ξανά την ημέρα που γεννήθηκα. Και σε ικετεύω για την αγάπη του Θεού» είπε «να με προστατέψεις από τους δαίμονες που θα έρθουν να με κυνηγήσουν.»  Και ο Brendan είπε «Με τη βοήθεια του Θεού θα σε προστατέψουμε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Και πες μου, τι είναι αυτό το κουρέλι που κρέμεται από το κεφάλι σου;» Και ο Ιούδας απάντησε «Είναι ένα κουρέλι που έδωσα σε έναν λεπρό όταν βρισκόμουν στη γη και επειδή του το έδωσα για την αγάπη του Θεού κρέμεται μπροστά μου. Όμως επειδή δεν το αγόρασα με τα δικά μου χρήματα αλλά με ότι ανήκε στον Κύριο μας και στους αδερφούς του» είπε «είναι περισσότερο επιβλαβές για εμένα παρά ωφέλιμο και με χτυπάει με δύναμη στα μάτια.            

Και αυτές οι γλώσσες που βλέπεις να κρέμονται»  είπε «τις έδωσα στους ιερείς επάνω στη γη και έτσι βρίσκονται εδώ και μου είναι ωφέλιμες, γιατί τα ψάρια της θάλασσας δαγκώνουν αυτές και αφήνουν εμένα. Και αυτός ο βράχος πάνω στον οποίο κάθομαι» είπε «τον βρήκα να είναι πεσμένος σε έναν απομονωμένο τόπο όπου δεν τον χρησιμοποιούσαν και τον πήρα και τον τοποθέτησα σε ένα βαλτώδες μονοπάτι και έτσι αποτέλεσε μεγάλη ανακούφιση για όσους περνούσαν από αυτόν τον δρόμο και για αυτό το λόγο αναπαύει εμένα τώρα και είναι λίγες οι καλές πράξεις τις οποίες έχω να διηγηθώ.» Το απόγευμα της Κυριακής ήρθε μία μεγάλη στρατιά από δαίμονες που μούγκριζαν και είπαν στον Brendan «Φύγε από εδώ, άνθρωπε του Θεού, δεν έχεις τίποτα να κάνεις εδώ, άφησε μας να πάρουμε τον σύντροφο μας και να τον οδηγήσουμε πίσω στην κόλαση γιατί δεν τολμάμε να αντικρίσουμε τον κύριο μας εάν δεν φέρουμε αυτόν εδώ μαζί μας.»  «Δεν θα σας αφήσω να εκτελέσετε τις διαταγές του κυρίου σας» είπε ο Brendan «όμως σας διατάζω στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να τον αφήσετε εδώ αυτή τη νύχτα μέχρι το πρωί.»        

«Θα τολμήσεις» είπαν οι δαίμονες «να βοηθήσεις αυτόν που πρόδωσε τον κύριο του και τον πούλησε στον θάνατο;» Όμως ο Brendan τους έδωσε εντολή να μην τον ενοχλήσουν αυτή τη νύχτα και θρήνησαν με απαίσιες φωνές και έφυγαν μακριά και αφού έγινε αυτό ο Ιούδας ευχαρίστησε τον Ευλογημένο Brendan με τόση θλίψη που λυπόσουν να τον ακούς. Και το επόμενο πρωί ήρθαν οι δαίμονες ξανά και φώναξαν στον Brendan και τον επέπληξαν. «Φύγε μακριά» είπαν «γιατί ο κύριος μας ο μεγάλος διάβολος μας βασάνισε σκληρά κατά τη διάρκεια της νύχτας γιατί δεν τον φέραμε μαζί μας και θα πάρουμε την εκδίκηση μας για αυτό» είπαν «και θα λάβει τους διπλάσιους πόνους για τις επόμενες έξι ημέρες.» Και έπειτα πήραν μαζί τους τον ταλαίπωρο Ιούδα ο οποίος φοβόταν και έτρεμε καθώς απομακρύνονταν.

Ο Παύλος ο ερημίτης.

Έπειτα ο Brendan και οι μοναχοί του έπλευσαν για τρεις ημέρες και για τρεις νύχτες και την Παρασκευή είδαν μπροστά τους ένα νησί. Και όταν ο Brendan το είδε άρχισε να αναστενάζει και να κλαίει. «Ο Παύλος ο ερημίτης βρίσκεται σε αυτό το νησί» είπε «και ζει εκεί χωρίς να φάει κρέας ή να πιει κάτι αυτές τις σαράντα ημέρες.» Και όταν αποβιβάστηκαν ο γέρος ερημίτης τους πλησίασε και τους καλωσόρισε με ταπεινότητα και το σώμα του ήταν γυμνό και το κάλυπταν τα μακριά του μαλλιά και τα γένια του.  Και όταν τον είδε ο Brendan έκλαψε και είπε «Τώρα βλέπω κάποιον που ζει τη ζωή ενός αγγέλου παρά ενός ανθρώπου.» Όμως ο Παύλος είπε «Εσύ ο ίδιος είσαι καλύτερος από εμένα, γιατί ο Θεός σου έχει φανερώσει περισσότερα από τα κρυμμένα του πράγματα σε σχέση με τους άλλους.» Και τους είπε τη δική του ιστορία και πως τον τάιζε μια βίδρα για σαράντα χρόνια με τη χάρη του Θεού.  Και έπειτα οι δύο ευλογημένοι άνδρες χωρίστηκαν και ήταν μεγάλη η θλίψη του χωρισμού τους.

