Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Αναζητώντας την επανάσταση του Ρωμανού



Ανάσανα με ανακούφιση όταν συνέβη αυτό που περίμενα, όταν δηλαδή ο Νίκος Ρωμανός διέκοψε την απεργία πείνας. Ως πολίτις αυτής της χώρας δεν ήθελα ένα ακόμη πτώμα στις μικρές μου πλάτες.
Όλες αυτές τις μέρες που απεργούσε ο νεαρός, αναρωτιόμουν γιατί άφησε την άνετη ζωή του στη βίλλα του Παλαιού Ψυχικού και αναζητώντας τί, επαναστάτησε εναντίον ποιού;
Οι γενικοί όροι «κοινωνία» ή «κοινωνικός» επαναστάτης» ή «αναρχικός» δεν είναι ικανοποιητικοί αν δεν εξατομικευτούν και αποτελούν απλά εργαλεία στα χέρια εκμεταλλευτών οι οποίοι προέρχονται από τον συστημικό χώρο.
Ο Ρωμανός εκτός από την ιστορία την οποία γράφει μόνος του και της οποίας όλοι γινόμαστε αναγνώστες, έχει μια προϊστορία με… σημασία.
Είναι γυιός του Γιώργου Ρωμανού που σπούδασε ιατρική αλλά την παράτησε για να ασχοληθεί με την Τέχνη γενικότερα, δίνοντας έμφαση στην λογοτεχνία και της Παυλίνας Νάσιουτζικ που είναι διδάκτωρ της Φιλοσοφίας και συγγραφέας ελαφρών μπεστ σέλερς (Μαμάδες Βορείων προαστίων, Κάψτε τα νυφικά κ.τ.λ.) με εξαίρεση το έργο της «Τόση λίγη αλήθεια».
Στο τελευταίο αναφέρεται στην πασίγνωστη υπόθεση του πατέρα της, συγγραφέα Θανάση Νάσιουτζικ, ο οποίος καταδικάσθηκε για την άγρια δολοφονία του φίλου και συναδέλφου του Θανάση Διαμαντόπουλου το 1984 στο Κολωνάκι.
Η Νάσιουτζικ ήταν 18 ετών όταν διαπράχθηκε η δολοφονία, ήταν ήδη ερωτευμένη με τον μετέπειτα σύζυγό της και ζούσε στην Ελβετία όπου σε ένα κολλέγιο για κορίτσια «καλών οικογενειών» έπαιρνε το τελευταίο βερνίκι για να …ανταπεξέλθει σε μια προδιαγεγραμμένα λαμπερή ζωή.
Μετά το συμβάν η ζωή της άλλαξε ως προς τις κινήσεις αφού ήταν μεταξύ δικαστηρίων, φυλακής και Παρισίων αλλά παρέμεινε μία πλούσια κυρία, με αδυναμία στον Βολταίρο και τον Σταντάλ που ζούσε την παράξενη μοίρα της σε ένα βυζαντινό περιβάλλον σιωπής στο σπίτι του Ψυχικού.
Είχε ήδη παντρευτεί τον γοητευτικό Ρωμανό όταν η ιστορία του πατέρα της τελείωσε για τα πρωτοσέλιδα και -όπως ήταν φυσικό- πάλευε για χρόνια με την κατάθλιψη όταν αποφάσισε να κάνει ένα παιδί.
Το παιδί ήταν ο Νίκος.
Το μεγάλωσε με την άνεση του αριστοκράτη και τις εκδικητικές εμμονές κάποιας που νομίζει ότι αδικήθηκε απλά και μόνον επειδή διαταράχτηκε το statuς quo της.
Δηλαδή ποια ακριβώς ήταν η αδικία δεν μάθαμε ποτέ. Ίσως να μην ξέρει ούτε η ίδια. Όμως το μικρό της αγόρι μεγάλωσε για να γίνει ιδιαίτερος και για να δώσει απάντηση στην κοινωνία που «στιγμάτισε» τον παππού ως δολοφόνο (αλήθεια πώς αλλιώς λέγεται κάποιος που σκοτώνει με 97 χτυπήματα στο κεφάλι;).
Ο Νίκος πήγε στην περίφημη Σχολή Μωραΐτη, όπως και η μητέρα του, έμαθε πιάνο και γενικά είχε την ζωή των παιδιών που γεννιούνται με λυμένα τα προβλήματά τους.
Από ποιά ανάγκη λοιπόν αυτό το προνομιούχο αγόρι, έκανε το πάρτι της γιορτής του στα Εξάρχεια, από τι ορμώμενος άφησε την άνεση του Ψυχικού όπου ανήκει για να περάσει τις διαχωριστικές γραμμές και να απαρνηθεί την κοινωνική του τάξη;
Από ανία θα έλεγε κάποιος και είναι μια κάποια απάντηση αλλά για να γίνεις επαναστάτης χρειάζεται ένας αντίπαλος και μια αιτία.
Ένα ευκατάστατο μοναχοπαίδι ποιόν μπορεί να έχει αντίπαλο; Η κοινωνία μας δεν είναι η ιδανική αλλά αυτός ήταν από την άλλη πλευρά. Δεν πείνασε, δεν κρύωσε, δεν αδικήθηκε και είχε πιστωμένες στον λογαριασμό του όλες τις ευκαιρίες. Ακόμη και αυτή του να γίνει τόσο σημαντικός σε όποιον τομέα ήθελε ώστε να κοντράρει την εικόνα του παππού του με χειροπέδες.
Έγινε σημαντικός αλλά με χειροπέδες και αυτός!
Η μητέρα του, μετά την ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης, δήλωσε «Είμαι πάρα πολύ περήφανη για τον γιο μου, που αγωνίζεται ενάντια σε μια παράνομη και σάπια κοινωνία και θα τον υπερασπιστώ ως την τελευταία ρανίδα του αίματός μου».
Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μην αναρωτηθεί κάποιος σε ποιά κοινωνία αναφέρεται η Νάσιουτζικ αν όχι σε αυτή που ανήκει η ίδια και στην οποία εμείς οι κοινοί θνητοί είμαστε ανεπιθύμητοι. Οι άνθρωποι του μεροκάματου δεν είναι δυνατόν να σαπίζουν την κοινωνία καθώς δεν έχουν τον χρόνο….Ούτε να παρανομήσουν είναι εύκολο καθώς οι δικηγόροι στοιχίζουν ακριβά.
Οι δομές που δεν αρέσουν στη μάνα και τον γυιό είναι αυτές που η τάξη τους όρισε, με ενέργειες ή παραλείψεις.
Επαναστατούν λοιπόν κατά της κοινωνικών τους προνομίων; Αν έτσι είναι τότε θα έπρεπε να πουλήσουν την περιουσία τους , να μοιράσουν τα χρήματα στους φτωχούς και να αρχίσουν να εργάζονται ως καθημερινοί άνθρωποι.
Το να χάνεται το παιδί για χρόνια στα Εξάρχεια και να βγαίνει στο φως με καλάσνικοφ ως οργισμένος ποπολάρος χρειάζεται μία αιτία και με όση επιμέλεια και αν ψάξουμε δεν την βρίσκουμε.
Η δολοφονία του φίλου του είναι μια καλή δικαιολογία αλλά πρόχειρη. Φταίει η κοινωνία που ένας ανεγκέφαλος χωροφύλακας πυροβόλησε ένα πλούσιο αγόρι, μέλος μιας παρέας που διασκέδαζε την πλήξη της σε μια cult περιοχή; Ο Κορκονέας δεν ήταν και δεν είναι η κοινωνία. Κοινωνία είμαστε όλοι εμείς που κλάψαμε για τον Αλέξανδρο που δεν γνωρίζαμε αλλά και αγωνιούσαμε για τον επίσης άγνωστό μας Ρωμανό όταν άρχισε απεργία πείνας.
Εναντίον ποίου λοιπόν στρέφεται ο γυιός με τις ευλογίες της μάνας;
Εναντίον ποιού είναι η οργή και εναντίον ποιού η ανακοίνωση, μετά το σταμάτημα της απεργίας;
Η ανακοίνωση
«Μετά από 31 μέρες σκληρού και ανυποχώρητου αγώνα σταματάω την απεργία πείνας έχοντας σημειώσει μια σημαντική νίκη.
 Η τροπολογία που ψηφίστηκε στην Βουλή με μοναδικό αποδέκτη εμένα, είχε μεγάλες διαφορές από τις αρχικές εξαγγελίες του Υπουργού Δικαιοσύνης κάνοντας εν τέλει αποδεκτή την απαίτηση μου ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται το να "φοράω βραχιολάκι".
Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή η νίκη ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής πίεσης που ασκήσαμε για αυτό και ο κόσμος του αγώνα και η Μαχητική Αναρχία είναι αδιαμφισβήτητα ηθικά, πολιτικά και πρακτικά οι μεγάλοι νικητές
 Ο πολύμορφος επαναστατικός αγώνας και εμείς ως πολιτικοί κρατούμενοι, βγαίνουμε πιο δυνατοί  από αυτήν την μάχη.
 Υψώνω την γροθιά μου στέλνοντας τους πιο θερμούς χαιρετισμούς και την απεριόριστη αγάπη μου σε όλους εκείνους τους συντρόφους που στάθηκαν δίπλα μου ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΣΑ!
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ
      ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ»

Όπως διαβάζουμε, ο Ρωμανός δεν μιλάει για σπουδές και για μάθηση αλλά υψώνει την γροθιά του και ζητωκραυγάζει για την αναρχία, ονομάζοντας τον εαυτό του πολιτικό κρατούμενο.
Μιλάει για νίκη και για αγώνα.
 Ποιόν πολεμάει;
Μήπως τελικά εμάς που σηκωνόμαστε χαράματα για την δουλειά (αν την έχουμε) και που καρδιοχτυπήσαμε για πάρτη του αν και ανήκουμε στην τάξη του απλού λαού;
Ξέρεις Νίκο, ίσως κι’ εμείς να είμαστε αλλιώς αν είχαμε πιάνο με ουρά, βίλλα και καταγωγή αριστοκράτη.
Πιθανόν να είχαμε πάρει κι’ εμείς τα όπλα από πλήξη.
Αλλά τώρα πρέπει να φροντίσουμε για τον επιούσιο και δεν έχουμε χρόνο για επαναστάσεις χωρίς αιτία!
Ωστόσο είμαστε χαρούμενοι που θα ζήσεις και ευχόμαστε να βρεις τον δρόμο για την πραγματική επανάσταση.
Ίσως παίρνοντας αγκαλιά το κορίτσι που παντρεύτηκες το καλοκαίρι στην φυλακή, τα πράγματα να είναι πιο αληθινά από ότι φαντάστηκες πως θα είναι κρατώντας ένα καλάσνικοφ.
Πάντα η επανάσταση είχε την ορμή του έρωτα και αντιστρόφως….

Το κείμενο το πρωτοδημοσίευσα στο volosnow


http://anazhthseis-elena.blogspot.gr/2014/12/blog-post_95.html

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

ΠΩΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ !!! (βίντεο)

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ Ι.Μ.ΣΤΑΓΙΑΤΩΝ ΠΗΛΙΟΥ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2014
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΑΝΤΥΠΑΣ



Ancient Stones



Ireland also has plenty of stone. Many stones speak of Ireland’s ancient past, as we see by the many megalithic tombs, stone circles, barrows and standing stones all over the landscape. Many others have attracted criticism of its Chrstian past.

Bullaun stones appear all over Ireland. They are recognisable as cup-shaped hollows in stone. They are found in Atlantic Europe, and elsewhere and are generally thought to go back to the Bronze Age. These stones vary considerably in size and sometimes there may be many ‘cups’ in one stone. It has to be said very clearly that, in the absence of virtually any literary reference, no one knows what their purpose was. However, because they go back so far and many are found on Christian sites, their use has been keenly discussed. Some say that they were meant to hold water, some for use in grinding; others view them as holding offerings to the ‘gods’. But the ‘container’ theories have to explain why some of them are worn right through well beyond their capacity to contain anything.

Rounded river or sea stones are sometimes found in these bullauns. They are also found on some altars. Such stones are prayer-stones. At Killinagh Co Cavan, located near a church and holy well there is one large boulder with nine bullauns, with others to the side, and there are round stones in all of them. As one prayed they were turned in a clockwise direction. Some such stones, for example at Inishmurray (Co Sligo), have crosses marked on them. Herity believes that the practice of using stones for prayer was taken over from earlier times and that the making of the hollow bullaun stones was due to such turning. This explanation ought to be heard though it goes against the grain of current assumptions. There is some evidence that these stones have been called cursing-stones, when they were turned in an anti-clockwise direction. But this may be a debased and later perception. They were used for prayer, and indeed still are.

Some stones were deemed to have healing powers. This follows from the belief that the stone had been blessed by the saint – just as even the shadow of an apostle could heal. There are also ‘stones’ which have been connected with saints more personally, marks which look as though they are foot marks, finger marks, or knee marks where the saint is thought to have knelt in prayer. At first such beliefs seem pathetic. But, as we have already seen, this was all about the connection between a saint and a locality and this meant so much. There are also saints ‘beds’ usually in the form of a lengthy piece of stone on which a pilgrim could lie as he sought the saint’s prayers. Again, it is easy to scoff. But there is a very interesting detailed account of such a healing at the tomb of St Peter of Korish at Crna Reka in Serbia in recent years.1

Other stones were used as ‘swearing stones’ in much the same way as a bible is used to swear an oath. In the days when there was little enough security by which to seal an agreement or get redress when it was broken it was not an empty hope that respect for the local saint might work better than anything else.

There are holes in some stone crosses. These might be explained as pagan stones converted into crosses. On some crosses a face, or even a weird figure, appears on the reverse. These too might be re-used stones; or affirming Christ’s humanity? or his victory? But what of seemingly phallic stones? Or pairs of possible fertility stones? Again nobody knows. Imaginations run riot. So much is to do with the expectation in the minds of the person who sees them. And lastly the sheela-na-gigs, or figures of women who expose themselves? Nobody knows. Were they to warn monks of the dangers represented by women? Or were they used, often out of sight high up on walls, to ward off evil-spirits? Finally, do we have an idol? Two strange figures sit in the Caldragh graveyard on Boa Island in Lower Loch Erne Co Fermanagh. Again nobody knows.

All these stones give some idea of the intriguing phenomena of ancient Ireland. We have to be content to be puzzled. But we must also be on guard against assumptions that would deny Ireland’s Christian past. Thus while white quartz and sea scallops had a symbolic meaning in prehistoric times, in a Christian context the meaning of both was dominated by belief in the Resurrection.2

Finally there is Ogham. This was a script used in the 5-7 centuries mainly in the south and west of Ireland using twenty characters cut across the edge of an upright stone. They often commemorate a deceased person – their function therefore is very limited. The great antiquarian Macalister thought them pagan. But while some stones are pre-Christian, the script carved on them may well belong to the Christian period. This once more manifests a confidence in the new order of things from a clearly early date. A similar sign of awareness of change might be seen in the inscribing of crosses on ancient tombs, standing stones, and pillar-stones. However it is impossible to say when the inscribing of such crosses was made. Some however will be ancient.

1 http://www.kosovo.net/miracle.html

2 The Book of Revelation says that a white stone is given to each who inherits eternal life. The scallop shell symbol was placed over Christ’s tomb in the Church of the Resurrection Jerusalem. See Marshall and Walsh Illaunloughan Island ch 6 ‘White Quartz, Scallops and Shrines. (Bray: Wordwell Books 2005)

http://www.earlychristianireland.org/Specials/Ancient%20Stones/

Ό,τι όμως με στενοχωρεί, το κάνω προσευχή(Άγιος Πορφύριος)

Άγιος Πορφύριος



  Μπορεί να σου πεί ο πνευματικός: «Πως θα ήθελα να ήμασταν σε ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου από την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου· όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν την ζωή σου».
   Πολλές φορές έχω μεταχειρισθεί αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ' αυτό. Την ώρα που λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει από όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές· διότι, την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά για την απαλλαγή σου.
   Ας μη γυρίζουμε πίσω στις αμαρτίες που έχουμε εξομολογηθεί. Η ανάμνηση των αμαρτιών κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ο Θεός όλα τα συγχωρεί με την εξομολόγηση. Κι εγώ σκέπτομαι ότι αμαρτάνω. Δεν βαδίζω καλά. Ό,τι όμως με στενοχωρεί, το κάνω προσευχή, δεν το κλείνω μέσα μου, πάω στον πνευματικό, το εξομολογούμαι, τελείωσε! Να μη γυρίζομε πίσω και να λέμε τι δεν κάναμε. Σημασία έχει τι θα κάνομε τώρα, απ' αυτή τη στιγμή και έπειτα.


http://proskynitis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_93.html

Η σημερινή σεξουαλική απελευθέρωση και η επιβαλλόμενη αντίσταση των νέων



Σήμερα οι έφηβοι πέρα από το προκλητικό περιβάλλον στο οποίο ζουν, έχουν να αντιμετωπίσουν και τις ισχυρές απόψεις και πιέσεις των συμμαθητών(τριών) τους, συμφοιτητών(τριών) τους, καθηγητών και ενίοτε της παρέας, φίλων και γνωστών. Βομβαρδίζονται με την παραπληροφόρηση, την κακή νοοτροπία, τις λαθεμένες επιλογές και αντιλήψεις αυτών.
Παρασυρμένοι εκείνοι από τις ορμές και τα πάθη τους, εγκλωβισμένοι απογοητευτικά στην κοινωνική διαφθορά, αγνοώντας ουσιώδη πράγματα για τη φύση του ενστίκτου, αλλά και του νόμου του Θεού στα θέματα αυτά ή αδιαφορώντας για τις συνέπειες, χύνουν παντού το δηλητήριό τους.
Είναι έτοιμοι να περιλούσουν τους αγνούς νέους και τις νέες με επίθετα σαν αυτά: «καθυστερημένοι», «αναχρονιστικοί»,
«ανώμαλοι»!
-          Δεν ξέρεις καημένε τι θα πει ζωή!
-          Δεν έγινες ακόμα άνδρας ή γυναίκα. Δεν έχεις την πείρα της ζωής. Είσαι μπέμπης ή μπέμπα!
-          Μα που ζείτε; Θα τους φωνάξουν άλλοι. Ξυπνάτε καϋμένοι! Είμαστε στο 21ο αιώνα.
-          Ίσως ακόμα να τους προκαλέσουν με το «έτσι κάνουν όλοι».

Και οι αγνοί νέοι και νέες τι θα κάνουν; Πως θα αντισταθούν στον πειρασμό;
Μόνο με την αλήθεια, τη σωστή ενημέρωση, την πίστη στο Θεό! Έφηβος ενημερωμένος σωστά, θα αντιμετωπίσει ρωμαλέα τα όποια προβλήματα ή επιθέσεις και θα τα υπερνικήσει με τη βοήθεια του Θεού. Δεν θα παρασύρει! Δεν θα παρασυρθεί!
Δεν πρέπει να αισθάνονται μειονεκτικά οι αγνοί νέοι και νέες, αλλά αντίθετα, πρέπει να συνειδητοποιήσουν, πως ο υγιής που ζει αγνή ζωή του λείπει βέβαια μια πείρα, αλλά έχει πολύ πολυτιμότερη πείρα, τη χαρά να κυριαρχεί στον εαυτό του!

Και έχει μεγαλύτερη αξία να ζει κανείς την εμπειρία της υγείας από την πείρα της αρρώστιας και των προβλημάτων! Όλοι εκείνοι οι κράχτες που μιλάνε για ένα ασύδοτο και ανεξέλεγκτο σεξ που γίνεται έξω από φυσικούς και ηθικούς κανόνες, και χωρίς όρια, καθησυχάζουν τον φόβο των αγνών νέων και νεανίδων προβάλλοντας την προφύλαξη με διάφορα τεχνικά ή βιομηχανικά μέσα. Και τους παροτρύνουν να συνεχίσουν χωρίς φόβο πλέον το βασανιστικό κυνήγι της στιγμιαίας ηδονής και των περιστασιακών σχέσεων.
Είναι όμως πάντοτε ακίνδυνες οι μέθοδοι αυτοί; Ασφαλώς όχι, μας λένε οι ειδικοί. Γι’ αυτό ζούμε σήμερα το δράμα της νέας γενιάς που μας συγκλονίζει.

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Γεωργίου Καλπούζου «Έφηβοι και προγαμιαίες σχέσεις», σελ. 26-27


http://makkavaios.blogspot.gr/2014/12/blog-post_80.html

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

π. Νίκωνα του Καρουλιώτη: Για την Ευχή του Ιησού

π. Νίκωνα του Καρουλιώτη: Για την Ευχή του Ιησού


Απέφυγε λοιπόν να μιλήσει ο Νίκων από ταπείνωση. Μερικά χρόνια αργότερα όμως στα «Προλεγόμενα» της Φιλοκαλίας που μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην Αγγλική από τους ΚADLOUBOVSKY και PALMER θα γράψει γι’ αυτή την επιστήμη των επιστημών που οδηγεί τον άνθρωπο στη θέωση:

«Η πιο αποτελεσματική μορφή αυτής της τέχνης των τεχνών και της επιστήμης των επιστημών παρουσιάζεται ως η πρακτική της Προσευχής του Ιησού, όπως είναι το παραδοσιακό της όνομα.

Η πρωταρχική προϋπόθεση και απόλυτη αναγκαιότητα είναι το γνώθι σ’ αυτόν. Για να αποκτήσει αυτή την επίγνωση ο αρχάριος ασκούμενος πρέπει να μάθει να είναι αφυπνισμένος προς τις πολύπλευρες δυνατότητες του εγωισμού- και πρέπει να υπερνικήσει όλα τα εμπόδια, τόσο προσωπικά όσο και εξωτερικά, για να αποκτήσει τις καλύτερες προϋποθέσεις για επιτυχία. Η σιωπή και η ησυχία είναι απαραίτητες για τη συγκέντρωση.

Η άσκηση της Προσευχής του Ιησού είναι η παραδοσιακή εκπλήρωση της εντολής του Αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό, ο οποίος είναι η κληρονομιά της ειδωλολατρικής αρχαιότητας. Ο τελευταίος εμφανίστηκε τους δύο πρώτους αιώνες με το κίνημα των Γνωστικών, αλλά γρήγορα απορρίφθηκε από την ξεκάθαρη ματιά των Πατέρων, και δεν είχε σημαντική περαιτέρω ανάπτυξη στο Χριστιανισμό της Ανατολής.

Οι επιθέσεις που έγιναν εναντίον του Γρηγορίου του Παλαμά από τον Βαρλαάμ της Καλαβρίας και από άλλους, και οι επακόλουθες διαστρεβλώσεις που έχουν κερδίσει έδαφος στη Δύση, έχουν δημιουργήσει ψευδή εικόνα για το νόημα της άσκησης της Προσευχής του Ιησού. Στη Δύση, συνεπώς, δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι αυτή η πρακτική ανάγεται χρονικά στις αρχές της Χριστιανικής εποχής και έχει διατηρηθεί απαράλλαχτη ανά τους αιώνες στην Ανατολή.

Δίνει πρόσβαση ακόμα και στο μεγαλύτερο επίτευγμα, όπως θα φανεί από τα γραπτά αυτής της συλλογής. Η άσκηση της Προσευχής του Ιησού δίνει την πιο αποτελεσματική βοήθεια και υποστήριξη για την καλλιέργεια της συνείδησης σε όσους φρονούν σκόπιμο να επωμισθούν αυτή την άσκηση. Η Φιλοκαλία είναι το νήμα που δείχνει το δρόμο μέσα από τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες και την πνευματική πενία της σύγχρονης ζωής. Είναι η πιο δραστική δύναμη που δείχνει στον άνθρωπο την οδό και τον οδηγεί στην επιτυχία σε αυτό το πόνημα»

Βιβλιογραφία: Στο ερημητήριο του Π. Νίκωνα του Καρουλιώτη (1874-1964)

http://www.agioritikovima.gr

Δώρα για τα Χριστούγεννα





Το ιστολόγιο σας προτείνει τα παρακάτω βιβλία για να τα κάνετε δώρο στους αγαπημένους σας στις γιορτές των Χριστουγέννων:



Οι εραστές της βασιλείας. Συνάντηση Κελτικού και Βυζαντινού Μοναχισμού




Ο Θεός των μυστηρίων. Η θεολογία των Κελτών στο φως της Ελληνικής Ανατολής.




Ορθόδοξη Βρετανική και Κελτική Εκκλησία.




First Arrivals




Some of the first Christians coming to Ireland would in all probability have arrived by the sea-routes from Gaul and settled in the South. But there was another route through Wales. In specifically ecclesiastical matters however, Ireland, like Britain and in common with all the West, looked to Rome, where St Peter and St Paul had been martyred, as the source of authority. In this sense it was always a ‘Roman’ church within the sphere of the chief bishop of the West – who at this time still maintained his proper collegiate relationship with his fellow chief bishops in the East.

The written language of the Irish church was always Latin. The training of Irish monks in Wales must have been significant in this respect. Important early Irish words reveal Latin origins: words for church are ‘kill’ or ‘cell’ from Latin cella, ‘teampall’ from templum, ‘diseart’ for hermitage from deserta.

If the monasteries in Britain and Ireland owed their origins to Gaul, in turn they owed everything to Egypt, and perhaps a little to Syria. The first monks and hermits may conceivably have set up in Britain even as early as the fourth century; but they certainly did so in the 5th and 6th centuries in Wales, southern Scotland and Cornwall. This may have been triggered by refugees, pilgrims, travellers, or, given that many were given to being itinerant, something of all of these.

We are on solid ground however when St Palladius was made bishop and sent by the Pope Celestine to Ireland possibly in 431. A British or Irish monk called Pelagius Brito (430) had appeared in Rome teaching about asceticism. The purpose of Palladius’ visit would have been to see that all things were in order. Clearly by this time there were Christians already there. It is likely that he would also have ordained (more?) bishops.

St Sechnal, St Auxilius and St Iserninus (possibly a Briton) may have been bishops who accompanied Palladius; or they may have belonged to the generation after Palladius’ visit, whether contemporary or not with Patrick. Churches in Dunshaughlin (Co Meath), KiIlashee (Co Kildare) and Aghade (Co Carlow) and Kilcullen (Co Kildare) are said to have been founded by them. The thrust would have been from the south going north. But there is a noticeable intent in the sources to make out that these and other early Christian leaders were connected to or even subordinate to Patrick when it is unlikely that this was the case.

Other early communities of Christians were in South-East Ireland, mostly in Counties Wexford and Waterford. It is said that St Declan was a monk-evangelist in the south in the early 5C. He had blood ties with Wales and probably learnt about the monastic life in South Wales or Gaul. He lived as a hermit at Ardmore in Co Waterford on what was probably then an island. St Ailbe was a friend of Declan, and also a monk evangelist in the south in the early 5C. He founded the monastery at Emly Co Waterford. St Ibar founded the monastery on Begerin Island Co Wexford in the early 5C. The word ’beg erin’ means ‘little Ireland’. It was a tidal island in Wexford Harbour. This area was named by the Greek geographer about AD 150 BC ‘Menapia’. St Ibar and St Abban may have founded a monastery on Lady’s Island Co Wexford. Abban was Ibar’s nephew. The lake is tidal, and had an ancient port. Ardmore, Begerin, Lady’s Island all afforded excellent sea connections with Wales and Gaul. This pattern of using islands should be noted; for many of these places, due to silting, are now joined to the mainland.

St Dubhan (5C), according to tradition, came from Wales and founded a monastery on the Hook peninsula Co Wexford. There was another monastery on Great Island on the Barrow River in Waterford harbour. There was another early St Abban who founded a monastery at Adamstown (= Abbanstown) in Co Wexford. He too is said to have founded monasteries all over the south. St Ciaran (458?) did the same. He was born on Clear Island, Co Cork, and became a hermit. He too went abroad for training and was probably earlier than St Patrick.

http://www.earlychristianireland.org/Specials/First%20Arrivals/

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Για τη μετάνοια: «Ο καθένας από μας, όσο μικρός και αν είναι, είναι μεγάλος ενώπιον του Αιωνίου» (γέροντας Σωφρόνιος)




64. Ο αγώνας για τη σωτηρία μπορεί να είναι κάποτε πολύ απλός και πρωτόγονος, άλλοτε πάλι πολύ περίπλοκος, πέρα από κάθε ανθρώπινη δύναμη.

65. Καλύτερα, ασφαλώς να μην αμαρτήσουμε. Αλλά όταν η μετάνοια είναι πύρινη, μπορεί να αποκαταστήσει κάθε απώλεια.

66. Οφείλουμε να φυλάξουμε το πνεύμα της μετανοίας κατά τη διάρκεια όλης της ζωής μας μέχρι τέλους. Η μετάνοια είναι η βάση κάθε ασκητικής και πνευματικής ζωής. Η συναίσθηση, η διαίσθηση της αμαρτίας μπορούν να οξυνθούν τόσο πολύ μέσα μας, ώστε να γεννήσουν πράγματι βαθιά μετάνοια.

67. Μπορούμε να κλαίμε για ώρες, για εβδομάδες, για χρόνια, μέχρις ότου το είναι μας να αναγεννηθεί ολοκληρωτικά από το λόγο του Χριστού, από τις εντολές Του και προπαντός από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η μεταμόρφωση του είναι μας, μετά την πτώση του Αδάμ, απαιτεί πολλές προσπάθειες, και πολύ χρόνο.

68. Η μετάνοια δεν έχει τέλος πάνω στη γη, γιατί το τέλος της μετάνοιας θα σήμαινε ότι γίναμε σε όλα όμοιοι με τον Χριστό. Η πιο μικρή διαφορά ανάμεσα στον Χριστό και σε μας απαιτεί βαθιά μετάνοια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς». Αυτός ο λόγος εκφράζει την απόσταση που αισθανόμαστε ανάμεσα σ’ Εκείνον, το απόλυτο και αιώνιο Είναι, και σε μας τους ίδιους. Αν δεν είμαστε πράγματι σε όλα όμοιοι με τον Κύριο, πώς μπορούμε να μείνουμε αιώνια μαζί Του, αναρωτιέται ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Γι’ αυτόν, όπως και για μας, αυτό είναι αδύνατο. Δεν μας απομένει παρά η υπομονή.

69. Οι άνθρωποι μόνοι τους δεν μπορούν να καταλάβουν αν αμαρτάνουν ή όχι. Μόνο ο Κύριος και το Άγιο Πνεύμα το αποκαλύπτουν. Στον παράδεισο, όταν ο Ιησούς Χριστός (*) μίλησε με τον Αδάμ, αυτός αρνήθηκε να κατηγορήσει τον εαυτό του: «Εσύ μου έδωσες αυτή τη γυναίκα, και αυτή μου έδωσε να φάω αυτόν τον καρπό». Ας προσπαθήσουμε να μη κατηγορούμε τον Θεό. (*) "Ν": Υπονοείται προφανώς εδώ ότι το πρόσωπο της Θεότητος με το οποίο διαλέγονταν οι πρωτόπλαστοι (όπως και ο Μωυσής κ.λ.π.) ήταν ο Υιός, όχι ο Πατήρ.




70. Στα μικρά πράγματα, στις απλές πράξεις, ας προσπαθήσουμε να τηρούμε την ακόλουθη εσωτερική στάση: «Αρνούμαι το θέλημα του “πεπτωκότος” αίματός μου· θέλω στις φλέβες μου να ρέει η ζωή του Ιδίου του Θεού».

71. Αν ο Θεός υπάρχει, αναγνωρίζω ότι όλα τα λάθη προέρχονται από μένα και όχι από Αυτόν. Αν κρατώ μια τέτοια στάση, ο Θεός θα μου δώσει το πνεύμα της μετάνοιας.

72. Όταν βλέπουμε τον Χριστό «καθώς εστί» (=όπως είναι), αρχίζουμε να βλέπουμε τον ίδιο τον εαυτό μας, να συνειδητοποιούμε πόσο μεγάλοι και άθλιοι αμαρτωλοί είμαστε, και να θρηνούμε για την εαυτό μας. Η αγάπη για ολόκληρο τον κόσμο γεννιέται κατά το μέτρο του θρήνου μας. Παύουν τα σχίσματα. Είμαστε όλοι ένα εν τω Χριστώ.


73. Μόνον όταν μας φωτίσει το φως του Χριστού μπορούμε να βλέπουμε τις αμαρτίες μας. Με την προσευχή η καρδιά αρχίζει σιγά-σιγά να συλλαμβάνει τις επιδράσεις των πνευμάτων που γεμίζουν τον κόσμο. Αντί να προοδεύουμε, βλέπουμε με ολοένα και μεγαλύτερη οξύτητα τα πάθη που μας κατέχουν. Κατά παράδοξο τρόπο, το αίσθημα αυτό της μη προόδου είναι πρόοδος. Έστω και αν δεν έχουμε δει ακόμη το άκτιστο Φως του Θεού, μέσω αυτού βλέπουμε τις αμαρτίες μας.

74. Δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την καθαρά προσευχή παρά μόνο με την μετάνοια. Όταν μετανοούμε, δηλαδή όταν καθαριζόμαστε από κάθε αμαρτωλό πάθος, γινόμαστε σιγά-σιγά ικανοί να εισέλθουμε στο Θείο Φως.

75. Η οδός προς τη γνώση του Θεού διέρχεται πρωτίστως μέσα από την πίστη, την αγάπη του Χριστού και τη μετάνοια.

76. Είθε να δώσει ο Θεός σε όλους σας το πνεύμα της μετανοίας. Κλαίτε για τα λάθη σας, κλαίτε για να μη «ξηρανθεί» η καρδιά σας.

77. Το βασικότερο πράγμα είναι να κρατούμε πάντοτε την επίγνωση της ανεπάρκειάς μας ενώπιον του Θεού. Τότε μπαίνουμε σε διαρκή ένταση ανάμεσα στην αυτομεμψία και την αγάπη του Χριστού, τη μετάνοια και την ελπίδα στο έλεος του Θεού. Από τη μια πλευρά ζούμε στην οδύνη γιατί είμαστε τόσο μακριά από τον Θεό που αγαπάμε. Από την άλλη αυτή η οδύνη και αυτή η αγάπη ενεργούν σαν εσωτερική φωτιά και μας ωθούν με δύναμη προς τον Θεό. Η ένταση αυτή βρήκε την «τομωτέρα» έκφρασή της στο λόγο του Χριστού προς τον Γέροντα Σιλουανό: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου». Ο λόγος αυτός μπορεί να προκαλέσει φόβο, φρίκη και πανικό, αλλά δεν πρέπει να μας συντρίβει. Αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή της «εν Χριστώ» ζωής μας.

78. Πως μπορούμε να είμαστε συνεχώς στο «πυρ» της κολάσεως και των παθών και να δεχόμαστε συγχρόνως από το Άγιο Πνεύμα την πληροφορία της σωτηρίας μας; Σ’ αυτό μας φωτίζει η εσωτερική κατάσταση του Χριστού στο Γολγοθά. Πρώτα λέει στο ληστή: «Σήμερον μετ’ Εμού έση εν τω παραδείσω». Αργότερα, κραυγάζει: «Ίνα τί Με εγκατέλιπες»;
Οι δύο αυτές στιγμές δεν κάνουν παρά μόνο μία. Κάτω από τις διάφορες μορφές, η κατάσταση αυτή του Χριστού στο Γολγοθά είναι πάντοτε παρούσα στον άνθρωπο και μεταμορφώνει το ίδιο το περιεχόμενο της ζωής του. «Χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων», λέει ο Απόστολος Παύλος. Για μας οι λόγοι αυτοί είναι ακατάληπτοι.

79. Δεν πρέπει να ισχυριζόμαστε ότι επαναλαμβάνουμε την εμπειρία των Αγίων Σιλουανού, Ισαάκ του Σύρου, Συμεών του Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου του Παλαμά ή Σεραφείμ του Σαρώφ. Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει επανάληψη ακριβής, ταυτόσημη, αλλ’ απλώς αναλογία στο πνεύμα, στην ένταση που προϋποθέτει ο λόγος: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου».

80. Δεν πρέπει ποτέ να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κανένα πρόσωπο. Ο καθένας από μας, όσο μικρός και αν είναι, είναι μεγάλος ενώπιον του Αιωνίου. Ο Θεός συνάπτει με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη καρδιακή και μοναδική σχέση.

http://o-nekros.blogspot.gr/2014/12/blog-post_8.html


The Character of Irish Christianity




Whenever Christianity penetrates a country it expresses itself in the language of that country and, as appropriate, in the culture and customs of that country. This has always been so, first with Jewish Christianity and then with Greek, Syrian, Latin and all other consequent cultures. It will always be like this. Christianity in Ireland is no different.

Ireland was never within the Roman Empire and never had the cities, the architecture, law, nor the administration connected with that empire. At the same time Ireland drew from the Empire through trade and settlement.

Given the war-like nature of many societies where the Gospel went it was always something of a miracle that the church made any headway at all. On the other hand, Ireland, in contrast to Britain and the Continent, was relatively peaceful during the years 500-750. This allowed Ireland to develop its own response to the Gospel and create a distinctive Christian culture which could rival any.

The first 100 years saw an explosion of church growth, and in particular, of monastic life. As a result, the administration of the church at this period seems to have included not only bishops but also, in some places, abbots. This can be explained by the largely tribal structure of Irish society in which tribal chiefs donated land for monasteries and the abbots appointed by them were still to a degree controlled by those chiefs. There was no other known alternative social ‘mechanism’ for them to use.

What organisation Ireland had was rural. Its basis lay in the extended family. A family might live in isolated farmsteads, with ditches and banks to defend them. Several extended families formed a clan, or unit, of a tribe; and the units of a tribe, within a hierarchy, formed a miniature kingdom. Lesser kingdoms would be beholden to larger ones.

It was a life spent very close to nature. Each clan had its warriors, druids and slaves. Neighbouring tribes were often blood related. There was no political unity and no central administration. The main occupation was cattle-breeding, the main sport cattle raiding. They were always fighting. Violence and blood were part of their culture.

The Irish however took Christianity to heart. One indication of this is the absence of martyrs. Christianity spread from tribe to tribe through their tribal leaders. The existing religious culture — that of the Celts — was well suited to receive the Gospel. The tribe would let members become monks rather than, as previously, druids. Monks remained part of the tribe. The tribe helped the monks and often the monastery would become the focal point of a village. Children would be educated in the monastery.

However the Irish church was always a Western church which, appropriately, always looked eastwards to its centre in Rome, for whatever its need. The church was never other than Orthodox in its belief and practice. The teaching of Pelagius, a Briton, seems mainly to have been developed by him in Europe. The use of the word ‘Celtic’ is a modern anachronism; there never was an ‘independent’ church under this name. Such wishful thinking stems from the dynamics of later controversies. At the time of which we speak Rome had not developed a highly organised and centralised machinery and churches in places like Ireland had their own customs which they had partly derived from Rome and which they developed in their own way, often lagging behind other countries.

In spite of the physical harshness of their lives (and in spite of the later make-over showing them as fierce men of power), Irish saints manifest a great spirit of gentleness as a result of the grace of God upon them. They had a strong sense of creation as the gift of God, and a strong awareness of the supernatural, and of the communion of saints. Monasteries and hermitages were often founded in astonishingly beautiful places. The Sea Islands and Lough Islands furnished such places in abundance

The Irish were well-known for penances. This was not a means of striving, but of expressing sorrow and making for surrender to produce profound change. Their aim was purity of heart. The penances were not public, nor were they harsh. They were private, personal and moderated, undertaken with the advice of a spiritual father (or ‘soul-friend’) who knew the monk intimately. This relationship shows the human and intimate side to their spirituality.

Most of the early Irish monks and bishops were regarded as saints, as was usually the case elsewhere. After the saints were their relics. With the relics came the need to ‘house’ them. Stone churches may first have been built for this purpose from the 8C onwards, often copying the form of their wooden predecessors.

After the relics came pilgrims. Much of what we see today is probably due to the rise of pilgrimage including the High Crosses and Round Towers.

With the pilgrims came saints’ ‘Lives’. These ‘lives’, often written much later than the time when the saint had lived, reflect the desire to see the saints as those who were like Christ and did the things Christ did; in turn this reflects the need to have the saints as patrons and intercessors. Today we prefer to see the saints as they were in history.

See:

Hamlin A and K Hughes, The Modern Traveller to the Early Irish Church, Four Courts Press 1997;
P Harbison, Pilgrimage in Ireland, Syracuse University press 1992.

http://www.earlychristianireland.org/Specials/Character/

Η Ταπείνωση της Παναγίας(Ἁγίου Ἰωάννου της Κρονστάνδης)



Ταπείνωση της Παναγίας
Τί ἀνύψωσε τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ πάνω από όλα τὰ δημιουργήματα; Ἡ ταπείνωση. Ὁ Θεὸς «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λκ. 1, 48), καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἐπιβραβευμένη ταπείνωσή Της τὴν μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές. Καὶ ἐσὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα προσπάθησε νὰ ἀποκτήσεις ταπείνωση. Ὁ Θεὸς στοὺς ταπεινοὺς δίνει τὴ χάρη, ἐνῶ στοὺς ὑπερήφανους ἀντιτάσσεται.
Ἡ Παναγία εὐεργετεῖ

        Ἡ Παναγία εἶναι καὶ σήμερα ζωντανή. Καὶ ὄχι μόνο ζεῖ, ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ καὶ θεραπεύει τὶς ψυχὲς καί, ἂν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς, καὶ τὰ σώματα ἐκείνων τῶν πιστῶν ποὺ προσεύχονται σ’ Αὐτήν. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ Ἅγιοι ζοῦν καὶ μετὰ τὸ θάνατο…
* * *
Ὑπεραγία Θεοτόκε Παρθένε! Ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Υἱοῦ Σου, ποὺ μεταλαμβάνω τόσο συχνά, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἔχω μὲ Σένα συγγένεια!
        Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου! Ἀπὸ Σένα ἔλαβε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ μεταλαμβάνω εἶναι ἴδια μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς.

Πῶς μπορῶ νὰ μὴν ἀγαπάω Ἐσένα, καὶ πιὸ πολὺ τὸν Υἱό Σου, δικό Σου καὶ δικό μου Θεό; Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Δῶσε μου νὰ ἔχω συγγένεια μὲ Σένα ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πολλὲς φορὲς μεταλαμβάνω ἀνάξια, ἀλλὰ νὰ πλησιάσω καὶ τὸ δικό Σου βαθμὸ τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλπίδας, νὰ ὁμοιάσω Ἐσένα στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα. Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Ἔχω μεγάλη ἀνάγκη καὶ θέλω νὰ ἀποκτήσω καρδιὰ καθαρή! Τὰ πάντα γιὰ Σένα εἶναι δυνατά, Ὑπερευλογημένη· μπορεῖς νὰ παρακαλέσεις τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Σου νὰ μοῦ χαρίσει καρδιὰ καθαρή, ὅπου κατοικεῖ πίστη, ἐλπίδα, καὶ ἀγάπη. Κάνε το, Πανάχραντε!




Η Παναγία του Τίχβιν

 Τί σημαίνουν τὰ θαύματα ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας; Σημαίνουν ὅτι ἡ Δέσποινα Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Σωτῆρα μας, πάντα ἀκούει τὶς προσευχὲς ποὺ μὲ πίστη καὶ ταπεινὴ καρδιὰ, Τῆς ἀπευθύνονται ἐνώπιον τῶν εἰκόνων της. Καὶ σὲ μερικὲς ἀπ’ αὐτὲς δείχνει φανερὰ σημάδια τῆς παρουσίας της. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ πόση εὐλάβεια πρέπει νὰ συμπεριφέρονται οἱ πιστοὶ πρὸς τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας! Ἡ ἀόρατη χάρη της εἶναι παροῦσα σὲ κάθε εἰκόνα της, ἰδίως ἂν αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἁγιογραφήθηκε μὲ τὸ χέρι ἑνὸς εὐλαβοῦς ἀνθρώπου.
* * *
Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε! Μὲ τὶς πρεσβεῖες Σου, τὴν εὐσπλαχνία Σου, ἔχω ἠρεμία καὶ χαρὰ μέσα μου· ἡ ψυχή μου εἶναι ἐλεύθερη καὶ ἀνάλαφρη, στὴν καρδιά μου ἔχω εἰρήνη καὶ ἡσυχία. Μὲ ὑπεράσπισες, ἐμένα τόν μετανοοῦντα ἄθλιο καί τόν ἁμαρτωλό, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ τοῦ Θεοῦ μας καὶ Τὸν ἔκανες νὰ μὲ σπλαχνιστεῖ, ἐμένα τὸν χειρότερο ἀπ’ ὅλους. Φανερὴ εἶναι ἡ χάρη Σου γιὰ τὴν ψυχή μου μετὰ τὴ δοξολογία ποὺ ψάλλαμε μπροστὰ στὴν εἰκόνα Σου, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν! 21 Ὀκτωβριοῦ 1858.
* * *
Ὕμνησε τὴν Παντάνασσα, μὴν ξεχάσεις Αὐτὴν ποὺ σὲ εὐεργέτησε, μὴν ξεχάσεις νὰ εὐχαριστήσεις «τὴν ὑπέρμαχο στρατηγόν», ποὺ σὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ δεινά.
Ἡ Παναγία φέρνει γαλήνη

        Τὸ ἔλεος τῆς Παναγίας. Στὶς 24 Φεβρουαρίου ἤμουν στὴ Ραμπόβ. Συμμετεῖχα στὴν κηδεία τῆς συζύγου τοῦ ἱερέα Σοκολόβ. Ὅταν μπῆκα μέσα σὲ μὶα ἐκκλησία ἀπ’ αὐτὲς ποὺ βρίσκονται στὸ νεκροταφεῖο, εἶχα στὴν καρδιά μου θλίψη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ὀλιγοπιστία καὶ τὴν ὁποία προκαλεῖ τὸ πνεῦμα τῆς κακίας. Ἔριξα τὸ βλέμμα μου στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τύχβιν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀπ’ αὐτὴν τὰ μάτια μου. Τὸ πρόσωπό Της ἦταν γαλήνιο, ταπεινὸ καὶ γεμᾶτο ἀγάπη. Εἶπα μέσα μου: «Πόση γαλήνη καὶ ἡσυχία, ποὺ δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὑπάρχουν στὸ πρόσωπό Σου, Ἄχραντε Παρθένε!», καὶ σὰν νὰ ἄκουσα ἀπ’ Αὐτὴν μὶα ἀπάντηση, ποὺ πολὺ καθαρὰ ἀντήχησε στὴν καρδιά μου: « Τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ἔχεις εἰρήνη καὶ ἡσυχία στὴν καρδιά σου; Δὲ γνωρίζεις ποῦ πρέπει νὰ ψάχνεις γιὰ νὰ τὰ βρεῖς;» Μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιά μου στράφηκα σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς εἰρήνης καὶ ἀμέσως ἀπέκτησα τὴν ποθητὴ ἡσυχία…
* * *
 Δέσποινα Θεοτόκε! Παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, Σὲ δοξολογοῦμε καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε! Τὰ βάσανα τῆς καρδιᾶς μας τὰ μεταμορφώνεις σὲ γαλήνη καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν σὲ ἡσυχία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἀσταθὴς καὶ πονηρὴ καρδιά μου! Νὰ μὴν τολμήσεις ποτὲ νὰ ἀμφισβητήσεις τὶς φανερὲς εὐεργεσίες τῆς Βασίλισσας τῶν Οὐρανῶν!
* * *
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσευχήθηκα ἀπὸ τὴν καρδιά μου στὴ Βασίλισσα ὅλου τοῦ κόσμου, αἰσθάνθηκα στὴν ψυχὴ ἀνακούφιση. Καὶ στὸ ἑξῆς μὴ μὲ ἀφήνεις, Παντάνασσα.




Ἐξύμνηση τῆς Παναγίας
  Μητέρα τῆς δικῆς μας Εἰρήνης, Μητέρα τῆς δικῆς μας Χαρᾶς, Μητέρα τῆς δικῆς μας Ἐλπίδας καὶ δικῆς μας Ἀγάπης. Μητέρα Αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει, Αὐτοῦ ποὺ οὐσιώνει τὰ πάντα. Μητέρα Ἄχραντε, τὸ ὕψος τῆς δικῆς σου ἁγνότητας δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ ἡ δική μας ἀκάθαρτη ψυχή. Μητέρα Παμμακάριστε, τήν ἀγαθότητά σου δέν μπορεῖ νά συλλάβει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Μητέρα πάντων τῶν χριστιανῶν, οἱ εἰκόνες σου εἶναι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χωριὸ καὶ μαρτυροῦν τὴ γρήγορη βοήθεια ποὺ προσφέρεις σὲ μᾶς. Νὰ εἶσαι καὶ γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τρισάθλιο γρήγορη βοήθεια καὶ προστάτρια στοὺς πόνους, στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς!
Πῶς νὰ προσευχόμαστε στὴν Παναγία

       Νὰ φανταστεῖς ὅτι στέκεσαι μπροστὰ στὴ βασίλισσα καὶ τὴν παρακαλεῖς νὰ πραγματοποιήσει κάποιες δικές σου ἐπιθυμίες. Μὲ τί δέος καὶ τί σεβασμὸ θὰ τὸ ἔκανες! Σκέψου τώρα ὅτι και αὐτή εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως καί ἐσύ. Σκέψου τώρα πῶς πρέπει νὰ στέκεσαι μπροστὰ στὴ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, μὲ τί δέος καὶ τί εἰλικρίνεια! Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ μεγαλωσύνη της καὶ ἀπερίγραπτη ἡ τελειότητα. «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν» (Ψαλ. 44, 14). Αὐτὴ εἶναι τόσο κοντὰ στὸ Θεό. Πρόσεχε, νὰ προσεύχεσαι σ’ Αὐτὴν μὲ ἀνάλογο δέος, μὲ καθαρή καὶ συντετριμμένη καρδιά.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ».
Ἐκδόσεις: Ὀρθόδοξος Κυψέλη, 2004.

http://proskynitis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_13.html

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Οι υιοί και οι κόρες των Ιρλανδών…


Οι υιοί και οι κόρες των Ιρλανδών…



«Οι υιοί των Ιρλανδών και οι κόρες των βασιλιάδων τους είναι μοναχοί και νύφες του Χριστού».
Λόγος του αγίου Πατρικίου για τους Ιρλανδούς της εποχής του.

αγγλικό απόσπασμα http://www.earlychristianireland.org/Specials/Irish%20Monasticism/
μετάφραση orthodoxy-rainbow

 

Irish Monasticism



The ‘Catalogue of the Saints of Ireland’ divided the Saints of Ireland into three orders. The first contains all those bishops deemed to have received their ministry from St Patrick. The second lists monks who had received their ministry from Britain. The third consists of hermits. But the document is of 9C or even 10C and is clearly designed to boost the prestige of Patrick and his bishops over against the monks and hermits. But these orders were not consecutive but contemporary one with another and should be dated to the 6C. This century was one of great expansion which saw not only bishops, but monks and hermits, spreading everywhere in Ireland. The result was that the monasteries became the de facto centres of the church. Monasticism, with its multiple forms, had great appeal because its adaptability.

The traditional founder of the monastic movement is said to have been St Finnian of Clonard (548) who had received training in Wales. He was undoubtedly a great founder and teacher. But there were many before him. Patrick’s relation to the monastic life is unclear though interesting. Some deny he founded any monasteries on the grounds that bishops came first and monks later. Yet St Patrick was firmly in favour of the dedicated life; he refers to it four times. Most explicit is his statement that, ‘The sons of the Irish and the daughters of their kings are monks and brides of Christ’. But even if this only referred to individuals not communities – and this is not clear- for a bishop in the 5th C to be so positive is unusual. His companion St Tassach (470), founder of the church at Raholp just 2 miles from Saul, is said to have spent 7 years on Rathlin O’Birne off the coast of Donegal with other hermits before 500. If so this is of extraordinary interest. St Enda (530) spent many years first as a hermit, founder of a monastery and teacher of many on Inishmore, the main island of Aran Co Galway. St Donard (507) at Maghera Co Down is said to have had a hermit’s cell on top of Slieve Donard in the Mountains of Mourne. St Forthchern (5C), who is said to have been a bishop and then a hermit in Meath, may have been the teacher of Finnian. St Buite (523) founded Monasterboice in Co Louth. St Senan (546) evangelised West and South Clare and he and his disciples founded many places around the Clare coast and on the islands of the Shannon estuary. There are also several remarkable women saints from the early period, St Gobnait (5C) at Ballyvourney (Co Cork), St Arraght (5C) at Killaracht and Monasteraden (both Co Sligo), St Monnina at Killevy (Co Armagh) (517), St Brigit (524) at Kildare, St Bronagh at Kilbroney, Rostrevor (Co Down) and St Ita (570) at Killeedy (Co Limerick).

St Columba (597) was perhaps the most prolific founder of monasteries of all. Born at Garten in Co Donegal, he was of royal blood, of commanding stature and evidently of great charisma. He eventually left Ireland for Scotland where, from this base on Iona, he evangelised among the Picts. His ‘Life’ written by St Adamnan gives a vivid picture of an Irish saint and monastery.

In Ireland the church was always the local church. There was nothing else. The local tribe was the point of meeting one with the other, and the number of tribes was enormous, though they might be joined up in little kingdoms or bigger ones. When the tribe responded to the Gospel, an enclosure would be set aside, with boundaries and ‘termon’ crosses, sometimes with a ditch, sometimes with a wall, clearly marking out to everyone that the area was sacred. Within it a tiny church of wattle and daub would be built. That would not take long.

In many places there seems to have been no shortage of aspiring monks. As for sites, as one travels to the places they chose one is amazed by the astonishingly beauty of the places they picked. In particular the sea islands (particularly off the West coast) and the many Lough Islands furnished such places in abundance. Even today travelling throughout the island the memory of the founding saints is singularly well preserved, though often there is little detail. Something is known of some 250 from this early period but this does not include many more, without number, whose names are hardly known, were never recorded, or which have become lost.

Whoever they were, bishops, monk or hermits (and some bishops were monks or even hermits) some founded several churches. 4000 is the estimated overall number. Of course nothing survives of the perishable materials used. But where wood was plentiful, churches were also made of planks; or if there was little wood, in stone. Apart from Duleek (7C), the first stone churches however appear to be the tomb-shrines of founder saints in the 8C, but then in increasing numbers from the 8th -10th centuries. As stone churches these can be recognised by the ‘antae’, that is, flat projecting gable-ends, which imitate upright corner timbers on their wooden predecessors. They had doors in the west (gable) end and sometimes a wonderful doorway made of very large well-dressed stones. As the churches were often small, the people stood outside – outdoor altars being in some cases provided where they could say their prayers. There were perhaps a few larger churches, first in wood, and later in stone.

Many monasteries were built at tribal centres or at meeting places on tribal boundaries. As some monastic communities grew they attracted a resident local community in an arrangement that was of benefit to all. The monasteries provided their spiritual ministrations to local families and taught the children; families helped with the agricultural labour, and with livestock. The dynamic went well – monastery and village grew together. This enabled the monks to take on such great tasks as creating and copying of literature and highly specialised metal-ware. But there were drawbacks. The principal one was that the tribal leader asserted his right to appoint the abbot, who might well turn out to be one of his own family. Worse still, when tribes were involved in a fight, the monks were expected to join in. Then there were the ‘manaim’.

In spite of the fact that the origin of this term and that of the word ‘monk’ is the same these were not the married monks, but men with families who lived round the monastery and who, with their families, lived under considerable religious discipline alongside their spiritual if not natural brothers in the monastery. This included no small degree of sexual abstinence. Any suggestion that these were monks indulging in gross laxity or immorality has to be discounted. Such a life sounds like another of those Irish solutions which had its rationale ‘on the ground’. It is all about finding ‘in-between meanings’. The Irish have always helped us think outside of our boxes – that is very much part of being Irish. Tertiaries in Western monasteries is another ‘in-between arrangement’. In the East married men have always been encouraged to spend time in a monastery.

In time, over 200 years or so, as has often been the case elsewhere, monasteries ran the danger of becoming too big in wealth and power. This led to jealousy, strife and pillage – even from fellow Irishmen. Monasteries were known to have valuables – indeed they were sometimes used as storehouses. But monasteries could also become secularised – especially if tribal leaders expected abbots to have sons in order to keep the monastery in the family. However such a state of affairs, sad though it is, often gave rise to a new impetus for a more genuine monastic life, a simpler, more solitary life, a life more given to prayer and contemplation.

The true ‘holy man’ sometimes put his cell at, or close by, a local place already deemed sacred by the Celts, such as graves, springs, and trees. This gives us some insight into their approach to the native religion and culture. This is of great importance. They did not regard what was there as simply to be destroyed. Rather, just as earlier the Church had seen the Law and Prophets of the Old Testament and Greek philosophy with its ascetic and contemplative culture, so they saw the existing religious culture as a preparation for the Gospel.
In other words the outlook and practices of an existing culture could be given a new shape and direction within the context of the Gospel.

In the Empire some pagan temples were destroyed and idols smashed. But the situation was different with the Celts. They were not urban temple builders in stone but looked to natural phenomena such as the sun, the sky, the earth, rocks, mountains, water and trees for their deities. Many of their offerings to these have been found in lakes and pits. The days of the seasons were also important to them with regard to continuing fertility and escape from death. Universalised generalisations have to be avoided. But most would agree that the Celts already had some idea of God as three; that they had a very strong sense of creation, awareness of the supernatural and of the unity of things. They had a robust attitude to religious practice; and they believed in a life hereafter.
The early monks and evangelists were able to redirect such sensibilities. Thus the view that saw creation as a manifestation of God could easily be seen as also made by God, and penetrated by his presence.

The Greek and Romans were inclined to work with a dichotomy between matter and spirit. But the Christian belief in Christ the Son of God being born of a woman and uniting himself with humanity gave to the Eastern Fathers a more unitive perception of the divine and the human in the church and in the sacraments and a more cooperative view of their relationship in terms of ‘synergy’ (‘working together’) than was the case in later Western Christianity. In this respect Thom is correct in seeing the early church in Ireland as a ‘Patristic Church’.

The Irish monks showed a great degree of sensitivity to the beauty of creation and God’s presence in it everywhere. Their repentance and asceticism may have been severe by our standards but it was very much motivated by love of God and of one’s neighbour. It is this ‘difference’ from what prevailed in the West which now, by way of reaction, fuels the attraction to ‘all things Celtic’.

It is an interesting comment that ‘the Celtic mind acknowledged no real dichotomy between reality and fantasy, between the world and the ‘world beyond.’ This is precisely what has raised suspicions in people’s minds about the Irish. They may seem at times to blur the edges, to mix the divine and human, to confuse nature and grace – and this is why people call ‘foul’, meaning it is all superstition. I am sure there was confusion and therefore superstition – this will occur in every culture. But this does not mean to say (and here is another fallacy) that the culture is defined by superstition. The church always and without doubt remained very clear as to where the proper lines of demarcation lay between true and false lay and its teaching uncompromised. The conversion of any society is rarely complete..

Two chapters – on holy wells and ancient stones – will consider areas where people have tried to make the accusation of paganism and superstition stick. These are areas where historians are most reluctant to tread because there is more or less nothing in the historical record by which to assess the phenomena. This has created a vacuum in which many have given free reign to strong criticism and wild interpretation.

http://www.earlychristianireland.org/Specials/Irish%20Monasticism/

Irish Hermits and Tomb Shrines



The stories of the Desert Fathers have always been compelling reading for the eager monastic disciple the world over. Little by way of literature seems to have escaped the Vikings, but some monastic Rules and several penitentials have survived. Their fierce asceticism however soon cools our ardour. We have to realise these men were tough beyond reckoning. No doubt they were hardy enough to have survived childbirth and youth and the general life-expectancy was not that great. But the tales of endurance, of psalm-singing in freezing waters, and of praying with arms outstretched beyond belief, are enough to convince us that none of us today would have managed. We are not born tough as they were in days of old

On the other hand there must have been times when life seemed good. To sit in the cave of St Colman Macduagh at Keehilla (Co Clare) for any length of time is to discover an altogether different dimension to peace. To look out from St Macdara’s Island (Co Galway), or from Cill Eine (Inishmore, Aran), to the mountains of Connemarra is to indulge in breathtaking beauty. To stay a while on Illauntannig (St Seannach’s island)(Co Kerry) off the north coast of the Dingle Peninsula, with its temperate climate and lovely beach, watching the clouds on Mount Brandon is, as they say, ‘something else’. Even in the north, on Inishkeel, Inishdooey and Tory island, all in Co Donegal (at least on a sunny day) must indeed have seemed ‘like another world’.

The islands on the west coast are such a fascination. Even today they have something of being the ‘Ireland’ beyond Ireland, an ‘Ireland’ more real than that experienced on the mainland. This is not necessarily fantasy – it is, I am told, how some islanders see it. Conditions however out there are such that, while it was possible to live on them for centuries, the battle eventually became too much. We read with great sadness of the moves to the mainland. But then it was feasible for hermits to live out there. The islands are so numerous and so many were colonised. They form as it were a string of pearls weaving in and out from the mainland as on a thread, from Skellig Michael, Inishvickillane, Inishtooskert, Illauntannig, Scattery, the Aran Islands, St Macdara, Omey, High island, Inishbofin, Inishturk, Caher, Clare, Duvillaun, Inishkea south and north, Inishglora, off Belmullet, Inishmurray, Rathlin O’Birne, (and of course Glencolumbkille), Inishkeel, Cruit, Inishdooey, and Tory. They formed a route for the most fervent of pilgrims – and on beyond to the Western isles of Scotland and even to Iceland.

Hermits may not have been fully solitary in the strict sense of the world. Two’s, three’s or even half a dozen may have been more viable. Clusters of hermits over a given area, as happening in the deserts of Nitria and Scete in Egypt, had several advantages. In the Annals one finds even bishops as hermits. If we wish to see something of what the monastic life is about we can do no better than look to them.

The hermit life has often been seen, in the Eastern tradition, as a goal of the monastic life. On the other hand it has stressed very strongly that no one should attempt it without a thorough training and the approval of one’s spiritual father. The life has been called the ‘angelic life’ – as a symbol of the total dependence on God for all one’s needs.

Having said that, a solitary hermit in a cell made of branches left no trace behind him. But saints who depart this life often left disciples who, sensing the saint’s abiding presence, called on their prayers. A little altar might be built over where his body lay and later a little shrine containing his bones. Many of these have been found; they are quite astonishing and they still fill us with awe.

In the Burren, tucked away out of site in a little hollow stands the grave of St Cronan (7C). Of its type it is quite large. It is made of only four pieces of stone, two for the sides, two for the ends, rather like a tent. One end piece is only a half piece – allowing the disciple to put his hand inside and touch the earth where his dear one is buried.

In the early eighth century saints were given their ‘houses’, a small stone edifice where the saint lay. Examples can be found easily at Ardmore for St Declan and at Clonmacnoise for St Ciaran, though that of St Molaise on Inishmurray is probably the earliest. The church on St Macdara’s Island and the one at St Benan’s on Inishmore, Aran are so tiny that only 6 persons can get inside. These too may have been ‘houses’ where disciples could sing God’s praises in the company of their intercessor in heaven.

The Iveragh peninsula seems to have had more than anywhere. Scattered in a vast ring round the peninsula, often looking out to sea, can be found small sites with a bee-hive cell, an outdoor altar and a small tomb-shrine on top of it. Sheer astonishment is experienced when one finds them, sometimes on remote hillsides, sometimes in a field, sometimes on an island, for there they have sat for so long while world history went on its way. What strikes me strongly is how much they are like the hermit sketes of Orthodox monasticism, which I have visited on Mount Athos in Northern Greece.

But the greatest of all was Skellig Michael, on Great Skellig 7 miles out to sea, off the Iveragh Peninsula. Truly this is something else. It takes us beyond words. Our minds are assailed by impossible questions: How did they do it? why did they do it? and for so long. Here nature is at its most awe-inspiring; it is scarcely any place for humans even to venture. What did they live on? How did they survive? The wind, the cold, the Atlantic gales that could blow one away in a trice; and, besides the monastery on the north peak, that hermitage on the south peak at 700 feet, death defying, absolutely unimaginable that it was ever built, let alone manned, – and the loneliness; all these truly terrify, and disturb beyond endurance. Comparisons among the brave are invidious: among Orthodox, the Desert Fathers baked in Egypt, some Syrians lived on pillars, the Russians froze in Siberia; but surely the Irish on Skellig Michael were their brothers.

http://www.earlychristianireland.org/Specials/Irish%20Hermits/

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Άναρχος Θεός-Βυζαντινά Κάλαντα

Άναρχος Θεός καταβέβηκε και εν τη Παρθένω κατώκησε. Ερρουρέμ, ερρουρέμ, ερρουρερουρέμ, χαίρε Δέσποινα. Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαι. Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρετε, τάξεις των Αγγέλων ευφραίνονται Χερουβείμ, Χερουβείμ, χαίρε, χαίρε Παναγία Δέσποινα. Δεύτε εν σπηλαίω κατίδωμεν, κείμενον εν φάτνη τον Κύριον. Ερρουρέμ, ερρουρέμ, ερρουρερουρέμ, χαίρε Δέσποινα. Εξ Ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζουσιν άξια Χερουβείμ, Χερουβείμ, χαίρε, χαίρε Παναγία Δέσποινα. Ήκουσεν Ηρώδης το μήνυμα κι όλος εταράχθη ο δόλιος. Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. Πύλαι ουρανών ηνεώχθησαν, άγγελοι αυτόν ανυμνήτωσαν. Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. Χαίρουσα η κτίσις αγάλλεται και πανηγυρίζει, ευφραίνεται Ερρουρέμ, ερρουρέμ, ερρουρερουρέμ, χαίρε Δέσποινα. Ψάλλοντες Χριστόν τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. Ω Παρθενομήτωρ και Δέσποινα, σώζε τους εις Σε καταφεύγοντας Χερουβείμ, Χερουβείμ, χαίρε, χαίρε Παναγία Δέσποινα.

Το σεξουαλικό ένστικτο και η αλόγιστη χρήση του



Η περίοδος της εφηβείας είναι η πλέον συγκλονιστική για τη ζωή του ανθρώπου. Γίνεται μέσα
του μια επανάσταση απ’ τις ορμές, που τον ξαφνιάζει, τον αιφνιδιάζει και τον προβληματίζει. Ένας δυναμισμός ασκεί τεράστια επίδραση στις σωματικές, ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις και λειτουργίες των νέων.
Αυτό το ισχυρό ένστικτο μας το έδωσε ο Θεός και κατέχει κεντρική θέση στη ζωή μας, όπως εκείνο της αυτοσυντήρησης, της πείνας και της δίψας.
Είναι δώρο του Θεού και δεν είναι καθόλου αμαρτωλό! Όταν όμως γίνει κακή χρήση αυτού, μπορεί να αποβεί σε αμαρτία και μάλιστα θανάσιμη.
Όπως όλα τα ένστικτα μπορούμε να τα τιθασεύσουμε, έτσι και το ένστικτο αυτό. Μπορούμε να το κατευθύνουμε εκεί που θέλουμε και εκεί που πρέπει.
Σκοπός του γενετήσιου ενστίκτου είναι η ολοκλήρωση των συζύγων και η αναπαραγωγή νέων ανθρώπων.
Η ηδονή και η γέννηση των παιδιών, μαζί και τα δυο σοφά και τέλεια συνδεδεμένα από τον Δημιουργό μας, υπηρετούν τον βασικό σκοπό του ενστίκτου.
Το λάθος μας είναι, ότι απομονώνουμε το ένα από το αδιάσπαστο αυτό σύνολο και ζητάμε την ηδονή χωρίς να θέλουμε τον καρπό της αγάπης μας.
Είναι ακριβώς τω ίδιο σαν να τρώμε όχι για να ζήσουμε μα για την απόλαυση μόνο του φαγητού.
Κι εδώ ακριβώς εστιάζεται το δράμα της νεολαίας στην εποχή μας με τις συνέπειες και τα τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
-    Δεν είναι από το Θεό δοσμένη και η σεξουαλική ορμή στον άνθρωπο; Ρωτούν πολλοί.
-    Καμμιά αντίρρηση. Όμως και οι πιο ευεργετικές δυνάμεις (λ.χ. ο ηλεκτρισμός, η φωτιά, το νερό, η πυρηνική ενέργεια κ.τ.λ.), όταν ξεφύγουν από τα καθορισμένα όριά τους, είναι επικίνδυνες και γίνονται καταστροφικές. Αν διατηρηθεί η ορμή αυτή στην κοίτη της εκπληρώνει τον προορισμό της. Αν όμως εκτραπεί, τότε δημιουργεί πληγές και προβλήματα.

Η φυσική της διέξοδος είναι η νόμιμη τεκνογονία μέσα στον ευλογημένο από την Εκκλησία μας γάμο. Φράζοντας με τα διάφορα σατανικά μέσα τη διέξοδο αυτή, εκτρέπεται η ορμή σε άλλα «κανάλια», αρχίζοντας από τα «παρά-νόμον» και φθάνοντας μέχρι τα «παρά-φύσιν».
Χωρίς αμφιβολία, η γενετήσια δύναμη του ανθρώπου δημιουργήθηκε από τον Θεό. Είναι ένα από τα πολυτιμότερα δώρα Του, που σου έδωσε για τη νειότη σου. αλλά η ύπαρξη ενός ενστίκτου δεν δικαιολογεί και την αλόγιστη ικανοποίησή του. Η παρουσία μιάς δυνάμεως δεν σημαίνει ότι πρέπει στα τυφλά και χωρίς χαλινό να την χρησιμοποιούμε. Η χρήση της πρέπει να γίνεται σωστά και στην ώρα της.
Δεν μπορεί π.χ. ο αστυνομικός επειδή του έδωσαν ένα περίστροφο να το χρησιμοποιεί ανεύθυνα και αλόγιστα. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τη γενετήσια δύναμή σου. η χρήση πρέπει να γίνεται στο σωστό τόπο και χρόνο και κάτω από τις συνθήκες που καθόρισε ο Δημιουργός Θεός μας.


Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Γεωργίου Καλπούζου «Έφηβοι και προγαμιαίες σχέσεις», σελ. 11-13

http://makkavaios.blogspot.gr/2014/12/blog-post_21.html

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Η επίθεση του διαβόλου στον άγιο Πατρίκιο της Ιρλανδίας. Λόγια του ίδιου του αγίου.


Η επίθεση του διαβόλου στον άγιο Πατρίκιο της Ιρλανδίας. Λόγια του ίδιου του αγίου.


 

Μία νύχτα καθώς κοιμόμουν ο Σατανάς μου επιτέθηκε βίαια, καθώς θα θυμάμαι για όσο θα βρίσκομαι μέσα σε αυτό το σώμα. Έπεσε επάνω μου σαν να ήταν μια τεράστια πέτρα και δεν μπορούσα να κινήσω κανένα από τα μέλη του σώματος μου. Όμως δεν ξέρω πως μου ήρθε και φώναξα τον προφήτη Ηλία. Και την ίδια στιγμή είδα τον ήλιο να υψώνεται στον ουρανό και καθώς φώναζα «Ηλία, Ηλία» με όλη μου τη δύναμη, ιδού, η λαμπρότητα του ήλιου έπεσε επάνω μου και αμέσως με απελευθέρωσε από όλο αυτό το βάρος και πιστεύω πως με βοήθησε ο Χριστός ο Κύριος μου και πως το Άγιο Πνεύμα φώναζε για εμένα και ελπίζω πως θα γίνει έτσι όταν θα περνάω κάποια θλίψη, ακριβώς όπως λέει στο Ευαγγέλιο: «Εκείνη την ώρα, ο Κύριος κηρύττει, δεν είσαι εσύ εκείνος που μιλάει αλλά το Πνεύμα του Πατρός σου το οποίο μιλάει μέσα σου.»

Αγγλικό κείμενο http://www.ccel.org/ccel/patrick/confession.v.html
Μετάφραση orthodoxy-rainbow      




Μη σφάζουμε τον εαυτό μας με το να κρατούμε μέσα μας κακία




Δύο πράγματα ζητεί από μας ο Χριστός…

Πρώτα να παραδεχόμαστε τα σφάλματά μας και στη συνέχεια να συγχωρούμε τους άλλους.

Το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο για να γίνεται σωστότερα (όποιος παραδέχεται βαθειά μέσα του τα αμαρτήματά του, γίνεται πιο σπλαχνικός στον συναμαρτωλό του). Και ας μη συγχωρούμε μόνο στα λόγια, αλλά από καρδιάς.

Μη σφάζουμε τον εαυτό μας με το να κρατούμε μέσα μας κακία. Γιατί ποιος νομίζεις πως μπορεί να σε λυπήσει τόσο θανάσιμα, όσο καταφέρνεις συ ο ίδιος, με το να έχεις μέσα σου μνήμη της οργής και έτσι να φέρνεις καταπάνω σου την καταδίκη του Θεού στην μέλλουσα κρίση;…

Μη δικαιολογήσαι ότι σε έβρισε κάποιος, ή σε συκοφάντησε, ή σου έκαμε πολλά κακά. Όσα περισσότερα κακά αναφέρεις ότι σου προξένησε, τόσο περισσότερο ευεργέτης τελικά σου γίνεται. Γιατί σου έδωσε αφορμή να ξεπλύνεις τα δικά σου αμαρτήματα με την υπομονή και την ανεξικακία.
Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

http://1myblog.pblogs.gr/2014/02/mh-sfazoyme-ton-eayto-mas-me-to-na-kratoyme-mesa-mas-kakia.html

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Nativity Hymn- “The Mystery”




Nativity Hymn- “The Mystery”

Luke 2:11: “For there is born to you this day in the city of David a Saviour, who is Christ the Lord.”

Based on the Nativity sermon of St. John Chrysostom

Look a new and wondrous mystery
Christ is born in Bethlehem ,
Angels singing blend their voices
With the hosts of Cherubim.

Join in praise then all you living
Here on earth with those above,
He “Who is” comes down from heaven
Manifests the Father’s love.

Sun of Justice far outshining
Stars that led the kingly wise,
Today is born for our salvation
Him Unseen before our eyes.

Infants run then to adore Him
Shepherds come to be His sheep,
Priests to labour in His Vineyard
Wine and Bread His presence keep.

Fishers catch the world before Him
Sinful, lost and maimed repent,
That they may embrace together
This Child whom the Father sent.

Therefore let us sing together
Sharing in this choral dance,
“Christ is born!” the incarnation
So to heaven may we advance.

This our song, our hope, our story
This our life, so glory be
To the Father, Son and Spirit
Undivided Trinity.

 JAH. To the glory of God

 True wealth, for me, is to see you in the Kingdom of Heaven .
Elder Amphilocios

A lot of thanks to my dear father Jonathan Hemmings in Lancaster England for this poem which is full of holy grace. God bless you father Jonathan! Merry Christmas everyone! 

Ο «γεροπόρνος» μοναχός



Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες. Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.
Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει.
Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό;
Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θυμίζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.
Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νομίζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της.

http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2014/12/blog-post_27.html



Η οικία όπου εγεννήθηκε και έζησε την παιδική του ηλικία ο Όσιος Πορφύριος



Η οικία όπου εγεννήθηκε και έζησε την παιδική του ηλικία ο Όσιος Πορφύριος, στον Άγιο Ιωάννη Αλιβερίου.

http://proskynitis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_5.html

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Άγια Νύχτα στα Ιρλανδικά

Στο παρακάτω βίντεο:

Can "Christian" Miracles lead to the Antichrist? (video)

(From the writings of St. Ignatius Brianchaninov and Fr. Seraphim Rose)

Σχετικά με την προσευχή του Αγίου Πατρικίου του φωτιστή της Ιρλανδίας. Από λόγια του ίδιου του αγίου.


Σχετικά με την  προσευχή του Αγίου Πατρικίου του φωτιστή της Ιρλανδίας.
Από λόγια του ίδιου του αγίου.



Αφού έφτασα στην Ιρλανδία συνήθιζα να βόσκω το κοπάδι μου κάθε μέρα και συνήθιζα να προσεύχομαι πολλές φορές την ημέρα. Όλο και ποιο πολύ η αγάπη του Θεού και ο σεβασμός μου για αυτόν και η πίστη  μου αυξάνονταν και το πνεύμα μου ήταν τόσο συγκινημένο ώστε την ημέρα έκανα εκατό προσευχές και το ίδιο και την νύχτα. Την ίδια στιγμή συνήθιζα να μένω έξω στο δάσος και στα βουνά και ξυπνούσα πριν το ξημέρωμα για να προσευχηθώ μέσα στο χιόνι, στην παγωνιά, στη βροχή και δεν ένιωθα ούτε να αρρωσταίνω ούτε να κουράζομαι γιατί, όπως καταλαβαίνω τώρα, το Άγιο Πνεύμα έκαιγε μέσα μου εκείνη την ώρα.    


Σε μία άλλη περίσταση το Άγιο Πνεύμα προσευχόταν μέσα μου και ήταν σαν να βρισκόμουν μέσα στο ίδιο μου το σώμα και άκουσα το Άγιο Πνεύμα από επάνω μου, εννοώντας πάνω από τον εσωτερικό εαυτό μου. Προσευχόταν με δύναμη και αναστεναγμούς. Και καθώς διαρκούσε αυτό ήμουν ενθουσιασμένος και αναρωτιόμουν και συλλογιζόμουν ποιος ήταν εκείνος που προσευχόταν μαζί μου. Όμως στο τέλος της προσευχής μου αποκαλύφθηκε πως ήταν το Άγιο Πνεύμα. Και τότε σηκώθηκα και θυμήθηκα τους λόγους του Αποστόλου: « Το Άγιο Πνεύμα μας βοηθάει στην αδυναμία μας γιατί δεν γνωρίζουμε πώς να προσευχηθούμε σωστά. Το Άγιο Πνεύμα μας βοηθάει με αναστεναγμούς που έχουν πολύ βάθος για να εκφραστούν.»

Αγγλικό κείμενο http://www.ccel.org/ccel/patrick/confession.vii.html

Μετάφραση orthodoxy-rainbow    



Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Τι κάνω τώρα Θεέ μου;

Τι κάνω τώρα Θεέ μου;

Ετούτη είναι μια αληθινή ιστορία, που μας την αφηγήθηκε κάποιος που την έζησε από κοντά.

Ο άντρας και η γυναίκα ήταν πρόσφυγες από την Σμύρνη.

Ο παππούς που μας είπε γι αυτούς, τους γνώρισε στην Αθήνα.

Ήταν μόνοι, κατάμονοι, δίχως συγγενείς όπως οι περισσότεροι από τους ξεσπιτωμένους της Ανατολής. Ούτε παιδιά είχαν.

Δυο απλοί και πονεμένοι άνθρωποι που ποτέ δεν έδειξαν τον πόνο τους. Μόνο την ελπίδα τους στον Κύριο που ξημερώνει τις μέρες έβλεπες και την φτώχεια τους που δεν γινόταν να κρυφτεί.

Σε ένα ημιυπόγειο ο άντρας είχε ένα μικρομάγαζο και πουλούσε ελιές. Πάνω απ' αυτό, ένα τετράγωνο δωμάτιο ήταν η ...οικία τους. Σπίτι να το κάνει ο Θεός: Σε μιαν άκρη τα σιδερένια τρίποδα με τις ξύλινες τάβλες και αυτό ήταν το κρεββάτι, παραδίπλα ένα κουτσό τραπέζι, δύο μπακιρένια κύπελλα για να πίνουν νερό, μια γκαζιέρα, μια καρβουνισμένη κατσαρόλα και λίγα ρούχα σκεπασμένα με ένα σεντόνι.

Το "οίκημα" νοικιασμένο.

Πόσες ελιές θα μπορούσε να πουλήσει ο χριστιανός για να καζαντίσουν;

Έπειτα ήταν και οι φτωχότεροι απ' αυτούς και οι ανήμποροι που δεν έπρεπε να μείνουν νηστικοί....Οι πένητες συνέδραμαν τους φτωχούς και αμφότεροι έλεγαν "δόξα τω Θεώ", γιατί έτσι είναι γραμμένο στις Γραφές και το ζευγάρι ήξερε καλά τα μαθηματικά του Θεού, την αριθμητική των δύο χιτώνων.

Τα χρόνια πέρασαν, το "μαγαζί" έκλεισε, τα χρόνια εκείνα συντάξεις δεν υπήρχαν, οι φτωχούληδες του Θεού άρχισαν να ζητιανεύουν στις γωνίες.

Μετά ούτε αυτό, καθώς γέρασαν πολύ και αρρώστησαν. Αν κάποιος τους έδινε ένα κομμάτι ψωμί έτρωγαν, αν όχι έπεφταν για ύπνο νηστικοί.

"Έχει ο Θεός" έλεγαν και πάλι "έχει ο Θεός" είπαν και όταν τα ταπεινά τους ρούχα έγιναν κουρέλια, όταν τα μπακιρένια κύπελλα πρασίνισαν από την πολυκαιρία, όταν δεν είχαν να πληρώσουν το νοίκι. Αχ αυτό το νοίκι...χρόνια το είχαν απλήρωτο. Φώναζε ο ιδιοκτήτης αλλά μετά "ξεχνούσε" το χαμόσπιτο και αυτοί συνέχιζαν την χαμοζωή τους, μη λείποντας από την εκκλησία και χαμογελώντας με εμπιστοσύνη σε όλες τις εικόνες του ναού.

Τόσοι άγιοι που βασανίστηκαν, ένας Αφέντης που σταυρώθηκε, η Μάνα που κάηκε η καρδιά Της και τούτοι που δεν έπαθαν τίποτε, θα σκιαχτούν;

Σκιάχτηκαν ωστόσο την ημέρα που ο ιδιοκτήτης τους είπε να φύγουν γιατί ήθελε να το γκρεμίσει το σπίτι. Θα έκανε πολυκατοικία.

Να φύγουν και να πάνε πού;

Εδώ αγαπήθηκαν, ευλογήθηκαν, χόρτασαν, πείνασαν, έκλαψαν, ήλπισαν, εδώ ήταν το σβηστό -πια- καντηλάκι τους, έδώ τα κουρέλια τους, εδώ τα σκουριασμένα από την αχρησία κουταλοπήρουνά τους.

Αυτή η πόρτα έκλεινε έξω τις βροχές, τα χιόνια, τους καιρούς και από μέσα ζούσαν το εύκρατον της δωρισμένης ελπίδας.

Τώρα;

"Τί να κάνω τώρα Θεέ μου ;" ύψωσε τα χέρια προς το ταβάνι με τους ξεχαρβαλωμένους τσατμάδες, ο γέρος.

Την άλλη μέρα ήρθε ο δικαστικός κλητήρας, με τα χαρτιά της έξωσης.

-"Πρέπει να φύγετε".

-"Πού να πάμε ;"

Ο άνθρωπος κοίταξε ένα γύρω το αχούρι, που υποδυόταν το σπίτι.....Κοίταξε και τους σκελετωμένους γέρους.

"Έχω ένα δωμάτιο που περισσεύει" είπε σιγανά.

"Δεν έχουμε λεφτά" είπε ντροπαλά ο γέρος.

"Πάμε" είπε ο κλητήρας και καθώς δεν είχαν και τίποτε να μετακομίσουν, έφυγαν αμέσως.

Τους πήρε με το αυτοκίνητο, τους πήγε στο δικό του σπίτι, η γυναίκα του τους έπλυνε, τους έντυσε, τους τάισε, παιδιά δεν είχαν και τούτοι, το δωμάτιο ήταν φωτεινό, καθαρό, με κουρτίνες που τους άρεσε να τις πάνε πέρα δώθε (καθώς στο χαμόσπιτο δεν είχαν κουρτίνες...).

Έπεσαν στα πατώματα οι γέροι να ευχαριστούν, να κλαίνε, να ευλογούν, να εύχονται, να δοξάζουν.

"Θα έχουμε κι μεις συντροφιά" είπε η γυναίκα του κλητήρα. Αυτό μόνον....

Τώρα πια οι γέροι έπρεπε να συνηθίσουν την μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού που έρχεται ζεστό από τον φούρνο, το πώς ευωδιάζει το φαγητό που βράζει καθώς και το πώς απαντάει ο Χριστός στους δικούς Του, όταν Τον ρωτάνε "Τί να κάνω τώρα Θεέ μου ;"

http://www.agioritikovima.gr

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: «Μωρέ, δώσου στὸν Χριστό, καὶ πρόσφερε στὸν Χριστὸ μὲ τὴν προσευχή σου»




Συμβουλὲς σ΄ ἕναν παιδίατρο
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἡ θεϊκὴ φλόγα ποὺ ἄναψε στὴν καρδιά μου ὁ Ἅγιος Πορφύριος» Τοῦ Μοναχοῦ Ἀγαπίου, ἐκδόσεις Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι Ἀττικῆς

Ἔλεγε σ΄ ἕναν παιδίατρο:

-Πῶς ἐξετάζεις τὰ παιδιά;

-Ἔτσι…

-Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ. Τὴν ὥρα ποὺ ἐξετάζεις τὸ κάθε παιδάκι θὰ κάνεις μέσα σου ἔνθερμη προσευχὴ μὲ ἀγάπη: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε τὸν δοῦλο σου». (Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἔπαιρνε βαθειὰ εἰσπνοὴ ἤ, ἄνοιγε τὰ χέρια του).

Νὰ ἔτσι, μὲ ἀνοιχτὴ καρδιὰ θὰ παρακαλεῖς γιὰ τὸ κάθε παιδάκι. Εἶναι μία ψυχούλα ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς στὰ χέρια σου.

Καὶ καθὼς θ΄ ἀκουμπᾶς τὸ χέρι σου στὸ κεφαλάκι τους, καὶ θὰ προσεύχεσαι ἔνθερμα μέσα σου, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ μεταγγίζεται στὴν ψυχούλα τοῦ παιδιοῦ.

Ὅλα αὐτὰ μυστικά. Δὲν θὰ καταλαβαίνουν τίποτα οἱ ἄλλοι.

Θὰ τοὺς δίνεις τὰ φάρμακα ποὺ λέει ἡ ἐπιστήμη σου, ἀλλὰ τελικὰ ὁ Χριστὸς θὰ θεραπεύει τὸ παιδί, ποὺ παρακαλεῖς ἐσὺ καὶ οἱ γονεῖς του. Τὸ πιστεύεις αὐτό;

Ἄλλη φορᾶ ἔλεγε:

-Δὲν σὲ βλέπω νὰ ἐξετάζεις τὰ παιδιὰ ὅπως σοῦ εἶπα. Σὲ τρώει ἡ ρουτίνα καὶ…ξεχνιέσαι.

Μωρέ, δώσου στὸ Χριστό, καὶ πρόσφερε στὸ Χριστὸ αὐτὰ τὰ πλασματάκια μὲ τὴν προσευχή σου, νὰ τὰ ἁγιάζεις!

Εἶδες, ὁ Χριστὸς θεράπευε χρησιμοποιώντας αἰσθητὸ τρόπο, εἴτε τοὺς ἐπίανε τὸ χέρι, ἢ ἤγγιζε τοὺς ὀφθαλμούς, τὴ γλώσσα, ἔτσι θὰ κάνεις κι ἐσύ.

Πιάνοντας στὴν ἀγκαλιά σου τὸ μικρὸ παιδί, ἢ πιάνοντας τὸ χέρι τοῦ μεγάλου, μὲ τὴν δοσμένη στὸ Χριστὸ ἔντονη καὶ θερμὴ προσευχή σου, μετάγγιζέ τους χάρη Θεοῦ. Τὸ ἴδιο δὲν κάνει καὶ ὁ ἱερεὺς σὲ κάθε μυστήριο;

Γιὰ νὰ ἔλθει ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βάζει αἰσθητὰ τὸ χέρι του στὸ κεφάλι τοῦ ἐξομολογουμένου, τοῦ χειροτονουμένου, τοῦ νυμφευομένου, τοῦ βαπτιζομένου κ.λ.π.
Εἶναι μυστικὴ δύναμις ἡ προσευχή, ποὺ μεταδίδεται μυστικὰ στὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου.

http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Έρευνα: Σχεδόν τα μισά παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 2000 ζουν μόνο με τον έναν γονέα




Τέσσερα στα δέκα παιδιά που γεννήθηκαν το έτος 2000 δεν ζουν και με τους δύο γονείς από την ηλικία των 11 ετών.

Και οι σύγχρονοι νέοι είναι τέσσερις φορές πιο πιθανό, από εκείνους που γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1960, να αντιμετωπίσουν μια οικογενειακή κατάρρευση, αποκαλύπτει η μελέτη.

Οι ερευνητές κατηγορούν για την εξάπλωση της διάλυσης της οικογένειας την ευκολία του διαζυγίου και την έλλειψη ντροπής που αισθάνονται τα ζευγάρια που χωρίζουν.

Λένε ότι τα παιδιά των οποίων η μητέρα και ο πατέρας έχουν χωρίσει ήταν πολύ πιο πιθανό να έχουν προβλήματα συμπεριφοράς.

Η έρευνα από το Millennium Cohort σε περισσότερα από 13.000 παιδιά που γεννήθηκαν γύρω από το έτος 2000 έδειξε ότι οι άγαμοι γονείς ευθύνονται για τις περισσότερες περιπτώσεις διάλυσης της οικογένειας.

Στην ηλικία των 11, το 92 τοις εκατό των παιδιών που γεννήθηκαν από παντρεμένα ζευγάρια εξακολουθούν να ζουν με τη μητέρα και τον πατέρα τους.

Για εκείνα που έχουν γονείς που συζούν, το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 55 τοις εκατό. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων από ακαδημαϊκούς από το Institute of Education, αναφέρει: «Σχεδόν τέσσερα στα δέκα παιδιά που γεννήθηκαν στο γύρισμα του αιώνα, έζησαν τουλάχιστον μία αλλαγή στην κατάσταση της σχέσης των γονιών τους στα πρώτα τους 11 χρόνια – όταν το 1969 το ποσοστό ήταν ένα στα δέκα».

Για πολλούς νέους, η αγωνία του να δουν τη μητέρα και τον πατέρα τους να χωρίζουν δεν είναι απλά ένα ενδεχόμενο. Η μελέτη λέει ότι ένα στα επτά είχαν περάσει περισσότερους από έναν χωρισμό της οικογένειας.




Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία των αυξανόμενων επιπέδων διάλυσης της οικογένειας έρχονται σε μια στιγμή μεγαλύτερης ανησυχίας για την κατάρρευση του γάμου και τις επιπτώσεις της στα παιδιά.

Πρόσφατες μελέτες έχουν υπογραμμίσει την πιθανότητα τα ζευγάρια που παντρεύονται να εκπαιδευτούν και να έχουν καλές θέσεις εργασίας. Όσοι συγκατοικούν (χωρίς γάμο) είναι πιο πιθανό να είναι φτωχοί, άνεργοι και να διαθέτουν λίγα προσόντα.

Η Δρ Roxanne Connelly, επικεφαλής συγγραφέας της έκθεσης, είπε ότι τώρα υπάρχει λιγότερο στίγμα να περιβάλλει το διαζύγιο, που σημαίνει ότι τα ζευγάρια που υποφέρουν από προβλήματα στη σχέση τους είναι πιο πιθανό να χωρίσουν.

«Κάποιοι από αυτούς τους γονείς μπορεί να έχουν ήδη μείνει μαζί, ενώ ζουν στην μιζέρια», πρόσθεσε.

«Αλλά πολλοί μπορεί να είχαν εργαστεί σκληρότερα για (να σώσουν) τους γάμους τους, αντί να τα παρατάνε πιο εύκολα, αν υπήρχε περισσότερο στίγμα».

«Ένα πράγμα που έχει αλλάξει δραματικά τον περασμένο αιώνα, είναι ο αριθμός των παιδιών που τώρα ζουν σε οικογένειες όπου οι γονείς τους έχουν χωρίσει, ή που ζουν σε μεικτές οικογένειες.

«Η διάλυση της οικογένειας έχει μια δραματική επίδραση στην ευημερία των παιδιών.

«Δεν μπορούμε να αναγκάσουμε τις οικογένειες να μείνουν μαζί, αλλά πρέπει να γίνουν περισσότερα για την υποστήριξη και την εκπαίδευση των γονέων που βρίσκονται στη διαδικασία του διαζυγίου μέσω των σχολείων ή των πόρων για τους γονείς. Επίσης, δίνοντας στους γονείς μεγαλύτερη χρηματοδοτική στήριξη σημαίνει ότι λιγότεροι θα οδηγηθούν σε διάλυση της οικογένειας από τις πιέσεις της φτώχειας».



Η έκθεση κάνει σύγκριση της κατάστασης των οικογενειών σήμερα με εκείνην του  1969, όταν είχε γίνει μια παρόμοια μελέτη μεγάλης κλίμακας.

Αυτό ήταν το έτος κατά το οποίο εισήλθαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις με την εισαγωγή του «γρήγορου» διαζυγίου. Από τότε, οι διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν αφαιρέσει τα φορολογικά κίνητρα για εκείνα τα ζευγάρια που θέλουν να παντρευτούν.

Ο Harry Benson του think tank ‘Marriage Foundation’, που ιδρύθηκε από τον δικαστή οικογενειακού δικαίου Sir Paul Coleridge, που παροτρύνει τα ζευγάρια να παντρευτούν, είπε: «Το μήνυμα από τη μελέτη αυτή θα πρέπει να είναι προφανές.

«Αν δεν προτρέπουμε τους γονείς να παντρευτούν, αυξάνουμε τους κινδύνους για τα παιδιά τους».

http://redskywarning.blogspot.gr/2014/11/2000.html


Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Η εκδίωξη ενός δαίμονα ο οποίος τριγυρνούσε μέσα σε ένα δοχείο με γάλα.




Η εκδίωξη ενός δαίμονα ο οποίος τριγυρνούσε μέσα σε ένα δοχείο με γάλα.

Μια μέρα, ένας νέος ονόματι Columban, εγγονός του Brian, πήγε βιαστικός και σταμάτησε στην πόρτα του μικρού κελιού μέσα στο οποίο ο άγιος Columba έγραφε.

Ο ίδιος νέος,  καθώς γυρνούσε  σπίτι αφού είχε αρμέξει τις αγελάδες και κουβαλούσε στην πλάτη του ένα δοχείο γεμάτο  φρέσκο γάλα, ζήτησε από τον άγιο να ευλογήσει το φορτίο του όπως έκανε συνήθως. Έπειτα ο άγιος, ενώ βρισκόταν σε μια απόσταση μακριά και μπροστά του, σήκωσε το χέρι του και σχημάτισε στον αέρα το σημείο του σταυρού και το φορτίο με το γάλα ταράχτηκε. Το καπάκι του δοχείου άνοιξε και το περισσότερο γάλα χύθηκε κάτω.    

Έπειτα, ο νέος άντρας άφησε κάτω το δοχείο  με το λίγο γάλα που είχε μείνει στον πάτο και γονάτισε προσευχόμενος. Ο άγιος του είπε: «Σήκω επάνω  Columban, γιατί φέρθηκες με αμέλεια στην δουλειά σου σήμερα και δεν εκδίωξες τον δαίμονα που βρισκόταν στον πάτο του άδειου δοχείου με το να κάνεις σε αυτό το σημείο του σταυρού του Κυρίου μας πριν να χύσεις το γάλα μέσα σε αυτό; Και τώρα, καθώς βλέπεις, ο δαίμονας χωρίς να μπορεί να αντέξει τη δύναμη του σημείου του σταυρού, έφυγε τρομοκρατημένος ταράζοντας ολόκληρο το δοχείο και έχυσε το γάλα. Φέρε το δοχείο, ποιο κοντά σε εμένα ώστε να το ευλογήσω.»  Αφού έγινε αυτό, το μισογεμάτο δοχείο, το οποίο ευλόγησε ο άγιος, βρέθηκε την ίδια στιγμή γεμάτο μέσω θείας επέμβασης. Και η μικρή ποσότητα που είχε μείνει πριν στον πάτο αυξήθηκε αμέσως υπό την ευλογία του αγίου χεριού του και γέμισε ως το χείλος.

Αγγλικό κείμενο http://www.fordham.edu/halsall/basis/columba-e.asp
Μετάφραση orthodoxy-rainbow      







Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο;

Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο;


Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση.

Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονο­μήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά.

"Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα", ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πε­θάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοι­άζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ' αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός πα­ραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στε­φάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.

Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθά­νεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πε­θαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τί­ποτα με τη μετάνοια. Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλ­λιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.

Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συ­νοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναί­κα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγε­μόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εί­ναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.
Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιο­θαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: "Πού είναι εκεί­νος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και πε­ρήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού εί­ναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέ­σεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέ­γινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια.

Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κα­κά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγι­ναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύση­ξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνε­ται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μα­νίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα πε­ρισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ πε­ρισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώ­σουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια πο­σά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κεί­νους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβε­ρό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοι­μάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

http://www.agioritikovima.gr

Δεκέμβρης ήρθε… Χριστός ΄γεννήθη

dec

Έφτασε κι ο τελευταίος μήνας του χρόνου, ο Δεκέμβριος. Ο μήνας που ονομάζεται και γιορτινός, μια και στις 31 μέρες του πολλοί άγιοι γιορτάζουν αλλά και όλη η ατμόσφαιρα είναι γιορταστική, καθώς περιμένουμε τη μεγάλη και χαρούμενη γιορτή των Χριστουγέννων. Όλος ο μήνας, στην Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις χριστιανικές χώρες, μας θυμίζει τον ερχομό των γιορταστικών ημερών, καθώς όλα είναι στολισμένα. Σε πολλούς ναούς γίνεται καθημερινά Θεία Λειτουργία, και τις σαράντα μέρες της πνευματικής προετοιμασίας μας για τη γιορτή· είναι το «Σαρανταλείτουργο».
Από τα αρχαία χρόνια, τον μήνα αυτόν γίνονταν διάφορες γιορτές στην ειδωλολατρική Ελλάδα αλλά και, αργότερα, στη Ρώμη. Αυτές ήταν συνδυασμένες με το χειμερινό ηλιοστάσιο. Τι είναι αυτό; Έχετε παρατηρήσει ότι η διάρκεια της μέρας δεν είναι σταθερή όλη τη διάρκεια του έτους. Το καλοκαίρι έχει μεγαλύτερη διάρκεια, ενώ τον χειμώνα η διάρκειά της είναι μικρή σε σχέση με τις ώρες της νύχτας. Η μεγαλύτερη νύχτα είναι στις 21 Δεκεμβρίου. Αυτή η μέρα είναι το χειμερινό ηλιοστάσιο· από τώρα και μετά, και για τους επόμενους έξι μήνες, η διάρκεια της μέρας θα μεγαλώνει και της νύχτας θα μικραίνει. Αυτή την πορεία και τη «νίκη» του φωτός έναντι του σκότους, τιμούσαν οι ειδωλολάτρες, που τιμούσαν τον Ήλιο ως θεό. Οι σημαντικότερες εκδηλώσεις προς τιμή του γίνονταν στις 25 Δεκεμβρίου. Όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία μας, για να ξεχαστεί η ειδωλολατρική γιορτή, όρισε να γιορτάζεται η Γέννηση του «Νοητού Ηλίου», του Χριστού μας, τη μέρα αυτή. Πολύ γρήγορα επικράτησε η θέση αυτή τη Εκκλησίας. Ωστόσο, κάποιες δοξασίες παραμένουν στα έθιμα και στην παράδοση μέχρι σήμερα.

december_mesa

Ο μήνας αυτός ήταν δέκατος και τελευταίος στη σειρά στο δεκάμηνο ρωμαϊκό ημερολόγιο. Από τη θέση του προκύπτει και η ονομασία του (decem = δέκα), η οποία παρέμεινε όταν ο μήνας έμεινε στο τέλος, αφού καθιερώθηκε το ημερολόγιο των δώδεκα μηνών.

glypto_mesa

Ο Δεκέμβρης θεωρείται ο πρώτος μήνας του χειμώνα. Από την αρχή του μήνα πιάνουν τα κρύα. Παλιότερα χρειάζονταν ξύλα, που ήταν και το μοναδικό μέσο, που με την καύση του μπορούσε να ζεστάνει – σχετικό το γλυπτό της εικόνας, που παριστάνει αγρότη να κόβει ξύλα. Είναι γνωστή η φράση του λαού που συνδυάζει τα κρύα με τις γιορτές των αγίων της 4ης, 5ης και 6ης Δεκεμβρίου: «Η αγια-Βαρβάρα βαρβαρώνει (κάνει βάρβαρο-δυνατό το κρύο), ο αϊ-Σάββας σαββανώνει κι ο αϊ-Νικόλας παραχώνει (μας θάβει κάτω από τα χιόνια)». Οι χωρικοί λένε: «Τα Νικολοβάρβαρα κάνει νερά και χιόνια» κι οι ναυτικοί, που έχουν προστάτη τους τον άγιο Νικόλαο: «Τ΄ αϊ-Νικολοβάρβαρα, κατεβασιές και χιόνια, μπουράσκες και τελώνια».

Στίχοι και παροιμίες για τον Δεκέμβριο μας βάζουν να σκεφθούμε τα κρύα του:

Αγια-Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας αποκρίθη: «Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στον μύλο, γιατί ο Αϊ-Νικόλας έρχεται με χιόνια φορτωμένος».

Αν πρωιμίσει η μυγδαλιά κι ανθίσει τον Δεκέμβρη,
βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε νά ‘ρθει να μας εύρει.

Δεκέμβρη μου, με πάγωσες και πώς να ξεπαγώσω;
Μήνα μου σαρακοστιανέ καλέ, Χριστουγεννιάτη!

Δεκέμβρης και δεν έσπειρες, λίγο σιτάρι θα ’χεις.

Δεκέμβρης μας επλάκωσε, το κρύο μας φαρμάκωσε.

Το τραγούδι με τον τρύγο, τον Δεκέμβρη παραμύθι.

Βέβαια, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η μεγάλη γιορτή και η προετοιμασία για τα Χριστούγεννα είναι αυτή που κυριαρχεί. Ωστόσο κι άλλοι γνωστοί άγιοι γιορτάζουν αυτόν τον μήνα. Μεταξύ αυτών και ο όσιος Πορφύριος, ένας νεοφανής άγιος, που έζησε στις μέρες μας. Ακόμη γιορτάζει ο άγιος Ελευθέριος, η αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, η αγία Ευγενία, ο άγιος πρωτομάρτυρας Στέφανος. Κάποιους από τους Αγίους που τιμούμε τον Δεκέμβριο, μπορείς να τους δεις παρακάτω.

Saints_December

Αφού έμαθες αρκετά για τον μήνα αυτόν, μπορείς να προσπαθήσεις να φτιάξεις ένα παζλ με τον πίνακα του   Νικηφόρου Λύτρα,  «Τα κάλαντα» (κλικ στο όνομα).

 http://www.pentapostagma.gr