Ας κατοικεί τούτο ανάμεσα μας, το να ζούμε στην οδό ως οδοιπόροι, προσκυνητές και ξένοι, γεμίζοντας την ψυχή μας με ουράνιους και πνευματικούς χαρακτήρες. Άγιος Κολουμπάνος της Ιρλανδίας.
Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.
Σελίδες
Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020
Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020
Άγιος Cennydd της Ουαλίας, ο Ερημίτης. Ημέρα Μνήμης: 5 Ιουλίου.

Ο Άγιος Cennydd ήταν ο γιος του βασιλιά Dihoc - κατά πάσα πιθανότητα του Deroch II της Δουμνόνιας - μέσα από μια αιμομικτική σχέση με την ίδια του την κόρη. Ενώ η πριγκίπισα ήταν έγκυος, ο βασιλιάς Deroch κλήθηκε από τον Υψηλό βασιλέα Αρθούρο για να παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό των Χριστουγέννων που πραγματοποιούνταν στην βασιλική αυλή στο Aber Llychwr (Loughor). Οι δύο ταξίδευαν εκεί μαζί και ο Άγιος Cennydd γεννήθηκε πιθανότατα στο κοντινό Caer Gynydd στο Waunnarlwydd. Γεννήθηκε κολοβός με την κνήμη του ενός ποδιού προσκολλημένη στο μηρό.
Ένας ιερέας κατάφερε να βαπτίσει το βρέφος, δίνοντάς του το όνομα Cennydd, πριν ο βασιλιάς Deroch διατάξει τη ρίψη του γιού του στον ποταμό. Ο Άγιος Cennydd τοποθετήθηκε σε ένα ψάθινο καλάθι από ιτιά και ρίχθηκε στον ποταμό Lliw. Το δυνατό ρεύμα του ποταμού τον έφερε γρήγορα στον ποταμό Llwwchwr (ποταμός Loughor) όπου χυνόταν στην θάλασσα. Ξαφνικά μια μεγάλη καταιγίδα ξέσπασε και οδήγησε το ψάθινο καλάθι, χορεύοντας στην κορυφή των κυμάτων, στο Ynys Weryn (Head Worm), όπου ξεβράστηκε στην παραλία. Εκεί ένα σμήνος γλάρων πέταξε πάνω από το μωρό και τον έφερε στην κορυφή ενός βράχου. Εκεί οι γλάροι απογύμνωσαν τα στήθη τους και χρησιμοποίησαν τα πούπουλά τους για να κάνουν ένα κρεβάτι για τον μικρό Cennydd. Τα πουλιά πρόσεχαν συνεχώς τον Άγιο προστατεύοντάς τον, απλώνοντας τα φτερά τους πάνω του για να τον προστατέψουν από τον άνεμο, τη βροχή και το χιόνι.
Πριν περάσουν εννέα μέρες από την ημέρα που οι γλάροι θαυματουργικά έσωσαν τον νεαρό Άγιο, Άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό, φέρνοντας έναν ορειχάλκινο κωδωνίσκο σε σχήμα στήθους, τον οποίο τοποθέτησε στο στόμα του νηπίου, και μασούσε έντονα στη λαβή, σαν κρίκο οδοντοφυΐας. Έτσι ο Άγιος Cennydd έζησε μέχρι που ήταν αρκετά μεγάλος για να περπατήσει και τα ενδύματα με τα οποία ήταν τυλιγμένος, μεγάλωναν μαζί του και επεκτείνονταν, όπως ακριβώς και ο φλοιός στον κορμό ενός δέντρου καθώς αυτό μεγαλώνει.
Μια μέρα ένας αγρότης χωρικός που ζούσε κοντά στη θάλασσα και δεν είχε οικογένεια είδε τον νεαρό Άγιο. Πήρε τον Άγιο Cennydd, τον έφερε σπίτι και τον έδωσε στη σύζυγό του, που έβαλε αμέσως το μικρό αγόρι στο κρεβάτι. Αυτό προκάλεσε μεγάλη ταραχή άγχος και έκπληξη στους γλάρους. Πέταξαν προς το σπίτι του χωρικού και έφτασαν μεγάλο αριθμό, διαιρεμένει σε δύο σμήνη. Ένα σμήνος εισήλθε στο σπίτι και έβγαλε τα σκεπάσματα από τον Άγιο Cennydd. Το δεύτερο κοπάδι, χρησιμοποιώντας τα ράμφη τους, τα νύχια τους και κραυγές, οδήγησαν τα βοοειδή του αγρότη προς τη θάλασσα. Εκνευρισμένος για τα ζώα του, ο αγρότης μετέφερε βιαστικά τον Άγιο Cennydd πίσω εκεί που τον βρήκε. Στη συνέχεια, οι γλάροι οδήγησαν τα βοοειδή του πίσω στα λιβάδια τους και, με τον πιο τακτικό τρόπο, αντικατέστησαν το κάλυμμα στο κρεβάτι.
Μέχρι εκείνη την εποχή, ο Άγιος Cennydd τρεφόταν από μία ελαφίνα, η οποία ερχόταν καθημερινά από το δάσος και γέμιζε με γάλα τον κωδωνίσκο σε σχήμα στήθους που χρησιμοποίησε το αγόρι ως θήλαστρο. Γέμιζε επίσης τις κοιλότητες στα κοντινά βράχια με γάλα για να έχει ο Άγιος καθ'όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ο Άγιος Cennydd συνέχισε αυτή τη διατροφή, συμπληρωμένη από ρίζες και βότανα, μέχρι που έφτασε στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών. Έπειτα, ένας Άγγελος Κυρίου, κατέβαινε και τον κατηχούσε στις χριστιανικές διδασκαλίες, και τον πληροφόρησε ότι πρέπει να αναχωρήσει για μία περιοχή με πολλά καλαμοειδή φυτά που ονομάζεται Llangennydd (Llangennith), περίπου ένα μίλι μακριά. Ο Άγιος Cennydd ξεκίνησε την πορεία του, αλλά έκανε αργή πρόοδο εξαιτίας της σωματικής του κατάστασης. Σταμάτησε περίπου είκοσι τέσσερις φορές και σε κάθε στάση θαυματουργικά ανέβλυζε μια πηγή με καθαρά και δροσερά νερά για να σβήσει τη δίψα του. Όταν τελικά ο Άγιος Cennydd έφτασε στον προορισμό του, εκεί ο ίδιος έχτισε μια καλύβα από κορμούς και φύλλα ιτιάς και στέγη από καλάμια. Επίσης βρήκε και έναν υπηρέτη για να τον βοηθάει ο οποίος ήταν ανάξιος εμπιστοσύνης και η ατιμία του φανερώθηκε από το ακόλουθο θάυμα.
Μια μέρα, εννέα ληστές, που λεηλατούσαν την περιοχή, επισκέφτηκαν τον Άγιο Cennydd για να δουν τι θα μπορούσαν να κλέψουν από αυτόν. Όταν έφτασαν στην καλύβα του Αγίου άφησαν τα όπλα τους έξω και εκμεταλλευόμενοι την φιλοξενία του Αγίου μπήκαν στην καλύβα του. Εντωμεταξύ, ο υπηρέτης του Αγίου Cennydd είδε ένα από τα πολυπόθητα δόρατα των ληστών και το έκλεψε. Όταν ο ληστής ρώτησε για την λόγχη του, ο υπηρέτης ορκίστηκε ότι δεν το είχε δει: "Φέρτε τον κωδωνίσκο σε σχήμα στήθους και θα κάνω όρκο σε αυτόν". Έχοντας ξεπεράσει τον εαυτό του, ο υπηρέτης του Αγίου Cennydd τρελάθηκε και έφυγε στις απομακρυσμένες περιοχές γύρω από τον Mynyw (Saint Davids). Εκεί ζούσε σαν άγριο θηρίο, μέχρι που οι τρίχες του σώματός του και τα μαλλιά του τον κάλυψαν εντελώς. Μετά από επτά χρόνια, ο Άγιος Cennydd προσευχήθηκε για την αποκατάστασή του και ο άνθρωπος επέστρεψε στην υπηρεσία του με ειλικρινή μετάνοια.
Αργότερα, ο βασιλιάς Morgan του Glywysing πραγματοποίησε επιδρομές στην περιοχή γύρω από το Llangennydd (Llangennith), συγκεντρώνοντας μαζί του μεγάλη ποσότητα λαφύρων. Ο Άγιος ερημίτης έστειλε τον υπηρέτη του με τον κωδωνίσκο σε σχήμα στήθους για να ζητήσει μερίδιο από τα λάφυρα. Αυτός, φυσικά, συναντήθηκε με τον υπηρέτη σε κλίμα άρνησης και ύβρεων. Τότε οι λεηλάτες άρχισαν να διαφωνούν και να μάχονται μεταξύ τους για τη μοιρασιά των λαφύρων. Ήρθαν σε σύγκρουση και πολλοί σκοτώθηκαν. Ο βασιλιάς Morgan, αποδίδοντας αυτή την καταστροφή στην αδίκη αντιμετώπιση κατά του Αγίου αλλά και για την ύβρη που διέπραξε όσον αφορά την ιερότητα του θεόδοτου κωδωνίσκου σε σχήμα στήθους, πήγε σε αυτόν και προσέφερε αποζημίωση. Ο βασιλιάς πήρε τον Άγιο Cennydd επάνω στην πλαγιά του λόφου και, κοιτάζοντας το βασίλειό του, χορήγησε στον Άγιο τόση γη όση επιθυμούσε.
Όταν οι Άγιοι Δαϋίδ (Dewi/David), Επίσκοπος Mynyw (τιμάται 1η Μαρτίου), Τέιλο (Teilo) Επίσκοπος Llandeilo (τιμάται 9 Φεβρουαρίου) και Παντάρν (Padarn) της Ουαλίας (τιμάται 15 Απριλίου) ταξίδεψαν στην Ουαλία το 545, κάλεσαν τους ηγούμενους και τους επισκόπους της χώρας στη Σύνοδο του Llanddewi Brefi προκειμένου να καταδικάσουν την αίρεση του Πελαγιανισμού, σταμάτησαν στο κελί του Αγίου Cennydd και δέχτηκαν την φιλοξενία του. Ο Άγιος Δαϋίδ ζήτησε να παραστεί στη συνέλευση. Ωστόσο, δείχνοντάς του το παραμορφωμένο πόδι του, ο Άγιος Cennydd εξήγησε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε ένα τέτοιο ταξίδι. Έτσι ο Άγιος Δαϋίδ προσευχήθηκε για την ανακούφιση και αποκατάσταση του ποδιού του, έτσι ώστε ο Άγιος Cennydd να μπορεί να περπατήσει όπως και κάθε άλλο άτομο. Αυτό δεν ευχαρίστησε τον Άγιο Cennydd, που ήθελε να παραμείνει όπως τον είχε δημιουργήσει ο Θεός. Αυτός, λοιπόν, προσευχήθηκε να επανέλθει η δυσμορφία στο πόδι του και αμέσως βγήκε στο άκρο του όπως πριν και η κνήμη του βρέθηκε πάλι προσκολλημένη στον μηρό. Έτσι ο Άγιος δεν παρακολούθησε τη Σύνοδο, όμως επέκτεινε την επαφή του με τον κόσμο χτίζοντας μία ιερά μονή κοντά στο ερημητήριό του όπου καθημερινά δεχόταν πλήθος προσκυνητών και ανθρώπων που ζητούσαν τις συμβουλές του και την βοήθειά του.
Κάποια στιγμή, ο Άγιος Cennydd επέστρεψε στην πατρίδα των γονιών του, ίδρυσε εκκλησίες και παρεκκλήσια στο Ploumelin, το Saint-Caradec, το Plaintel (όπου μπορεί κανείς να δει το πέτρινο κρεβάτι του) και το Languidic, την κύρια κατοικία του στη Βρετάνη. Εγκαταστάθηκε σε αυτό το τελευταίο μέρος, αφού καταδιώχθηκε από μια μικρή ομάδα πέντε πολεμιστών. Προσευχήθηκε για βοήθεια και αμέσως οι πέντε πολεμιστές μετατράπηκαν με θαυματουργικό τρόπο σε πέτρες. Παραμένουν ως μια σειρά από πέτρες που τώρα ονομάζονται «Στρατιώτες του Αγίου Κορνήλιου», αλλά κάποτε ήταν γνωστές ως «Στρατιώτες του Αγίου Cennydd». Ο Άγιος Cennydd κοιμήθηκε οσιακά κατά πάσα πιθανότητα την 1η Αυγούστου κάποια στιγμή στα τέλη του 6ου αιώνα. Στο Llangennydd (Llangennith), ωστόσο, η μνήμη του τιμάται την 5η Ιουλίου και η ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του στις 27 Ιουνίου.
Ο Άγιος Cennydd είναι επίσης γνωστός και ως Άγιος Κέννεθ (Kenneth) ή Kenetus (Κενέτος) στα λατινικά και δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον Άγιο Kenneth (Cainnech ή Cannice ή Kenny ή Canicus) ηγούμενο του Αγκάμποε (Aghaboe) της Ιρλανδίας του οποίου η μνήμη τιμάται στις 11 Οκτωβρίου.
Πηγή
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
5:02 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Βρετανία
Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020
Αγιασμός των υδάτων στον Ορθόδοξο ναό της Αναστάσεως (ποιο γνωστός ως Νικολάι Ντο) στο Τόκιο της Ιαπωνίας (βίντεο)
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
5:23 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Ιαπωνια
Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020
Μέσα στο κελλί του παπά Τύχωνα...

Μέσα στο κελλί του παπά Τύχωνα (1884-1968) κυκλοφορούσαν όλα ελεύθερα, από ζουζούνια μέχρι ποντίκια.
Κάποτε του είπε ένας Μοναχός, επειδή έβλεπε τα ποντίκια να χοροπηδούν:
-Γέροντα, θέλεις να σου φέρω μια γάτα; Εκείνος απήντησε:
- Όχι, παιδί μου. Εγώ έχω μια γάτα, μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την γάτα. Έρχεται εδώ, την ταιζω, την χαϊδεύω, και μετά πηγαίνει στην καλύβα της κάτω στο λάκκο και ησυχάζει....
Ήταν μια αλεπού, ή οποία επισκεπτόταν τον Γέροντα τακτικά, σαν καλός γείτονας.
πηγή
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
3:59 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
άγιοι και φύση,
ωφέλημα 2
Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020
Η Θεία Λειτουργία στα Ιαπωνικά εδώ
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
4:33 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Ιαπωνια
The Orthodox Church Singing in Japan
The Orthodox Church Singing in Japan
June 2003
My name is Maria J. Matsushima. I am a spouse of the priest of Nagoya parish in Japan and a choir director. I was baptised in Yokohama sixteen years ago and soon joined the choir. Orthodox singing seemed both something familiar and something new. No doubt it was a kind of music, but more than that. Why?
As time went on, there came to me a lot of questions on both practical and spiritual matters. "In which ways is Orthodox singing different from the Western sacred songs?", "How to manage songs without written music?", "What is the eight tone system?", "What is the function of Church singing?", "What is the tradition I have to keep and hand down?", and so on.
I wanted to know. But how? In Japanese, books and materials on Orthodox music were very scarce. Sometimes I found the articles on it, but most of them made me dissapointed, since they were distorted to some extent by the influence of Western music. I ordered a lot of books and scores from US and UK, anything related to church singing. The books by Gardner and Fr. Schmemann were a great surprise for me, opening the door to the new vision. Besides books, I met many people concerned with liturgy, such as priests, choir directors, seminary students, readers, both inside and outside of Japan. They kindly answered my questions and gave me advices and support.
Looking back on those years, I can see that God sent me necessary things and proper teachers according to the time and my condition. Too many to enumerate here, I would like to express my gratitude to all these people.
I opened the Japanese version of this website page in order to offer materials and some of translations which had helped my understanding, for those who need basic knowledge and want to know the deeper aspect of our church singing in liturgy for their reference. Even now, the available books in Japanese are few.
In addtion to the above, this spring I opened this English page introducing our church singing in Japan. I would like to say to the world that "a member of Christ's Body is singing the same songs here in Japan."
At first, I introduce my papers about the History of the Japanese Church Singing, which was originally published in the Seikyo Jiho (the official Magazine of the Orthodox Church in Japan) last year, although I still continue further research.
It is my great honor to show you Our church in Nagoya and Handa, too.
"The Divine Liturgy with responses and hymns in Japanese" is a fruit of our friendship overseas. At first, 12 years ago, I wrote down texts in English letter under Japanese texts in the music book for Anne, an American choir director who stayed in Yokohama. Some years later, when she was back in US, she typed and added English translations to complete a booklet. Then, a few years after that Marie, a member of our church, scanned and corrected all of the texts. Now, on Sundays members from abroad sing "Shu awareme yo” (Lord have mercy) and other songs together with the Japanese. (Spring, 2003)
source
June 2003
My name is Maria J. Matsushima. I am a spouse of the priest of Nagoya parish in Japan and a choir director. I was baptised in Yokohama sixteen years ago and soon joined the choir. Orthodox singing seemed both something familiar and something new. No doubt it was a kind of music, but more than that. Why?
As time went on, there came to me a lot of questions on both practical and spiritual matters. "In which ways is Orthodox singing different from the Western sacred songs?", "How to manage songs without written music?", "What is the eight tone system?", "What is the function of Church singing?", "What is the tradition I have to keep and hand down?", and so on.
I wanted to know. But how? In Japanese, books and materials on Orthodox music were very scarce. Sometimes I found the articles on it, but most of them made me dissapointed, since they were distorted to some extent by the influence of Western music. I ordered a lot of books and scores from US and UK, anything related to church singing. The books by Gardner and Fr. Schmemann were a great surprise for me, opening the door to the new vision. Besides books, I met many people concerned with liturgy, such as priests, choir directors, seminary students, readers, both inside and outside of Japan. They kindly answered my questions and gave me advices and support.
Looking back on those years, I can see that God sent me necessary things and proper teachers according to the time and my condition. Too many to enumerate here, I would like to express my gratitude to all these people.
I opened the Japanese version of this website page in order to offer materials and some of translations which had helped my understanding, for those who need basic knowledge and want to know the deeper aspect of our church singing in liturgy for their reference. Even now, the available books in Japanese are few.
In addtion to the above, this spring I opened this English page introducing our church singing in Japan. I would like to say to the world that "a member of Christ's Body is singing the same songs here in Japan."
At first, I introduce my papers about the History of the Japanese Church Singing, which was originally published in the Seikyo Jiho (the official Magazine of the Orthodox Church in Japan) last year, although I still continue further research.
It is my great honor to show you Our church in Nagoya and Handa, too.
"The Divine Liturgy with responses and hymns in Japanese" is a fruit of our friendship overseas. At first, 12 years ago, I wrote down texts in English letter under Japanese texts in the music book for Anne, an American choir director who stayed in Yokohama. Some years later, when she was back in US, she typed and added English translations to complete a booklet. Then, a few years after that Marie, a member of our church, scanned and corrected all of the texts. Now, on Sundays members from abroad sing "Shu awareme yo” (Lord have mercy) and other songs together with the Japanese. (Spring, 2003)
source
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
4:13 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Ιαπωνια
Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020
Ψαλμοί στα Ιαπωνικά
Απόσπασμα από το κείμενο της Ορθόδοξης χριστιανής Γιαπωνέζας και μουσικού Maria Junko MATSUSHIMA με τίτλο ST. NIKOLAI of JAPAN
and the Japanese Church Singing

Καθώς οι μεταφραστικές εργασίες προχωρούσαν ακόμη, η ψαλμωδία στα Ιαπωνικά άρχισε σε συγκεκριμένα μέρη της λειτουργίας. Ο Παύλος Σαβάμπε (Pavel Sawabe), ένας από τους πρώτους Ορθόδοξους Ιάπωνες και πρώτος ιερέας έγραψε αργότερα στο Εκκλησιαστικό Περιοδικό, πως αρχικά έψελνε μερικούς ύμνους στα Ιαπωνικά το 1873 στο Hakodate:
Εκείνο τον καιρό, οι δημόσιες λειτουργίες δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει στο Τόκιο, αλλά κάναμε λειτουργίες στο Hakodate. Από τη στιγμή που δεν υπήρχαν Ρώσοι ψάλτες, ήμουν εγώ που έπαιζα και τους δύο ρόλους, αναγνώστης και ψάλτης. Αρχικά, τραγουδούσαμε μόνο το "Shu awareme yo” (Κύριε ελέησον ημάς) στα Ιαπωνικά. Καθώς μεταφράζονταν περισσότερα κείμενα, προσθέταμε Γιαπωνέζικα τραγούδια ένα προς ένα, ώσπου τελικά καταφέραμε να κάνουμε όλη τη λειτουργία στα Ιαπωνικά. (the Seikyo-Shinpo, the Orthodox Church Magazine pp.318, 1894)
Ακολουθώντας το Hakodate, οι άλλες ενορίες άρχισαν να τραγουδούν στα Ιαπωνικά.
Αγγλικό κείμενο εδώ
Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow
and the Japanese Church Singing

Καθώς οι μεταφραστικές εργασίες προχωρούσαν ακόμη, η ψαλμωδία στα Ιαπωνικά άρχισε σε συγκεκριμένα μέρη της λειτουργίας. Ο Παύλος Σαβάμπε (Pavel Sawabe), ένας από τους πρώτους Ορθόδοξους Ιάπωνες και πρώτος ιερέας έγραψε αργότερα στο Εκκλησιαστικό Περιοδικό, πως αρχικά έψελνε μερικούς ύμνους στα Ιαπωνικά το 1873 στο Hakodate:
Εκείνο τον καιρό, οι δημόσιες λειτουργίες δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει στο Τόκιο, αλλά κάναμε λειτουργίες στο Hakodate. Από τη στιγμή που δεν υπήρχαν Ρώσοι ψάλτες, ήμουν εγώ που έπαιζα και τους δύο ρόλους, αναγνώστης και ψάλτης. Αρχικά, τραγουδούσαμε μόνο το "Shu awareme yo” (Κύριε ελέησον ημάς) στα Ιαπωνικά. Καθώς μεταφράζονταν περισσότερα κείμενα, προσθέταμε Γιαπωνέζικα τραγούδια ένα προς ένα, ώσπου τελικά καταφέραμε να κάνουμε όλη τη λειτουργία στα Ιαπωνικά. (the Seikyo-Shinpo, the Orthodox Church Magazine pp.318, 1894)
Ακολουθώντας το Hakodate, οι άλλες ενορίες άρχισαν να τραγουδούν στα Ιαπωνικά.
Αγγλικό κείμενο εδώ
Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
10:51 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Ιαπωνια
Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020
Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020
Πρωτοχρονιά στη Σιβηρία, στο εκκλησάκι του π. Ιωνά-Φώτης Κόντογλου

Προχτές πήγα να δώ τον μπάρμπα - Ηρακλή Γιαβάσογλου, που τον λένε Γιαβάς-Θαλασσινόν από το κοσμογύρισμα που έκανε σ’ όλη τη ζωή του. Καθότανε στη φωτιά, γιατί έκανε ψύχρα και πυρωνότανε.
Φορούσε ένα καλπάκι από αστραχάν, κι είχε τρυπωμένα τόνα χέρι του μέσα στο μανίκι τα’ αλλουνού. Μου φάνηκε πως βρισκόμουνα στην καλύβα κανενός Γιακούτου, στις χιονισμένες χώρες, μέσα στην Ασία. Ο μπάρμπα-Ηρακλής είναι πολύ γέρος, ως ενενηνταπέντε χρονών, μα βαστά καλά, γέρος-αγέραστος.
Άμα τον είδα ντυμένον έτσι, χαμογέλασα. Κι εκείνος μου λέγει: «Ένα μπαίγνιο είναι ο άνθρωπος. Τώρα που γέρασα κρυώνω με τούτη την τιποτένια ψύχρα. Κείνον τον καιρό που ταξιδεύαμε στα παγωμένα μέρη με τις καζάκες (έλκυθρα), το κορμί μας άναβε, κι ας κρεπάρανε οι πέτρες από το τάντανο»
Του λέγω: «Δε μου λές καμιά ιστορία, μπάρμπα-Ηρακλή, από κείνα τα μέρη;».
«Μετά χαράς να σου πώ», μου λέγει. «Σε τούτον τον μάταιον τον ντουνιά, ούλα γίνουνται ιστορίες και περνούνε. Μα σήμερα θα σου πώ μιαν ιστορία καλή, και τη θυμήθηκα λίγο πρίν νάρθεις, την ώρα που άναψα τη φωτιά και μυρίσανε τα ξύλα. Με τη μυρουδιά και με τα’ αστραχάν που φόρεσα στο κεφάλι μου, ήρθανε στο νού μου καθαρά, σαν νάτανε προχτές, κάτι πράματα ξεχασμένα, πρίν από τον Ρωσο-Γιαπωνέζικον πόλεμο. Κείνη τη χρονιά βρέθηκα… Για πες που βρέθηκα;… Στη Σιβηρία!».
Εγώ, σαν άκουσα «Σιβηρία», ενθουσιάστηκα, και τον αγκάλιασα τον μπάρμπα-Ηρακλή, που χαμογελούσε και με κοίταζε καλοκάγαθα. Με όλο που ήξερα πως είχε ταξιδέψει σ’ όλη την υδρόγειο σφαίρα, μ’ όλα ταύτα δεν περίμενα νάχε πάγει και στη Σιβηρία.
Πήγα δυό φορές στη Σιβηρία, μούπε, κι έχω να σου πω πολλές ιστορίες. Ήτανε κι άλλοι Ρωμιοί πηγαιμένοι σε κείνα τα μέρη. Σήμερα θα σου πώ την πιο καλή ιστορία, και μπορείς να τη γράψεις στη φημερίδα, οι μέρες πούναι. Το λοιπόν, σαν τέτοιες χρονιάρες μέρες , Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, βρέθηκα, όχι μονάχα στη Σιβηρία, αλλά πέρασα και στο νησί που το λένε Σαχαλίνα. Γι αυτό σου λέγω πως η σημερινή ιστορία είναι σπουδαία από τις σπουδαίες. Στη Σαχαλίνα δεν μπορούσε να πάγει όποιος κι όποιος, γιατί εκεί πέρα βρισκότανε οι φυλακές που στέλνανε τους βαρυποινίτες απ’ ούλη τη Ρουσία. Το λοιπόν, σ’ αυτό το μέρος έκανα Χριστούγεννα και τα’ αγιού Βασιλείου, κι έκλαψα, γιατί πήγα και λειτουργήθηκα σε εκκλησία! Και τι εκκλησία: Ορθόδοξη σαν τις δικές μας, με παπάδες σαν τους δικούς μας, με εικονίσματα, με ψαλμωδίες σαν τις δικές μας. Το «Πάτερ ημών», το «Κύριε ελέησον», κι άλλα γράμματα, τα λέγανε ελληνικα. Που; Εκεί που θαρρεί κανένας πως βρίσκεται στον άλλον κόσμο.
Μπόρεσα και πήγα στη Σαχαλίνα, γιατί ήμουνα τότες μαζί μ’ έναν Ρούσο μηχανικό Αντρώποφ, που είχε άδεια να πάγει να κάνει εξέταση για πετρέλαια. Γιατί αυτό το καταραμένο νησί τι δεν βγάζει: Κάρβουνο, πετρέλαιο, χρυσάφι, σίδερο, ψάρια, γούνες, φώκες, φάλαινες… Μ΄ όλο που είναι πολύ μεγάλο, δεν έχει καμιά πολιτεία απάνω του, εξόν από πεντέξι μαζέματα καλύβες, το Ντουέκ, τα’ Αλεξαντρόβσκ, το Ονόρ, κι ένα-δύο άλλα. Σ’ αυτά τα μέρη βγάζανε πετροκάρβουνο. Δουλεύανε Ρούσοι, Τάταροι, Αρμένηδες, Έλληνες και Τούρκοι, ούλοι ύποπτοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Το νησί αυτό το λέγανε καταραμένο από τις φυλακές, από τα κάτεργα, που τα λέγανε κι οι Ρούσοι Κάτοργκα. Το τι είδανε τα μάτια μου, όσον καιρό κάθισα σ’ αυτόν τον τόπο, και τι σκληρά πράγματα άκουσα να λένε για τους καταδίκους, θα σου τα πώ άλλη φορά. Υπήρχανε κάτεργα σε δυό-τρία μέρη, όλα στο ίδιο σχέδιο, τα γραφεία, η εκκλησία, η καζάρμα, δυό-τρία μικρομάγαζα, κι οι φυλακές, κάτι μπουντρούμια, που καλύτερα να πεθαίνει κανένας στην καρμανιόλα, παρά νάναι ζωντανός εκεί μέσα.
Εξόν απ’ αυτά που είπα, εκείνο τα’ απέραντο νησί ήτανε έρημο. Από τη μεγάλη στεριά της Ταταρίας το χωρίζει ένα μπουγάζι, που έχει φάρδος από 12 έως 50 μίλια. Τον χειμώνα παγώνει αυτό το μπουγάζι, και περνάνε από την Ταταρία κρυφά Τάταροι, Μογγόλοι και άλλοι. Περνάνε από τη στεριά και αγρίμια. Περνούσανε από το νησί στη στεριά και κατσάκηδες (δραπέτες), που καταφέρνανε να φύγουνε από τα κάτεργα και γυρίζανε μέσα στα χιόνια οι δυστυχισμένοι, χωρίς θροφή, χωρίς τίποτα. Οι περισσότεροι πεθαίνανε.
Εγώ με τον μηχανικό είχαμε ξεμπαρκάρει στη Σαχαλίνα μπαίνοντας ο Δεκέμβριος. Επειδή ήμουνα ορθόδοξος, με περιποιόντανε πολύ όπου πήγαινα γιατί, μ’ όλο που οι πιο πολλοί ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού, είχανε μεγάλο σέβας για τη θρησκεία. Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μοτνάρ, απάνω στην ακροθαλασσιά που κοιτάζει στο τατάρικο μπουγάζι. Εκεί πέρα βρήκα κι ακόμα ένα Ρωμιό από τα μέρη της Μακεδονίας, που είχε δυό-τρία χρόνια σ’ αυτό το μέρος και πήγαμε μαζί και προσκυνήσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κανωμένη με ξύλα, αλλά στο σχέδιο ήτανε απαράλλαχτη με τις δικές μας, με κουμπέ και με καμπαναριό, με τέμπλο, με μανάλια, με όλα τα καθέκαστα σαν τις δικές μας εκκλησιές. Την είχανε στολισμένη για τα Χριστούγεννα, «Ροζντεστβό Χριστόβο». Η σκεπή της ήτανε φορτωμένη από χιόνι. Τα καλύβια τα μισά χωμένα στο χιόνι. Χιόνι! Χιόνι! Χιόνι!
Τη νύχτα, εκεί που κοιμώμουνα, με ξύπνησε η καμπάνα. Νόμισα πως ονειρεύουμαι, ν’ ακούγω καμπάνα της εκκλησιάς μας, ύστερα από χρόνια που είχα ζήσει μέσα στις ερημιές, χωρίς καλά-καλά να βλέπω άνθρωπο. Σηκώθηκα κι έκανα τον σταυρό μου, ντύθηκα και τράβηξα κατά την εκκλησία. Τη βλέπω από μακριά και φεγγοβολούσε από τα πολυέλαια, κι από τις λαμπάδες, κι οι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στο χιόνι με φανάρια στα χέρια, και πηγαίνανε κατά την εκκλησιά από τα καλύβια τους. Δάκρυσα! Τι είναι η θρησκεία για τον άνθρωπο!
Μπήκα μέσα, άναψα ένα κερί κι ανεσπάσθηκα την εικόνα του άγιου Παντελεήμονα. Ύστερα πήγα και στάθηκα σ’ ένα στασίδι. Ο παπάς ήτανε ως σαράντα χρονών με ξανθά ανάρηα γένεια, με τ’ απανωκαλύμαυκο, με το φελόνι, με το πετραχήλι, με το θυμιατό στα χέρια. Πέρασε από κοντά μου και με θύμιασε., εγώ έσκυψα, έσκυψε και εκείνος. Έλεγα πως βρισκόμουνα στ’ Άγιον Όρος. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήτανε γονατιστοί, με το κεφάλι σκυμμένο στη γή. Διάφορες φυσιογνωμίες, λογιών-λογιών ράτσες, Ρούσοι στρατιώτες, Τάταροι, Μογγόλοι, Οροχόνοι, Γκόλντοι, Κοζάκοι. Είδα και κάτι ανθρώπους αλλοιώτικους. Ήτανε κοντόσωμοι και με μικρά ποδάρια, τριχωτοί σαν ουραγκουτάγκοι. Τα πρόσωπά τους δεν φαινόντανε από τα μαλλιά, από τα μουστάκια κι από τα γένεια. Στεκόντανε συμμαζεμένοι σαν φοβισμένοι, ήσυχοι, ταπεινοί. Μου είπανε πως τους λέγανε Άϊνος, και πως ήτανε ντόπιοι της Σαχαλίνας, οι πιο αθώοι άνθρωποι που έπλασε ο Θεός. Είναι μια φυλή με τους Γιαπωνέζους, μονάχα πως οι Άϊνος βρίσκουνται σε άγρια κατάσταση. Υστερώτερα έκανα γνωριμία με κάμποσους τέτοιους, ταξίδεψα και μαζί τους. Οι περισσότεροι είναι ψαράδες και κυνηγοί, κι εξόν από τη Σαχαλίνα, βρίσκουνται κι απάνω στα νησιά που είναι βορεινά από τη Γιαπωνία.
Σαν απόλυσε η εκκλησία και πήρα αντίδωρο, δεν ήθελα να φύγω, τόσο με τραβούσε η εκκλησιά. Καταλάβαινα σαν να βρισκόμουνα στον τόπο μου με τους δικούς μου. Επειδής ήμουνα νεοφερμένος, ήρθανε κοντά μου κάμποσοι ντόπιοι και με ρωτούσανε από τι έθνος είμαι, από πού ήρθα και για ποια δουλειά. Φχαριστηθήκανε πολύ που ήμουνα Έλληνας, «Γκρέκ όρτοντόξ», και με καλέσανε να πάγω στα σπίτια τους. Κι οι στρατιώτες ακόμα, που ήτανε άγριοι και απότομοι, κι αυτοί μου μιλούσανε γελαστοί. Κατά βάθος, όλοι ήτανε καλοί άνθρωποι.
Τους είπα πως θα φεύγαμε την άλλη μέρα για τα βορεινά της Σαχαλίνας, για τη δουλειά μας. Μούπανε, πως εκεί που θα πάγω, βρίσκεται ένας άγιος άνθρωπος, ένας καλόγερος, «μονάχα», λεγόμενος πάτερ Ιωνάς, που ζεί σ’ εκείνην την έρημο πολλά χρόνια, και πως δεν τρώγει τίποτα, και πως σ’ αυτόν πηγαίνουνε όσοι νησιώτες θέλουνε να ξομολογηθούνε, για να τους βλογήσει να μη πάθουνε κακό στη θάλασσα και στη στερηά, καθώς και όσοι κατάδικοι τύχει να δραπετέψουνε από τα κάτεργα, σ’ αυτόν καταφεύγουνε να τους προστατέψει από τους στρατιώτες, επειδής οι στρατιώτες κι οι άνθρωποι του τσάρου φοβούνται να τον αγγίξουνε, γιατί όποιος τον αγγίξει ή του αντιμιλήσει, πεθαίνει. Και πως αυτός ο ασκητής είχε ένα καράβι, και μ’ αυτό κυκλόφερνε ένα γύρω στο νησί, και γλύτωνε όσους κατσάκηδες (δραπέτες) εύρισκε να κινδυνεύουνε να πνιγούνε μέσα σ’ εκείνες τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, επειδή φεύγανε με παλιόβαρκες.
Την άλλη μέρα φύγαμε με τον κυρ-Αντρώποφ. Περπατήσαμε δύο μερόνυχτα καβάλλα στ’ άλογα, σε κάποια μέρη πιο έρημα απ’ όσα είχα ιδωμένα. Δεν συναπάντησαμε μηδέ έναν άνθρωπο, μηδέ μια καλύβα. Τίποτα! Τέλος φτάξαμε σ’ ένα μέρος, απ’ όπου είδαμε τη βορεινή θάλασσα που τη λένε Θάλασσα του Οκχότς, κι είδαμε τον βορεινόν κάβο της Σαχαλίνας, μια μύτη από άμμο, τον κάβο-Μαρία. Εκατομμύρια πουλιά πετούσανε απάνω από την ακροθαλασσιά, και μας ξεκουφαίνανε με τις φωνές τους. Σαν φτάξαμε κοντήτερα, είδαμε απάνω στην ακρογιαλιά έναν μεγάλο σταυρό στημένον απάνω σ’ έναν βράχο, και κανωμένον από δύο δέντρα σταυρωμένα. Πήγαμε κοντά και διαβάσαμε γραμμένα στα ρούσικα «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Απομείναμε αμίλητοι, κοιτάζοντας αυτόν τον σταυρό που στεκότανε μέσα σε κείνη την ερημιά. Βγάλαμε τα καλπάκια μας, κάναμε τον σταυρό μας και τον ανασπασθήκαμε με ευλάβεια.
Ακόμα θυμάμαι πως απομείναμε βουβοί κάμποση ώρα από τη μεγαλοπρέπεια που είχε εκείνη η άγρια τοποθεσία. Πέρα άπλωνε η βορεινή θάλασσα αφρισμένη, νερό ατελείωτο και έρημο. Αποπίσω μας ήτανε ένα πυκνό δάσος. Μπροστά μας φαινότανε ο κάβο-Μαρία, μια μύτη άμμο. Ο άμμος άπλωνε ολόγυρα στον κάβο, γιατί όπως φαίνεται, τον σκορπούσανε και τον στοιβιάζανε οι φοβεροί αγέρηδες που ερχόντανε από τον βόρειον ωκεανό, κι ήτανε αυτός ο άμμος κύματα-κύματα, σαν τη θάλασσα, και τόσο βαθύς, που βουλιάζαμε, εμείς και τα άλογα.
Σαν περάσαμε τον άμμο κι ανηφορίσαμε λίγο, είδαμε ένα παληό σπίτι κανωμένο από δέντρα, που υα είχανε μαυρισμένα η βροχή, το χιόνι κι ο αγέρας. Στη βορεινή μπάντα είχε έναν μικρόν πύργο μ’ έναν σταυρό στην κορφή του.
Πήγαμε κοντά στην πόρτα και χτυπήσαμε. Μα κανένας δεν ακούσθηκε από μέσα. Πιάσαμε και φωνάξαμε, και τότε φανερωθήκανε δυό-τρείς Άϊνος που καθότανε πίσω από το σπίτι, στ’ απάγκειο, για να φυλαχθούνε από τον αγέρα, και μας είπανε τσάτρα-πάτρα πως ο ασκητής έλειπε με το καράβι, και πως τον περιμένανε κι αυτοί να τους βλογήσει. Μας είπανε να περάσουμε μέσα στο σπίτι και να μείνουμε ως νάρθει ο καλόγερος, γιατί φχαριστιότανε πολύ όποτε εύρισκε ξένους στο σπίτι του, που ήτανε πάντα ανοιχτό.
Για να μην τα πολυλογούμε, καθήσαμε δυό μέρες στο σπίτι. Την Τρίτη μέρα τα χαράματα, μας ξυπνήσανε οι σκύλοι που είχανε οι Άϊνος. Σαν βγήκαμε έξω, είδαμε μια σκούνα που φουντάριζε και μάζευε τα πανιά της. Σε λίγο βγήκανε με τη βάρκα τρείς νοματαίοι, κι ερχόντανε κατά το σπίτι. Μπροστά πήγαινε ένας καλόγερος ψηλός κι αδύνατος σαν σκέλεθρο. Σαν πήγαμε κοντά του, σκέπασε τη σκούφια του με το επανωκαλύμαυκο, και μας βλόγησε. Τα γένεια του ήτανε ανάρηα κι άσπρα.
Μέσα στο σπίτι είχε μια εκκλησιά πολύ μικρή. Εκεί λειτουργηθήκαμε την Πρωτοχρονιά, γιατί ο πάτερ Ιωνάς ήτανε ιερομόναχος, «ότετς Γιονάς». Τι να σου πω κυρ-Φώτη, εσύ που αγαπάς τα θρησκευτικά! Τέτοια λειτουργία δε μπορώ να την παραστήσω! Ο πάτερ Ιωνάς έψελνε, κι ολοένα έλεγε «άγιος Βασίλιε», και θαρρούσες πως λειτουργούσε ο ίδιος ο άγιος Βασίλειος. Πού; Στη Σαχαλίνα, στον κάβο-Μαρία! Όξω φυσομανούσε ο αγέρας με το χιόνι, κι ακουγότανε το βογγητό της θάλασσας. Μέσα είμαστε: εγώ, ο Αντρώποφ, ένας Μογγόλος που είχε τάλογα, κι οι τρείς Άϊνος. Τα κονίσματα, όπως μούπε ο καλόγερος, ήτανε αγιορείτικα. Ο ίδιος ο πάτερ Ιωνάς είχε κάνει στ’ Άγιον Όρος, στα Καρούλια, και μιλούσε τα ελληνικά. Είχε κι έναν γέροντα Γερόντιο απ’ τ’ Αϊβαλί, κι έλεγε πως ήτανε άγιος. Σαν γύρισε στη Ρουσία, πήγε σ’ ένα μοναστήρι κοντά στο Τόμσκ. Μα σαν έμαθε τι μεγάλη δυστυχία ήτανε στη Σαχαλίνα με τα Κάτοργκα, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του για να ανακουφίσει εκείνους τους δυστυχισμένους. Είχε 40 χρόνια στη Σαχαλίνα. Αυτός έκανε Χριστιανούς τους Άϊνος. Οι κακόμοιροι φιλούσανε τα χέρια μου και λέγανε χαρούμενοι δείχνοντας με «Ορτοντόξ! Ορτοντόξ!». Σ’ όλη τη λειτουργία έκλαιγα, εγώ που πέρασα του λιναριού τα πάθη χωρίς να δακρύσω.
Αναρτήθηκε από Περιοδικό ΕΝΔΟΝ
Πηγή
Αναρτήθηκε από
Χρήστος
στις
3:04 μ.μ.
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
διηγήσεις,
Ιαπωνια,
Χριστούγεννα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)