Ένα τυχερό ταξίδι

Έπειτα επέστρεψαν στο καράβι και οδηγήθηκαν προς το νότο από έναν μεγάλο άνεμο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Και την παραμονή του Πάσχα έφτασαν στον αγαθό βοηθό τους και εκείνος τους φρόντισε καλά όπως είχε κάνει και πριν. Και έπειτα του οδήγησε στο μεγάλο ψάρι και επάνω στην πλάτη του έψαλαν τις πρωινές προσευχές και την Θεία Λειτουργία. Και όταν η Θεία Λειτουργία τελείωσε το ψάρι άρχισε να κινείτε και κολύμπησε πολύ μακριά μέσα στη θάλασσα και οι αδερφοί φοβήθηκαν πολύ όταν το έκανε αυτό καθώς βρισκόντουσαν επάνω στην πλάτη του, γιατί ήταν μεγάλο θαύμα να βλέπεις ένα κτήνος που είχε το μέγεθος μιας ολόκληρης χώρας να κολυμπάει τόσο γρήγορα μέσα στη θάλασσα. Όμως με τη θέληση του Θεού το ψάρι τους άφησε στον Παράδεισο των Πουλιών απόλυτα ασφαλής και έπειτα έφυγε. Και χάρηκαν πολύ που βρέθηκαν σε αυτόν τον τόπο και πέρασαν τον καιρό τους εκεί όπως είχαν κάνει και την προηγούμενη φορά. 

   
Η Γη της επαγγελίας 
Και αφού έγινε αυτό μπήκαν στο καράβι τους και έπλευσαν για σαράντα ημέρες ανατολικά. Και μετά το πέρασμα σαράντα ημερών έπεσε χαλάζι και τότε μία σκοτεινή σκιά τους πλησίασε και έμειναν μέσα της για πολύ ώρα. Έπειτα ο βοηθός τους τους πλησίασε και είπε «Χαρείτε τώρα και αγαλλιάστε γιατί φτάσατε στη Γη της Επαγγελίας.» Έπειτα βγήκαν από την σκοτεινή ομίχλη και είδαν στα ανατολικά την ποιο όμορφη χώρα που είχε δει ποτέ κανείς. Καθαρή ήταν και ηλιόλουστη, πολύ χαρά υπήρχε εκεί και τα δέντρα ήταν γεμάτα φρούτα σε κάθε κλαδί και τα μήλα ήταν ώριμα όπως τον καιρό της συγκομιδής. Και τριγυρνούσαν μέσα στη χώρα για σαράντα ημέρες και δεν έβλεπαν να τελειώνει κάπου και ήταν πάντα ημέρα εκεί και ποτέ δεν νύχτωνε και ο αέρας δεν ήταν ούτε κρύος ούτε ζεστός μα πάντα ίδιος και η απόλαυση που ένοιωσαν εκεί δεν μπορεί να περιγραφτεί με λόγια.     

Έπειτα έφτασαν σε ένα ποτάμι που δεν μπορούσαν να το διασχίσουν όμως μπορούσαν να δουν πέρα από αυτό τη χώρα που η ομορφιά της ήταν απεριόριστη. Έπειτα τους πλησίασε ένας νεαρός άντρας ο ποιο φιλόξενος από όλους και τους καλωσόρισε όλους και στον Brendan έδειξε ιδιαίτερη τιμή και αφού του έπιασε το χέρι του είπε «Εδώ είναι η χώρα την οποία αναζητούσατε, όμως είναι το θέλημα του Κυρίου μας να επιστρέψετε ξανά και να μην καθυστερήσετε και θα σας φανερώσει περισσότερα από τα κρυμμένα πράγματα όταν θα βγείτε πάλι στη μεγάλη θάλασσα. Γεμίστε το πλοίο σας με τα φρούτα αυτής της χώρας» είπε «και σύντομα θα αφήσετε αυτόν τον κόσμο γιατί η ζωή σας πλησιάζει στο τέλος της. Και αυτό το ποτάμι που βλέπεται εδώ είναι το σύνορο» είπε «που χωρίζει τους κόσμους, έτσι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να περάσει στην άλλη πλευρά ενώ είναι ακόμη ζωντανός και όταν ο Κύριος μας θα τραβήξει κάθε άνθρωπο προς το μέρος του και όταν όλοι οι άνθρωποι θα τον γνωρίσουν και θα τεθούν υπό τον νόμο του, τότε θα επιτραπεί να δείτε αυτή τη χώρα, όταν θα έρθει το τέλος του κόσμου.»  Έπειτα ο Brendan και οι μοναχοί του γέμισαν το καράβι με φρούτα και πολύτιμες πέτρες και πήραν το δρόμο της επιστροφής και ήταν πολύ λυπημένοι που έφευγαν από εκεί.




Η επιστροφή του Brendan 


Και έπλευσαν πίσω στην Ιρλανδία μέσα στο καράβι τους και οι αδερφοί που είχαν μείνει πίσω χάρηκαν που τους είδαν να επιστρέφουν υγιείς. Όσο για τον Brendan από εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να μην ανήκει πλέον σε αυτόν τον κόσμο, ο νους του βρισκόταν στην χαρά του Παραδείσου. Στην Ιρλανδία κοιμήθηκε και θάφτηκε. Μακάρι ο Θεός να μας οδηγήσει στην ίδια χαρά στην οποία οδηγήθηκε η ευλογημένη ψυχή του. 

    
Αγγλικό κείμενο The Voyage of Saint Brendan 
Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow 











Δεν υπάρχουν σχόλια: