Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

«Μοναχά ο Oρθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά, κι από την ψυχή του περνάνε αγιασμένα αισθήματα..»

 


Αγιασμένες μέρες – Φώτης Κόντογλου

Την πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση που νοιώθει ο χριστιανός από τα Χριστούγεννα, δεν μπορεί να τη νοιώσει, με κανέναν τρόπο, όποιος τα γιορτάζει μοναχά σαν μια συγκινητική συνήθεια, που είναι δεμένη περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου, με τον χειμώνα, με τα χιόνια, με το ζεστό τζάκι.

Μοναχά ο ορθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά, κι από την ψυχή του περνάνε αγιασμένα αισθήματα, και τη ζεσταίνουνε με κάποια θέρμη παράδοξη, που έρχεται από έναν άλλο κόσμο, τη θέρμη του Αγίου Πνεύματος, κατά τον αναβαθμό που λέγει: «Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται, και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη τριαδική μονάδι, ιεροκρυφίως».

Ψυχή και σώμα γιορτάζουν μαζί, ευφραίνουνται με τη θεία ευφροσύνη, που δεν την απογεύεται όποιος βρίσκεται μακριά από τον Χριστό. Ενώ η καρδιά του χριστιανού, αυτές τις αγιασμένες μέρες, είναι γεμάτη από την ευωδία της υμνωδίας, γεμάτη από μια γλυκύτατη πνευματική φωτοχυσία, που σκεπάζει όλη την κτίση, τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάθε βράχο, το κάθε δέντρο, την κάθε πέτρα, το κάθε πλάσμα. Όλα είναι αγιασμένα, όλα γιορτάζουνε, όλα ψέλνουνε, όλα ευφραίνονται, όλη η φύση είναι «ως ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού». Κανείς δεν νοιώθει στην καρδιά του τέτοια χαρά, παρά μονάχα εκείνος που αγαπά τον Θεό και που ζει τις μέρες της ζωής του μαζί με τον Θεό, γιατί κανένας άλλος από τον Θεό δεν μπορεί να δώσει τέτοια χαρά, τέτοια ειρήνη, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο: «Τη δική μου την ειρήνη σας δίνω, δεν σας δίνω εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος».

Η χαρά του Χριστού κ’ η ειρήνη είναι αλλιώτικη από τη χαρά κι από την ειρήνη τούτου του κόσμου. Για τούτο ο άνθρωπος που χαίρεται να πηγαίνει στην εκκλησία, για να πιει απ’ αυτή την αθάνατη βρύση της αληθινής χαράς και της ειρήνης, λέγει μαζί με τον Δαβίδ: «Εξαπόστειλον, Κύριε, το φως σου και την αλήθειάν σου· αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου και εις τα σκηνώματά σου· και εισελεύσομαι προς το θυσιαστήριον του Θεού, προς τον Θεόν τον ευφραίνοντα την νεότητά μου».

Ας γιορτάσουμε λοιπόν κ’ εμείς, αδελφοί μου, τη Γέννηση του Χριστού «εν πνεύματι και αληθεία, εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς», και τότε και τ’ άλλα «προστεθήσεται ημίν», θα μας δοθούνε, ήγουν η χαρά του σπιτιού, της οικογένειας, της φύσης, της συναναστροφής, της αγνής διασκέδασης, γιατί όλα θα τα γλυκαίνει η αγάπη του Χριστού, και θα τα ζεσταίνει η θέρμη Εκείνου που είναι ο ζωοδότης.

Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει, στον Λόγο του για την Ταπεινοφροσύνη, τα παρακάτω εξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί μου, και να λαλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης, κ’ είμαι γεμάτος φόβο, σαν εκείνον τον άνθρωπο που ξέρει πως θα μιλήσει για τον Θεό. Γιατί η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητας. Γιατί ο Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος, αυτή ντύθηκε, κ’ ήρθε σε συνάφεια μαζί μας μ’ αυτή, παίρνοντας σώμα σαν το δικό μας. Κι όποιος τη ντύθηκε, αληθινά έγινε όμοιος μ’ Εκείνον, που κατέβηκε από το ύψος Του, και που σκέπασε την αρετή της μεγαλωσύνης Του και τη δόξα Του με την ταπεινοφροσύνη. Κι αυτό έγινε για να μην κατακαεί η κτίση από τη θωριά Του. Γιατί η κτίση δεν μπορούσε να τον κοιτάξει , αν δεν έπαιρνε ένα μέρος απ’ αυτή (το σώμα), κ’ έτσι μίλησε μ’ αυτή. Σκέπασε τη μεγαλωσύνη Του με τη σάρκα, και μ’ αυτή ήρθε σε συνάφεια μαζί μας, με το σώμα που επήρε από την Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία. Ώστε, βλέποντάς τον εμείς πως είναι από το γένος μας και πως μας μιλά σαν άνθρωπος, να μην τρομάξουμε από τη θωριά Του. Γι’ αυτό, όποιος φορέσει τη στολή που φόρεσε ο Κτίστης (δηλαδή την ταπεινοφροσύνη), τον ίδιον τον Χριστό ντύθηκε».

Η φάτνη είναι η ταπεινή καρδιά, που μοναχά σ’ αυτή πηγαίνει και γεννιέται ο Χριστός.

Η Εκκλησία μας φωτοβολά μέσα στο χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τη Γέννηση του Κυρίου. Από μέσα της ακούγεται μια υπερκόσμια υμνωδία, σαν εκείνη που ψέλνανε οι άγγελοι τη νύχτα που γεννήθηκε ο Κύριος, «ήχος καθαρός εορταζόντων».  […]

(από το βιβλίο του «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»)


Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Όπως έψελνα το ''Χριστός γεννάται, δοξάσατε’’ήλθαν όλα αυτά τα πουλιά και έψελναν και αυτά!(Όσιος Ιάκωβος)

 



Κάποια Χριστούγεννα ο Μητροπολίτης Μόρφου, όταν ήταν φοιτητής, πήγε στη μονή του Οσίου Δαβίδ. Μετά την αγρυπνία των Χριστουγέννων, αφού ξεκουράστηκαν λίγο, αποφάσισαν μαζί με ένα φίλο του να περπατήσουν προς την περιοχή Αγιονέρι, όπου υπήρχαν πολλά πλατάνια και ποταμός που έτρεχε. Καθώς περπατούσαν προς το Αγιονέρι, ακούνε κάποιον να ψάλλει πολύ γλυκά:
  «Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε· Χριστός επί γης, υψώθητε· άσατε τω Κυρίω πάσα η γη και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε, λαοί, ότι δεδόξασται».
  Πλησιάζουν προς το μέρος από όπου ερχόταν η ψαλμωδία και βλέπουν τον Γέροντα Ιάκωβο γονατιστό μέσα στην κουφάλα ενός πλατάνου να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα, άδοντας και ψάλλοντας την καταβασία αυτή των Χριστουγέννων. Το πλέον όμως θαυμαστό που είδαν ήταν ότι τα πουλιά του δάσους μαζεύτηκαν και πετούσαν πάνω από το πλατάνι που βρισκόταν, και όλα τα άλλα μαζεύτηκαν στα γύρω πλατάνια, που νόμιζες ότι τα πλατάνια είχαν φύλλα, αφού ως φυλλοβόλα εκείνη την εποχή είχαν ρίξει τα φύλλα τους.
Βλέποντάς τους, ο Γέροντας σταμάτησε να ψέλνει και τα πουλιά έφυγαν με την παρουσία των «ξένων». Σηκώθηκε ο άνθρωπος του Θεού και τους λέει:
«Να, καλά μου παιδιά! Ήταν τόση η χαρά μου από τη γέννηση του Χριστού, που δεν άντεχα να την έχω μόνος μου και είπα: 
‘‘Δεν πηγαίνεις, χαζέ Ιάκωβε, μέσα στο δάσος να ψέλνεις Χριστός γεννάται, δοξάσατε’’; Και, όπως έψελνα, ήλθαν όλα αυτά τα πουλιά και έψελναν και αυτά»!





ΜΥΣΤΗΡΙΟN ΚΡΑΥΓΗΣ

Απόσπασμα από Ομιλία του γέροντος της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Νάξου, Αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου. Χριστούγεννα 2021

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Πρωτοχρονιά στη Σιβηρία, στο εκκλησάκι του π. Ιωνά-Φώτης Κόντογλου




Προχτές πήγα να δώ τον μπάρμπα - Ηρακλή Γιαβάσογλου, που τον λένε Γιαβάς-Θαλασσινόν από το κοσμογύρισμα που έκανε σ’ όλη τη ζωή του. Καθότανε στη φωτιά, γιατί έκανε ψύχρα και πυρωνότανε.
Φορούσε ένα καλπάκι από αστραχάν, κι είχε τρυπωμένα τόνα χέρι του μέσα στο μανίκι τα’ αλλουνού. Μου φάνηκε πως βρισκόμουνα στην καλύβα κανενός Γιακούτου, στις χιονισμένες χώρες, μέσα στην Ασία. Ο μπάρμπα-Ηρακλής είναι πολύ γέρος, ως ενενηνταπέντε χρονών, μα βαστά καλά, γέρος-αγέραστος.
Άμα τον είδα ντυμένον έτσι, χαμογέλασα. Κι εκείνος μου λέγει: «Ένα μπαίγνιο είναι ο άνθρωπος. Τώρα που γέρασα κρυώνω με τούτη την τιποτένια ψύχρα. Κείνον τον καιρό που ταξιδεύαμε στα παγωμένα μέρη με τις καζάκες (έλκυθρα), το κορμί μας άναβε, κι ας κρεπάρανε οι πέτρες από το τάντανο»
Του λέγω: «Δε μου λές καμιά ιστορία, μπάρμπα-Ηρακλή, από κείνα τα μέρη;».
«Μετά χαράς να σου πώ», μου λέγει. «Σε τούτον τον μάταιον τον ντουνιά, ούλα γίνουνται ιστορίες και περνούνε. Μα σήμερα θα σου πώ μιαν ιστορία καλή, και τη θυμήθηκα λίγο πρίν νάρθεις, την ώρα που άναψα τη φωτιά και μυρίσανε τα ξύλα. Με τη μυρουδιά και με τα’ αστραχάν που φόρεσα στο κεφάλι μου, ήρθανε στο νού μου καθαρά, σαν νάτανε προχτές, κάτι πράματα ξεχασμένα, πρίν από τον Ρωσο-Γιαπωνέζικον πόλεμο. Κείνη τη χρονιά βρέθηκα… Για πες που βρέθηκα;… Στη Σιβηρία!».
Εγώ, σαν άκουσα «Σιβηρία», ενθουσιάστηκα, και τον αγκάλιασα τον μπάρμπα-Ηρακλή, που χαμογελούσε και με κοίταζε καλοκάγαθα. Με όλο που ήξερα πως είχε ταξιδέψει σ’ όλη την υδρόγειο σφαίρα, μ’ όλα ταύτα δεν περίμενα νάχε πάγει και στη Σιβηρία.
Πήγα δυό φορές στη Σιβηρία, μούπε, κι έχω να σου πω πολλές ιστορίες. Ήτανε κι άλλοι Ρωμιοί πηγαιμένοι σε κείνα τα μέρη. Σήμερα θα σου πώ την πιο καλή ιστορία, και μπορείς να τη γράψεις στη φημερίδα, οι μέρες πούναι. Το λοιπόν, σαν τέτοιες χρονιάρες μέρες , Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, βρέθηκα, όχι μονάχα στη Σιβηρία, αλλά πέρασα και στο νησί που το λένε Σαχαλίνα. Γι αυτό σου λέγω πως η σημερινή ιστορία είναι σπουδαία από τις σπουδαίες. Στη Σαχαλίνα δεν μπορούσε να πάγει όποιος κι όποιος, γιατί εκεί πέρα βρισκότανε οι φυλακές που στέλνανε τους βαρυποινίτες απ’ ούλη τη Ρουσία. Το λοιπόν, σ’ αυτό το μέρος έκανα Χριστούγεννα και τα’ αγιού Βασιλείου, κι έκλαψα, γιατί πήγα και λειτουργήθηκα σε εκκλησία! Και τι εκκλησία: Ορθόδοξη σαν τις δικές μας, με παπάδες σαν τους δικούς μας, με εικονίσματα, με ψαλμωδίες σαν τις δικές μας. Το «Πάτερ ημών», το «Κύριε ελέησον», κι άλλα γράμματα, τα λέγανε ελληνικα. Που; Εκεί που θαρρεί κανένας πως βρίσκεται στον άλλον κόσμο.
Μπόρεσα και πήγα στη Σαχαλίνα, γιατί ήμουνα τότες μαζί μ’ έναν Ρούσο μηχανικό Αντρώποφ, που είχε άδεια να πάγει να κάνει εξέταση για πετρέλαια. Γιατί αυτό το καταραμένο νησί τι δεν βγάζει: Κάρβουνο, πετρέλαιο, χρυσάφι, σίδερο, ψάρια, γούνες, φώκες, φάλαινες…    Μ΄ όλο που είναι πολύ μεγάλο, δεν έχει καμιά πολιτεία απάνω του, εξόν από πεντέξι μαζέματα καλύβες, το Ντουέκ, τα’ Αλεξαντρόβσκ, το Ονόρ, κι ένα-δύο άλλα. Σ’ αυτά τα μέρη βγάζανε πετροκάρβουνο. Δουλεύανε Ρούσοι, Τάταροι, Αρμένηδες, Έλληνες και Τούρκοι, ούλοι ύποπτοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Το νησί αυτό το λέγανε καταραμένο από τις φυλακές, από τα κάτεργα, που τα λέγανε κι οι Ρούσοι Κάτοργκα. Το τι είδανε τα μάτια μου, όσον καιρό κάθισα σ’ αυτόν τον τόπο, και τι σκληρά πράγματα άκουσα να λένε για τους καταδίκους, θα σου τα πώ άλλη φορά. Υπήρχανε κάτεργα σε δυό-τρία μέρη, όλα στο ίδιο σχέδιο, τα γραφεία, η εκκλησία, η καζάρμα, δυό-τρία μικρομάγαζα, κι οι φυλακές, κάτι μπουντρούμια, που καλύτερα να πεθαίνει κανένας στην καρμανιόλα, παρά νάναι ζωντανός εκεί μέσα.
Εξόν απ’ αυτά που είπα, εκείνο τα’ απέραντο νησί ήτανε έρημο. Από τη μεγάλη στεριά της Ταταρίας το χωρίζει ένα μπουγάζι, που έχει φάρδος από 12 έως 50 μίλια. Τον χειμώνα παγώνει αυτό το μπουγάζι, και περνάνε από την Ταταρία κρυφά Τάταροι, Μογγόλοι και άλλοι. Περνάνε από τη στεριά και αγρίμια. Περνούσανε από το νησί στη στεριά και κατσάκηδες (δραπέτες), που καταφέρνανε να φύγουνε από τα κάτεργα και γυρίζανε μέσα στα χιόνια οι δυστυχισμένοι, χωρίς θροφή, χωρίς τίποτα. Οι περισσότεροι πεθαίνανε.
Εγώ με τον μηχανικό είχαμε ξεμπαρκάρει στη Σαχαλίνα μπαίνοντας ο Δεκέμβριος. Επειδή ήμουνα ορθόδοξος, με περιποιόντανε  πολύ όπου πήγαινα γιατί, μ’ όλο που οι πιο πολλοί ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού, είχανε μεγάλο σέβας για τη θρησκεία. Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μοτνάρ, απάνω στην ακροθαλασσιά που κοιτάζει στο τατάρικο μπουγάζι. Εκεί πέρα βρήκα κι ακόμα ένα Ρωμιό από τα μέρη της Μακεδονίας, που είχε δυό-τρία χρόνια σ’ αυτό το μέρος και πήγαμε μαζί και προσκυνήσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κανωμένη με ξύλα, αλλά στο σχέδιο ήτανε απαράλλαχτη με τις δικές μας, με κουμπέ και με καμπαναριό, με τέμπλο, με μανάλια, με όλα τα καθέκαστα σαν τις δικές μας εκκλησιές. Την είχανε στολισμένη για τα Χριστούγεννα, «Ροζντεστβό Χριστόβο». Η σκεπή της ήτανε φορτωμένη από χιόνι. Τα καλύβια τα μισά χωμένα στο χιόνι. Χιόνι! Χιόνι! Χιόνι!
Τη νύχτα, εκεί που κοιμώμουνα, με ξύπνησε η καμπάνα. Νόμισα πως ονειρεύουμαι, ν’ ακούγω καμπάνα της εκκλησιάς μας, ύστερα από χρόνια που είχα ζήσει μέσα στις ερημιές, χωρίς καλά-καλά να βλέπω άνθρωπο. Σηκώθηκα κι έκανα τον σταυρό μου, ντύθηκα και τράβηξα κατά την εκκλησία. Τη βλέπω από μακριά και φεγγοβολούσε από τα πολυέλαια, κι από τις λαμπάδες, κι οι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στο χιόνι με φανάρια στα χέρια, και πηγαίνανε κατά την εκκλησιά από τα καλύβια τους. Δάκρυσα! Τι είναι η θρησκεία για τον άνθρωπο!
Μπήκα μέσα, άναψα ένα κερί κι ανεσπάσθηκα την εικόνα του άγιου Παντελεήμονα. Ύστερα πήγα και στάθηκα σ’ ένα στασίδι. Ο παπάς ήτανε ως σαράντα χρονών με ξανθά ανάρηα γένεια, με τ’ απανωκαλύμαυκο, με το φελόνι, με το πετραχήλι, με το θυμιατό στα χέρια. Πέρασε από κοντά μου και με θύμιασε., εγώ έσκυψα, έσκυψε και εκείνος. Έλεγα πως βρισκόμουνα στ’ Άγιον Όρος. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήτανε γονατιστοί, με το κεφάλι σκυμμένο στη γή. Διάφορες φυσιογνωμίες, λογιών-λογιών ράτσες, Ρούσοι στρατιώτες, Τάταροι, Μογγόλοι, Οροχόνοι, Γκόλντοι, Κοζάκοι. Είδα και κάτι ανθρώπους αλλοιώτικους. Ήτανε κοντόσωμοι και με μικρά ποδάρια, τριχωτοί σαν ουραγκουτάγκοι. Τα πρόσωπά τους δεν φαινόντανε από τα μαλλιά, από τα μουστάκια κι από τα γένεια. Στεκόντανε συμμαζεμένοι σαν φοβισμένοι, ήσυχοι, ταπεινοί. Μου είπανε πως τους λέγανε Άϊνος, και πως ήτανε ντόπιοι της Σαχαλίνας, οι πιο αθώοι άνθρωποι που έπλασε ο Θεός. Είναι μια φυλή με τους Γιαπωνέζους, μονάχα πως οι Άϊνος βρίσκουνται σε άγρια κατάσταση. Υστερώτερα έκανα γνωριμία με κάμποσους τέτοιους, ταξίδεψα και μαζί τους. Οι περισσότεροι είναι ψαράδες και κυνηγοί, κι εξόν από τη Σαχαλίνα, βρίσκουνται κι απάνω στα νησιά που είναι βορεινά από τη Γιαπωνία.
Σαν απόλυσε η εκκλησία και πήρα αντίδωρο, δεν ήθελα να φύγω, τόσο με τραβούσε η εκκλησιά. Καταλάβαινα σαν να βρισκόμουνα στον τόπο μου με τους δικούς μου. Επειδής ήμουνα νεοφερμένος, ήρθανε κοντά μου κάμποσοι ντόπιοι και με ρωτούσανε από τι έθνος είμαι, από πού ήρθα και για ποια δουλειά. Φχαριστηθήκανε πολύ που ήμουνα Έλληνας, «Γκρέκ όρτοντόξ», και με καλέσανε να πάγω στα σπίτια τους. Κι οι στρατιώτες ακόμα, που ήτανε άγριοι και απότομοι, κι αυτοί μου μιλούσανε γελαστοί. Κατά βάθος, όλοι ήτανε καλοί άνθρωποι.
Τους είπα πως θα φεύγαμε την άλλη μέρα για τα βορεινά της Σαχαλίνας, για τη δουλειά μας. Μούπανε, πως εκεί που θα πάγω, βρίσκεται ένας άγιος άνθρωπος, ένας καλόγερος, «μονάχα», λεγόμενος πάτερ Ιωνάς, που ζεί σ’ εκείνην την έρημο πολλά χρόνια, και πως δεν τρώγει τίποτα, και πως σ’ αυτόν πηγαίνουνε όσοι νησιώτες θέλουνε να ξομολογηθούνε, για να τους βλογήσει να μη πάθουνε κακό στη θάλασσα και στη στερηά, καθώς και όσοι κατάδικοι τύχει να δραπετέψουνε από τα κάτεργα, σ’ αυτόν καταφεύγουνε να τους προστατέψει από τους στρατιώτες, επειδής οι στρατιώτες κι οι άνθρωποι του τσάρου φοβούνται να τον αγγίξουνε, γιατί όποιος τον αγγίξει ή του αντιμιλήσει, πεθαίνει. Και πως αυτός ο ασκητής είχε ένα καράβι, και μ’ αυτό κυκλόφερνε ένα γύρω στο νησί, και γλύτωνε όσους κατσάκηδες (δραπέτες) εύρισκε να κινδυνεύουνε να πνιγούνε μέσα σ’ εκείνες τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, επειδή φεύγανε με παλιόβαρκες.
Την άλλη μέρα φύγαμε με τον κυρ-Αντρώποφ. Περπατήσαμε δύο μερόνυχτα καβάλλα στ’ άλογα, σε κάποια μέρη πιο έρημα απ’ όσα είχα ιδωμένα. Δεν συναπάντησαμε μηδέ έναν άνθρωπο, μηδέ μια καλύβα. Τίποτα! Τέλος φτάξαμε σ’ ένα μέρος, απ’ όπου είδαμε τη βορεινή θάλασσα που τη λένε Θάλασσα του Οκχότς, κι είδαμε τον βορεινόν κάβο της Σαχαλίνας, μια μύτη από άμμο, τον κάβο-Μαρία. Εκατομμύρια πουλιά πετούσανε απάνω από την ακροθαλασσιά, και μας ξεκουφαίνανε με τις φωνές τους. Σαν φτάξαμε κοντήτερα, είδαμε απάνω στην ακρογιαλιά έναν μεγάλο σταυρό στημένον απάνω σ’ έναν βράχο, και κανωμένον από δύο δέντρα σταυρωμένα. Πήγαμε κοντά και διαβάσαμε γραμμένα στα ρούσικα «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Απομείναμε αμίλητοι, κοιτάζοντας αυτόν τον σταυρό που στεκότανε μέσα σε κείνη την ερημιά. Βγάλαμε τα καλπάκια μας, κάναμε τον σταυρό μας και τον ανασπασθήκαμε με ευλάβεια.
Ακόμα θυμάμαι πως απομείναμε βουβοί κάμποση ώρα από τη μεγαλοπρέπεια που είχε εκείνη η άγρια τοποθεσία. Πέρα άπλωνε η βορεινή θάλασσα αφρισμένη, νερό ατελείωτο και έρημο. Αποπίσω μας ήτανε ένα πυκνό δάσος. Μπροστά μας φαινότανε ο κάβο-Μαρία, μια μύτη άμμο. Ο άμμος άπλωνε ολόγυρα στον κάβο, γιατί όπως φαίνεται, τον σκορπούσανε και τον στοιβιάζανε οι φοβεροί αγέρηδες που ερχόντανε από τον βόρειον ωκεανό, κι ήτανε αυτός ο άμμος κύματα-κύματα, σαν τη θάλασσα, και τόσο βαθύς, που βουλιάζαμε, εμείς και τα άλογα.
Σαν περάσαμε τον άμμο κι ανηφορίσαμε λίγο, είδαμε ένα παληό σπίτι κανωμένο από δέντρα, που υα είχανε μαυρισμένα η βροχή, το χιόνι κι ο αγέρας. Στη βορεινή μπάντα είχε έναν μικρόν πύργο μ’ έναν σταυρό στην κορφή του.
Πήγαμε κοντά στην πόρτα και χτυπήσαμε. Μα κανένας δεν ακούσθηκε από μέσα. Πιάσαμε και φωνάξαμε, και τότε φανερωθήκανε δυό-τρείς Άϊνος που καθότανε πίσω από το σπίτι, στ’ απάγκειο, για να φυλαχθούνε από τον αγέρα, και μας είπανε τσάτρα-πάτρα πως ο ασκητής έλειπε με το καράβι, και πως τον περιμένανε κι αυτοί να τους βλογήσει. Μας είπανε να περάσουμε μέσα στο σπίτι και να μείνουμε ως νάρθει ο καλόγερος, γιατί φχαριστιότανε πολύ όποτε εύρισκε ξένους στο σπίτι του, που ήτανε πάντα ανοιχτό.
Για να μην τα πολυλογούμε, καθήσαμε δυό μέρες στο σπίτι. Την Τρίτη μέρα τα χαράματα, μας ξυπνήσανε οι σκύλοι που είχανε οι Άϊνος. Σαν βγήκαμε έξω, είδαμε μια σκούνα που φουντάριζε και μάζευε τα πανιά της. Σε λίγο βγήκανε με τη βάρκα τρείς νοματαίοι, κι ερχόντανε κατά το σπίτι. Μπροστά πήγαινε ένας καλόγερος ψηλός κι αδύνατος σαν σκέλεθρο. Σαν πήγαμε κοντά του, σκέπασε τη σκούφια του με το επανωκαλύμαυκο, και μας βλόγησε. Τα γένεια του ήτανε ανάρηα κι άσπρα.
Μέσα στο σπίτι είχε μια εκκλησιά πολύ μικρή. Εκεί λειτουργηθήκαμε την Πρωτοχρονιά, γιατί ο πάτερ Ιωνάς ήτανε ιερομόναχος, «ότετς Γιονάς». Τι να σου πω κυρ-Φώτη, εσύ που αγαπάς τα θρησκευτικά! Τέτοια λειτουργία δε μπορώ να την παραστήσω! Ο πάτερ Ιωνάς έψελνε, κι ολοένα έλεγε «άγιος Βασίλιε», και θαρρούσες πως λειτουργούσε ο ίδιος ο άγιος Βασίλειος. Πού;  Στη Σαχαλίνα, στον κάβο-Μαρία! Όξω φυσομανούσε ο αγέρας με το χιόνι, κι ακουγότανε το βογγητό της θάλασσας. Μέσα είμαστε: εγώ, ο Αντρώποφ, ένας Μογγόλος που είχε τάλογα, κι οι τρείς Άϊνος. Τα κονίσματα, όπως μούπε ο καλόγερος, ήτανε αγιορείτικα. Ο ίδιος ο πάτερ Ιωνάς είχε κάνει στ’ Άγιον Όρος, στα Καρούλια, και μιλούσε τα ελληνικά. Είχε κι έναν γέροντα Γερόντιο απ’ τ’ Αϊβαλί, κι έλεγε πως ήτανε άγιος. Σαν γύρισε στη Ρουσία, πήγε σ’ ένα μοναστήρι κοντά στο Τόμσκ. Μα σαν έμαθε τι μεγάλη δυστυχία ήτανε στη Σαχαλίνα με τα Κάτοργκα, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του για να ανακουφίσει εκείνους τους δυστυχισμένους. Είχε 40 χρόνια στη Σαχαλίνα. Αυτός έκανε Χριστιανούς τους Άϊνος. Οι κακόμοιροι φιλούσανε τα χέρια μου και λέγανε χαρούμενοι δείχνοντας με «Ορτοντόξ! Ορτοντόξ!». Σ’ όλη τη λειτουργία έκλαιγα, εγώ που πέρασα του λιναριού τα πάθη χωρίς να δακρύσω.
Αναρτήθηκε από Περιοδικό ΕΝΔΟΝ

Πηγή 

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

THE NATIVITY OF CHRIST IN ORTHODOX JAPAN

“Christ is born; glorify Him! Christ comes from heaven; meet ye Him!” Orthodox hymns of the Nativity service were sung in Church Slavonic at the church in Hakodate, founded by the Russian Consulate and built in 1859.
The young Hieromonk Nicholas (Kasatkin), who was appointed rector of this church in place of an elderly priest, Fr. Vasily Makhov, came to Japan in the summer of 1861. In his new motherland the future missionary, following the chronology of events in the Gospel, first of all celebrated the Nativity of 1861/1862, and then, the Radiant Resurrection of Christ. Nativity church services were always particularly solemn in Japan, on a par with Paschal ones.

A Nativity service in Handa.
A Nativity service in Handa.


“After the Liturgy we served the Vespers, and after its dismissal prayer a lectern with the icon of the Nativity of Christ were placed in the middle before the ambo. We came to the middle, the choirs drew close together and sang the troparion of the feast and, ‘Today the Virgin gives birth to Him Who is above being’. At the Liturgy and then at the Vigil we used our translation in the Gospel reading for the first time. Henceforth we will always use this translation so that we can see it ourselves, hear the opinions of others, and correct what needs to be corrected,” wrote Bishop Nicholas on Christmas Eve at the cathedral of Tokyo on December 24, 1895/January 5, 1896.

On the following day the Nativity Liturgy was celebrated. “December 25, 1895/January 6, 1896 is the feast of Nativity of Christ,” writes St. Nicholas in his diary. “The Liturgy of St. Basil the Great began at 9:00. Arseny Ivasava delivered a good sermon on the peace that was brought to people by the Nativity of Christ. The choir sang well. Very many Christians gathered at the service. There were also many foreigners; they seem to have come only to listen to the chants, as they left before the sermon. After the service Fr. Paul Sato with a cross and both choirs glorified Christ in my office and sang in the lower classroom, because there was no room for them in my room where students, teachers and girls who don’t sing gathered at the same time… Having given out sweets to the choristers, I received greetings from Christian men and women, gave icons to the newly baptized (who had been baptized today before the Liturgy), distributed oranges and sweets among children of our clergy and those in minor orders… In the morning, before the Liturgy, I listened to hymns of praise: Dmitry Konstantinovich Lvovsky [choir director of Tokyo Cathedral—G.B.] with children came to greet us, and his three children chanted perfectly the troparion, ‘Thy Nativity, O Christ our God’ in two voices…”

The beauty of Nativity services at the Resurrection Cathedral of Tokyo attracted both the pagan Japanese and Christian Protestant missionaries.

“There were lots of Protestant female missionaries, most probably from America,” St. Nicholas of Japan recalled on December 24, 1896/January 5, 1897. “They waited till the very end and then besieged me upon leaving, so I had to explain them the meaning of the icon that we had venerated; next the ladies asked me to show them the baptistery, and I showed them our font for the baptism of adults and children and explained to them how we perform this Sacrament… The final words of the women missionaries’ escort were: ‘How wonderful your cathedral is!’”

Children’s Christmas show in Hakodate.
Children’s Christmas show in Hakodate.


On the feast of the coming of the Savior into the world all the faithful of the Japanese Orthodox Church were in a hurry to greet their archpastor. “Usual greetings of readers and subdeacons, choir members, Christians, the Sunday school, an orphanage. A tea party in the large room downstairs… There were several Russians—student Eliseyev, Mendrin, and the Todorovich family. From one o’clock there was a meeting of Sunday school students, the youth association, and other Christians in the large room upstairs. Distribution of presents to children; their speeches, singing and so on. All in all, we had a great time” (December 25, 1910/January 7, 1911).
The saintly Bishop Nicholas was always deeply touched by greetings from the youngest of the parishioners.

“The choir of little congratulators… filled the whole room: sixty kids of both sexes were festively dressed…

“‘Unfold your sheets,’ said their teacher. They did it but kept looking at me and the pictures on the walls, and not at the sheets.

“‘Now sing,’ the teacher commanded, and started himself. The kids joined in the singing and from memory, without looking at their sheets, sang the feast’s troparion so beautifully, harmoniously and melodiously that I was truly moved… I said to them from all my heart that ‘today angels must have glorified the Lord together with you’” (December 26, 1896/January 7, 1897).

Several years later the holy hierarch again mentioned the children’s Nativity greetings in his diary: “Children from the Sunday school sang so nicely that I was listening with great delight to their simple, soulful, and soft-voiced singing” (December 26, 1900/January 8, 1901).

On the feast of the Nativity, students of the Tokyo Theological Seminary would make performances based on episodes from the Gospel. The diaries of St. Nicholas of Japan contain the description of the very first such performance:

“Young people were giving their performance… It was a mystery play composed by one of our senior seminary students, Vasily Nobori, who explained to us its core: ‘Here is the Mediterranean (and he pointed at the part of the room designed for the scenes, after which all the children burst out laughing). Three persons will appear on the stage and they will personify three countries: Egypt, Greece and the Roman Empire at the time of the Birth of Christ…’ And indeed three persons came out: Cyril Mori with a band on his head, covered with something that resembled Egyptian hieroglyphs, and with a palm branch in his hand; Platon Tsukioka, draped in some odd flag of junky white linen with a large ‘Tokyo’ and other signs, with a garland of yellow flowers on his head and a flute in his hand; Nikolai Yosida with a huge bamboo in one hand (symbolizing a spear) and with something else in his other hand (symbolizing some still unexplored weapon), with a tin bucket on his head that represented a helmet, and in some impracticable soldier’s greatcoat. The first personified Egypt, the second—Greece, and the third—Rome; and then a modestly muffled figure came out, at first without being noticed, who represented the All-Holy Virgin Mary, accompanied by the figure of Joseph the Betrothed, portrayed by the bearded Paul Ogava—a catechist school student who borrowed someone’s cassock for that occasion. A small doll that represented the newly born Savior was placed on a dais in the corner next to the tree, and the modest figure (I don’t know which one of our students played the Virgin Mary) was seated beside it with St. Joseph behind. Egypt began his speech, full of disillusionment and despair; then Greece declaimed that the purpose of life was to enjoy your life…; and in conclusion Rome declared that the purpose of life was the conquest of all the peoples and of the whole world. It must be said that their speeches were very clever and pertinent—they expressed the character and worldview of the three peoples quite sharply and clearly. When they finished, the harmonious singing of ‘Glory to God in the highest’ started in the neighboring room; and shepherds, dressed in shirts, came out, one with a sheepskin on his back, and all bowed down before the Nativity of the Savior and spoke of the appearance of angels. This was followed by the star, by the Adoration of the Magi, clothed in some burnouses; ‘Joseph’ received a box of gifts from them and placed it at the ‘Virgin’s’ feet. At that moment, the three figures who represented the three states fell down. The ‘Virgin’ together with the doll and ‘Joseph’ modestly withdrew, while hordes that represented the Goths, the Vandals and others entered and walked over the Mediterranean; and amid them the three fallen figures rose and left through the very doors through which the Goths and the Huns had gone before them. The author came out and reported to us: ‘This has been played not very successfully but it was supposed to mean that Egypt, Greece and Rome revived and followed Christ’” (December 25, 1902/January 7, 1903).

On every Nativity feast, the primate of the Orthodox Church of Japan would receive greetings from each Japanese parish along with missionaries and benefactors from Russia. In the difficult period of the Russo-Japanese War, the Holy Bishop Nicholas especially remembered Nativity greetings that were sent to Tokyo by Russian prisoners of war: “Nine letters of congratulations along with various requests from prisoners of war and a telegram from Konstantin Vasilyevich Uryadov, a lieutenant-colonel in Matsuyama, on behalf of all sick people there” (December 25, 1904/January 7, 1905).

The Nativity and Paschal services were always an original landmark not only for the mission in Tokyo but also for every single Orthodox parish of Japan. Building and reconstruction of churches, and the baptism of catechumens were timed to coincide with these feasts. The main church of every deanery of Orthodox Japan gathered the faithful from neighboring and distant cities and villages. The numbers of participants of festal services were carefully recorded in parish registers. And, beyond all doubt, each Christian dreamed of attending a solemn service at the magnificent Tokyo Cathedral.

“Ioann Ootsuki, a Christian from Takashimizu, has called on me…,” Bishop Nicholas wrote on December 24, 1897/January 5, 1898. “Now the lot has fallen to him to be at the mission cathedral on the feast of Nativity of Christ, and so he has arrived (for the Christians of Takashimizu decided to send a worshipper from their community for the feast of Nativity to the church, and that is really praiseworthy).”

A Christmas play in Shirakawa, Japan, mid-twentieth century.
A Christmas play in Shirakawa, Japan, mid-twentieth century.

During each Nativity service, Holy Hierarch Nicholas of Japan offered up fervent prayers for the multiplying of Orthodox Christians in the young Japanese Church.
The missionary always gladly made special mention of letters from donors and fellow-clergymen who were concerned about strengthening Orthodoxy in Japan:

“Good letters have come from Russia: Her Majesty the Empress consort donated 5,000 rubles for the church, in memory of the prisoners of war who had perished in Osaka… Father Theodore Bystrov writes that ‘Semyon Vasilyevich (a student who was here in summer) is going to read a paper on Japan to divinity students; he wants to direct their attention to the mission.’ May God’s blessing be with him!” (December 25, 1907/January 7, 1908).

St. Nicholas so much wanted the Land of the Rising Sun to receive one more missionary in whom he would find a companion and co-worker: “I prayed fervently to the Holy Apostle Paul, standing in the iconostasis in front of the choir, that he might intercede for us to obtain a new missionary in Japan. I wish the Lord would send us a new missionary through the intercessions of St. Paul, who outdid the gentiles!” (December 25, 1903/January 7, 1904). But it was only in 1908 that Japan saw such a missionary—Bishop Sergius (Tikhomirov), who served the Church of Japan until his very death in 1945.

In January 1912, St. Nicholas celebrated the Nativity of Christ in Japan for the last time.

“We served the Liturgy from 9.00: I, His Eminence Sergius and the priests. The cathedral was packed with worshippers. I had energy and a loud voice. After the Liturgy there were numerous greetings of Christians, clergy, those in minor orders and choristers. Then readers and subdeacons were invited for tea in the clubroom; the choristers who sang the troparion and kontakion were treated with sweets… Next the Sunday school’s greetings followed; again the troparion and kontakion were sung… each was given a certain number of sen [a former monetary unit in Japan equal to one hundredth of a yen—D.L.] and oranges corresponding to his age…” (December 25, 1911/January 7, 1912).

A month and a half later, on February 3/16, 1912, Archbishop Nicholas of Japan reposed in the Lord. Through the efforts of the archpastor’s successor, Metropolitan Sergius (Tikhomirov), the Orthodox Church of Japan continued Her missionary endeavor in this country, which is pagan by nature. In the 1930s, the Orthodox in Japan started celebrating the Nativity of Christ according to the Gregorian calendar, so that believers could, according to tradition, see in the New Year at services and with their families.

However, the transfer of the date did not change the feast’s meaning and spirit: Solemn services are held at the Tokyo Cathedral and at every other parish of Orthodox Japan, and frequently baptisms of children and adults are timed to coincide with the feast. Children’s Christmas shows and performances are held at parishes, and gatherings of parishioners are organized.

The Nativity celebration is especially majestic in Tokyo. The traditional Christmas show, held at the parish meeting house, called Nikolai kaikan in honor of the equal-to-the-apostles missionary, annually brings together over 100 people. These are small children, older adolescents from the Sunday school, Sunday school graduating seniors, and members of the Orthodox youth association attached to the cathedral. A show commences with prayer and a priest’s talk, followed by greeting speeches by the children themselves. Then Sunday school pupils answer questions on the Gospel stories, prepared not only by adults but also by recent Sunday school graduates. “Sacred pictures” are prepared for children and parents—this is a narrative of the Nativity of the Savior, skillfully depicted on sheets of paper. And, of course, all the little ones receive Christmas presents. Similar events are organized in every large and small parish of Japan.

Rector of the church in Sapporo Archpriest Alexis Matsudaira is helping Alexandra Yamaguti and Rebecca Sato show “holy pictures”.
Rector of the church in Sapporo Archpriest Alexis Matsudaira is helping Alexandra Yamaguti and Rebecca Sato show “holy pictures”.


It is always especially interesting to hear the youngest parishioners sharing their impressions of the Nativity services and meetings. These sincere stories are published on the children’s pages of parish bulletins or in special children’s parish newsletters.
“I want as many children as possible to attend the Sunday school,” writes the five-year-old Anastasia Tanaka who gives an account of a Christmas show at the Tokyo Cathedral. “Let 100 or even 1000 of them come. I wish all of them to be healthy, and that I would always see their smiling faces.” And the words of little Martha Sato indicate the generational continuity in Orthodox Japan: “I will surely sing the songs that I learned during the Nativity play in Church to my granny, who likes singing and prayer so much.”

Another young parishioner from Tokyo, James Ooki, particularly remembered the concentration and attention of the youth who listened to the priest and followed the “holy pictures”: “May this day’s events be imprinted in their young souls, and may these seeds yield prayerful fruit in their adulthood.”

On the Nativity day, as always, the feast’s kontakion was sung in all seventy Orthodox parishes across Japan: “Today the Virgin gives birth to Him Who is above all being…” And, following the example of Holy Equal-to-the-Apostles Nicholas, adult and young believers of the Japanese Orthodox Church prayerfully entreated: “Grant, O Lord, that Japan may soon sing this joyful hymn unto Christ incarnate!” (Diary, December 24, 1896/January 5, 1897).

Galina Besstremyannaya
Translation by Dmitry Lapa

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Χριστός και Ελλάς ένωσαν τη Δύση



Οσοι υπονομεύουν τα ελληνοχριστιανικά θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι οι επικίνδυνοι, οι ακραίοι, οι αξιοκατάκριτοι. Οχι όσοι τα υπερασπίζονται
Ανήκουμε στη Δύση». Ρήση άστοχη, απερίσκεπτη, χωρίς βάθος. Φανερώνει προπέτεια και άγχος αναζήτησης προστατών και πατρόνων. Αυτή η φράση αδίκησε και την Ελλάδα και τη Δύση. Η Ελλάδα, ομολογουμένως, έχει μικρή σχέση με την Ανατολή. Σχετίζεται κυρίως με τις παθογένειες που άφησε πίσω της η φρικτή εμπειρία του εγκλεισμού στον οθωμανικό τάφο: μπαξίσι, χαράτσι, ραχάτι, ρουσφέτι. Τέσσερις λέξεις, όλα τα προβλήματα χώρας και λαού συμπυκνωμένα. Τέσσερις λέξεις, τέσσερις αιώνες καθυστέρησης, ανελευθερίας, υποταγής στην ισχυρή βαρβαρότητα και τη βαρβαρική ισχύ.
Οι Ελληνες ταιριάζουν πολύ περισσότερο με τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς παρά με τους Αραβες, τους Τούρκους, τους Κινέζους, τους Αφρικανούς. Αυτό καθίσταται πρόδηλο, σε όλο το μεγαλείο του, την άγια περίοδο των Χριστουγέννων και την Πρωτοχρονιά.
Αν πάρεις τούτες τις μέρες έναν Ελληνα, από τον φτωχότερο μέχρι τον πλουσιότερο, και τον βάλεις στην καρδιά της πρωτεύουσας οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας, θα νιώσει σαν στο σπίτι του. Αυτά είναι οι μνήμες, η χαρά, τα βιώματα και η ελπίδα μας: τα φώτα, οι στολισμοί, οι Αγιοι Βασίληδες, οι φάτνες, τα γελαστά πρόσωπα, τα κάλαντα, τα τραγούδια, τα δραματοποιημένα παραμύθια (από τον «Καρυοθραύστη» του Χόφμαν μέχρι το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα» του Αντερσεν), τα γλυκά και το άστρο που δεσπόζει στην κορυφή του δέντρου, η μορφή του νεογέννητου Χριστού, τα ζώα που ζεσταίνουν το βρέφος με τα χνώτα τους, οι ανταλλαγές δώρων, η προσδοκία του θαυμαστού.

Ετσι θα νιώσει ο Ελληνας στο Γκέτεμποργκ, στο Λονδίνο, στο Βερολίνο, στο Στρασβούργο, στη Ρώμη, στην Πράγα, στη Σόφια, στο Οσλο. Ετσι θα νιώσει παντού στη Δύση - εκτός αν η πόλη στην οποία βρεθεί έχει καταργήσει τα χριστιανικά και τα αρχαία παγανιστικά έθιμα λόγω των αξιώσεων των επελαυνόντων ισλαμιστών και των υλακών ορισμένων μανιακών της «ορθοπολιτικής» ή μισθωτών του Σόρος.

Εμείς είμαστε η εμπροσθοφυλακή της Δύσης κι εκεί χτυπά η καρδιά μας. Ο Διόνυσος, ο Χριστός, τα τσακισμένα καράβια των Μήδων στη Σαλαμίνα και οι ίδιες οι χιλιετίες αυτό μαρτυρούν.
Παναγιώτης Λιάκος

http://trelogiannis.blogspot.de/2017/12/blog-post_362.html



Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Οἱ μάγοι ἔχουν κάτι σπουδαῖο νά μᾶς δείξουν μέ τήν ἐπιστροφή στήν πατρίδα τους ἀπό ἄλλο δρόμο.

Άγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος από τις Ὁμιλίες του στά Εὐαγγέλια

Σχετική εικόνα

« Οἱ μάγοι ἔχουν κάτι σπουδαῖο νά μᾶς δείξουν μέ τήν ἐπιστροφή στήν πατρίδα τους ἀπό ἄλλο δρόμο. 
Πατρίδα μας εἶναι ὁ παράδεισος. Ὅταν γνωρίσουμε τό Χριστό, ὁ δρόμος γιά νά γυρίσουμε στόν παράδεισο ἀπό κεῖ πού ἤρθαμε εἶναι κλειστός. 
Φύγαμε ἀπό τήν πατρίδα μας ἀκολουθώντας τό δρόμο τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς παρακοῆς καί τῆς πρόληψης πρός τόν ἀόρατο κόσμο, ἀφοῦ δοκιμάσαμε τόν ἀπαγορευμένο καρπό. 
Στό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς πρέπει ν᾿ ἀκολουθήσουμε τό δρόμο τῶν δακρύων καί τῆς ὑπακοῆς, τῆς περιφρόνησης τῶν ἐγκοσμίων καί τῆς ἀποχῆς ἀπό τίς σωματικές ἐπιθυμίες».

Ἀπό τό βιβλίο:Αγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς “Θεός ἐπί γῆς, ἄνθρωπος ἐν οὐρανῷ”,Εκδόσεις Πέτρος Μπότσης,


https://proskynitis.blogspot.gr/2016/12/blog-post_240.html

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο Χριστός και ο Μίσα!

Σχετική εικόνα


Το πιο κάτω περιστατικό συνέβη σ΄ένα ορφανοτροφείο στη Ρωσία, όπου περιθάλπονται μικρά παιδάκια, εγκαταλελειμένα και κακοποιημένα.

Στο ορφανοτροφείο, λοιπόν, αυτό, πήγε παραμονές Χριστουγέννων ένας καθηγητής να μιλήσει στα παιδιά για τη μεγάλη αυτή γιορτή. Τα περισσότερα άπ’ αυτά άκουαν για πρώτη φορά για το Χριστό και για τη Γέννηση του. Ένα αγοράκι έξι χρονών, ο Μίσα, άκουε με ιδιαίτερη προσοχή τα λόγια του καθηγητή. Στη συνέχεια δόθηκαν στα παιδιά υλικά για να φτιάξουν τη σπηλιά, τη φάτνη και όλα τα σχετικά.
Παρακολουθώντας ο καθηγητής τα χειροτεχνήματα των παιδιών, πρόσεξε κάτι πού του έκαμε εντύπωση σε εκείνο του Μίσα. Μέσα στη φάτνη τοποθέτησε δύο μωρά.
- Ο ένας είναι ο Χριστός, του είπε ο καθηγητής. Ποιό είναι το άλλο παιδάκι στην κούνια;
Τότε ο μικρός Μίσα άρχισε να του λέγει την ιστορία της Γέννησης του Χριστού πού πριν λίγο είχε ακούσει από το στόμα του καθηγητή, προσθέτοντας, όμως, και κάτι δικό του. Όταν έφτασε στο σημείο όπου η Θεοτόκος τοποθέτησε το βρέφος στη φάτνη συνέχισε με αυτά τα λόγια:
«Τότε ο μικρός Χριστός γύρισε, με κοίταξε και με ρώτησε αν είχα ένα μέρος να μείνω. Εγώ του είπα ότι δεν έχω ούτε μητέρα, ούτε πατέρα, ούτε πουθενά για να μείνω. Τότε ο Χριστός μου είπε να μείνω μαζί του.
Εγώ τότε σκέφτηκα πώς δεν είχα κανένα δώρο να του δώσω, όπως οι άλλοι. Πώς θα με κρατούσε μαζί του;
Το μόνο δώρο πού μπορούσα να του προσφέρω ήταν να τον κρατήσω ζεστό. Γι΄ αυτό τον ρώτησα:
- Αν σε κρατάω ζεστό, είναι για σένα αυτό ένα καλό δώρο; Ο Ιησούς μου απάντησε:
- Αν με κρατήσεις ζεστό, αυτό θα είναι το καλύτερο δώρο πού μου έχει δώσει κανείς ποτέ.
Έτσι μπήκα στη μικρή κούνια, κι αφού γύρισε και με κοίταξε ο Ιησούς μου είπε ότι μπορούσα να μείνω μαζί του για πάντα».

Όταν τέλειωσε την ιστορία ο μικρός Μίσα τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα πού έτρεχαν ασυγκράτητα στα μαγουλάκια του. Έσκυψε πάνω στο τραπέζι, κάλυψε το πρόσωπο με το χέρι κι έκλαιγε γοερά. Το μικρό ορφανό είχε βρει, επί τέλους, κάποιον πού δε θα τον εγκατέλειπε ποτέ, πού δε θα τον κακοποιούσε. Κάποιον πού θα του έλεγε να μείνει μαζί του για πάντα.

Το δώρο του Μίσα, σελ. 57-59, σελ. 241-242, Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ιη΄, αρ. 12, Δεκέμβριος 2008

https://proskynitis.blogspot.gr/2016/12/blog-post_735.html

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

ΔΟΣ ΜΟΙ, ΥΙΕ, ΣΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ

Image result for georges de la tour adoration of the shepherds

Τὰ Χριστούγεννα, λέμε, εἶναι μιὰ οἰκογενειακὴ γιορτή. Δώσαμε ἔμφαση καὶ στὴν «ἁγία οἰκογένεια», ξεχνώντας κάπως τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο. Ἀνταλλάσσουμε κάρτες, εὐχές, δῶρα, παραθέτουμε τραπέζι, καὶ ὅσο μποροῦμε προσπαθοῦμε νὰ ξεχνᾶμε τὰ βάσανά μας. Τίποτα κακὸ μέχρι ἐδῶ. Κάθε μεγάλη γιορτή, καὶ ἰδιαιτέρως αὐτὴ τῶν Χριστουγέννων, γίνεται ἀφορμὴ τῆς μεταξύ μας θερμότερης ἐπικοινωνίας, ποὺ τόσο πολὺ στερούμεθα. Τί γίνεται ὅμως ὅταν ἡ σχέση μας μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς ἀρχίζει καὶ τελειώνει στὸ ὄμορφο περιβάλλον, στὰ φῶτα, στὰ γλυκὰ καὶ στὰ στολίδια;
Μοιάζει σὰν τὴν ἐπίσκεψη ποὺ κάνουμε σὲ ἕνα νεογέννητο παιδί, εὐχόμαστε στοὺς γονεῖς, καὶ φεύγουμε.

Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ δεῖ κανείς, κυρίως στὶς μεγάλες πόλεις, ὅτι τὰ Χριστούγεννα ἔχουν γίνει μιὰ γιορτὴ χωρὶς περιεχόμενο. Διακοπή προσωρινή, ἀργία ἄδεια, ποὺ προσπαθοῦμε νὰ τὴ γεμίσουμε – ὅπως γεμίζουμε τὴ γαλοπούλα – μὲ πολλὴ κατανάλωση, γιατὶ ἡ κατανάλωση εἶναι ἡ μόνη διαδικασία ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἴσθηση χαρᾶς. Παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ προσπάθεια νὰ γιορτάσουμε στολίζοντας, διασκεδάζοντας, δημιουργώντας ἕνα κλῖμα χαρᾶς. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν μεγάλη κοινωνικότητα, στενοχωροῦνται ἀκόμη περισσότερο, ἀφοῦ αἰσθάνονται περισσότερο τὴ μοναξιά τους. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶναι κοινωνικοί μέν, μὲ πολλοὺς φίλους καὶ γνωριμίες, ἀλλὰ μὲ ὄχι ἀληθινὴ ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ ἐπαφή, βλέπουν τὴν κατάθλιψη νὰ θεριεύει, ὅσο κι ἂν κουκουλώνεται μὲ διασκεδάσεις καὶ κοινωνικὲς σχέσεις. Διερωτᾶται κανείς. Τί θὰ ἀπομείνει, ἂν στερηθοῦμε τὸ δέντρο, τὸ στολισμό, τὸ πλούσιο τραπέζι, τὸ δεῖπνο στὸ ἐπίσημο ἑστιατόριο (πού τελείως ἀνεξήγητα γίνεται τέτοιες μέρες πολὺ ἀκριβότερο), τὴ δυνατότητα νὰ ἀνταλλάσσουμε δῶρα, κι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀθῶα καὶ εὐχάριστα;

Σήμερα, ἡ κρίση ποὺ ὅλοι μας, λιγότερο ἢ περισσότερο, βιώνουμε ὀδυνηρά, κλόνισε αὐτὸ τὸ ψεύτικο κατασκεύασμα τῆς γιορτῆς τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς εὐμάρειας. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλὴ πλευρὰ τῆς κρίσης. Φανερώνει τί εἶναι ψεύτικο στὴ ζωή μας. Κάποιοι προβληματιζόμαστε καὶ φιλοσοφοῦμε γιὰ τὴ σχέση μας μὲ τὴ ζωή, τοὺς ἄλλους καὶ τὸν Θεό. Ὅμως, πολλοὶ στενοχωρούμεθα μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ λιγοστεύουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, αὐτὰ ποὺ πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἡ εὐτυχία μας. Καμιὰ στροφὴ στὸν ἑαυτό μας. Καμιὰ ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου νοήματος.

Κάποιος Εὐρωπαῖος φιλόσοφος εἶπε ὅτι ἡ  πλεινονότητα τῶν ἀνθρώπων κάνουν στροφή, ὑπαναχωροῦν, ὅταν φθάνουν στὸ σημεῖο ἐκεῖνο, ὅπου καλοῦνται σὲ μιὰ ζωὴ ὑψηλότερη—τότε ἀκριβῶς εἶναι ποὺ κάνουν πίσω φοβισμένοι, καὶ προτιμοῦν νὰ εἶναι οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι τῆς καθημερινότητας –στὴν καλύτερη περίπτωση καλοὶ πατεράδες, καλοὶ ἐπαγγελματίες, καλοὶ ἐπίτροποι στὴν ἐνορία, κ.λπ., μέχρι ἐκεῖ ὅμως! Πέρ’ ἀπ’ αὐτὸ ἀποφεύγουν τὴν ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καὶ ἔτσι στεροῦν ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους τὴν ἐμπειρία τῆς συνάντησης μὲ τὸν Θεό. Τὸ βλέπει κανεὶς σήμερα, ὅταν παρατηρεῖ τὶς προτεραιότητες ἀκόμα καὶ τῶν πιστῶν χριστιανῶν: πρῶτα τὸ ἀτομικὸ κέρδος, ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐπιτυχία, μετὰ ἡ οἰκογένεια, καὶ κάπου στὸ τέλος ἡ σχέση μὲ τὸν Θεό. Προτιμᾶμε ἕνα μακρινὸ Θεό, ποὺ λιγάκι τὸν φοβόμαστε, φοβόμαστε τί μπορεῖ νὰ μᾶς ζητήσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅποτε τοῦ λέμε «γεννηθήτω τὸ θέλημά σου», ἐννοοῦμε μᾶλλον «ἐπίτρεψε Κύριε νὰ γίνει τὸ θέλημά μου»— διότι ξέρουμε ἐμεῖς καλύτερα ἀπὸ τὸν Θεὸ τί ὀφείλει νὰ μᾶς δώσει, τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνει, γιὰ νὰ εἶναι γιὰ μᾶς ὁ καλὸς Θεός! Καὶ ἐδῶ τελειώνει ἡ θρησκευτική διάσταση τῆς ὕπαρξής μας. Γιὰ μᾶς ἡ πραγματικὴ ζωὴ εἶναι αὐτὴ ἡ καθημερινὴ καὶ ἄμεση πραγματικότητα, μὲ ὅλες τὶς κοσμικὲς χαρὲς καὶ λύπες. Κι ἕνας Θεὸς ξέρει ἂν πραγματικὰ πιστεύουμε στὴν αἰωνιότητα, ἂν πραγματικὰ πιστεύουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ζοῦμε τώρα εἶναι ἕνα στάδιο ἑτοιμασίας ἢ ἕνα παράθυρο στὴν ἀιωνιότητα. Ἡ πολλὴ «λογική», αὐτὴ ἡ χαμαιρπὴς λογική, ἔχει ὑποτάξει καὶ ἐξευτελίσει τὸν ἐνθουσιασμὸ ποὺ βλέπει κανεὶς στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στοὺς Ἁγίους. Καὶ τὸ πιὸ σοβαρὸ εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ λογικὴ χαρακτηρίζει καὶ τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς σήμερα. Ἔτσι, ὅταν μιλᾶμε θεωρητικὰ γιὰ τὰ Χριστούγεννα, ὅταν ἐνσωματώνουμε καὶ στὴν ὁμιλία μας σύγχρονα θαύματα καὶ χαρίσματα, τὸ ἀκροατήριο εἶναι εὐχαριστημένο, καὶ ἡ ὁμιλία μας θεωρεῖται ὡραία καὶ ἐπιτυχημένη. Ὅταν ὅμως ἀρχίζουμε νὰ ἐκφραζόμαστε ὑπαρξιακά, ὅταν δηλαδὴ προσπαθοῦμε νὰ μεταφέρουμε τὸν Χριστιανισμὸ στὴν καθημερινὴ πραγματικότητα, ὅταν λέμε ὅτι πνευματικὴ ζωὴ εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ κάποιες προσευχές καὶ ἕναν ἐκκλησιασμό, τότε πολλοὶ αἰσθάνονται ἄβολα, ἢ καὶ σκανδαλίζονται.

Μήπως πλέον πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε, νὰ ξαναβροῦμε, νὰ ξαναζήσουμε τὸ περιεχόμενο μιᾶς μεγάλης γιορτῆς, ποὺ τὴ ζοῦσαν οἱ Χριστιανοὶ ἀκόμη καὶ στὶς κατακόμβες, ποὺ τὴ ζοῦσαν καὶ οἱ ἀσκητὲς στὶς ἐρήμους; Δὲν θέλει πολλά, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ ζήσεις μιὰ χριστιανικὴ ἑορτή. Οὐσιαστικὰ ἕνα μόνο χρειάζεται. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ καρδιά μας. Αὐτὸ ποὺ ζητᾶ ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς, ὄπως καταγράφεται στὶς Παροιμίες τοῦ Σολομῶντος: «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν».

Ἀρχιμανδρίτης Χριστόδουλος
Καθηγούμενος Ἱ.Μονῆς Κουτλουμουσίου

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ Ὁμιλία)

πηγή

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ Φώτης Κόντογλου για τὰ Χριστούγεννα



Την πνευματική χαρά και την οὐράνια ἀγαλλίαση που νοιώθει ὁ χριστιανός ἀπό τα Χριστούγεννα, δεν μπορεῖ να τη νοιώσει, με κανέναν τρόπο, ὅποιος τα γιορτάζει μοναχὰ σαν μία συγκινητική συνήθεια, που εἶναι δεμένη περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές τοῦ κόσμου, με τον χειμώνα, με τα χιόνια,με το ζεστό τζάκι.

Μοναχά ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπό την ψυχή τοῦ περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, και τη ζεσταίνουνε με κάποια θέρμη παράδοξη, που ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τη θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τον ἀναβαθμό ποὺ λέγει: «Ἁγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωοῦται, και καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τη τριαδική μονάδι, ἱεροκρυφίως».

Ψυχή και σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται με τη θεία εὐφροσύνη, που δεν την ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριά ἀπό τον Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιά τοῦ χριστιανοῦ, αὐτές τις ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπό την εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μία γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη την κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τον κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, την κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατακαρπος ἐν τῷ οἴκω τοῦ Θεοῦ».
 Κανείς δεν νοιώθει στην καρδιὰ τοῦ τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τον Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς τοῦ μαζὶ μὲ τον Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεὸ δεν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατὰ τον λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στον Μυστικὸ Δεῖπνο: «Τὴ δική μου την εἰρήνη σᾶς δίνω, εὲν σᾶς δίνω ἐγὼ την εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ κόσμος».

Ἡ χαρά τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπό τη χαρά κι ἀπό την εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στην ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τον Δαβίδ: «Ἑξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὠδήγησαν καὶ ἤγαγον μὲ εἰς ὅρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».

Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κ’ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε καὶ τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἠμίν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατί ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ ζωοδότης.
Μέγα μάθημα τῆς ταπείνωσης εἶναι γιά μας, ἀδελφοί μου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ποῦ γεννήθηκε; Μέσα σὲ μία φάτνη, σ’ ἕνα παχνὶ νὰ ποῦμε καλύτερα, γιὰ νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, γιατί τ’ ἀρχαία λόγια κάνουνε νὰ φαίνουνται στὰ μάτια μᾶς πλούσια καὶ τὰ φτωχὰ πράγματα. Ἡ μητέρα του, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι της, ξένη σὲ ξένον τόπο, πῆγε καὶ τὸν γέννησε μέσα σ’ ἕνα μαντρί. Τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι τὸν ζεστάνανε μὲ τὴν ἀνασαμιά τους. Τσομπάνηδες τὸν συντροφέψανε. Μαζὶ μὲ τὰ νιογέννητα ἀρνιὰ λογαριάστηκε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ποιὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπείνωση;

Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος γράφει, στον Λόγο του γιὰ την Ταπεινοφροσύνη, τὰ παρακάτω ἐξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἀδελφοί μου, καὶ νὰ λαλήσω γιὰ τὴν ὑψηλὴ ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, κ’ εἶμαι γεμάτος φόβο, σὰν ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει πὼς θὰ μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Γιατί ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητας. Γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, αὐτὴ ντύθηκε, κ’ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας μ’ αὐτή, παίρνοντας σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Κι ὅποιος τὴ ντύθηκε, ἀληθινὰ ἔγινε ὅμοιος μ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὕψος Του, καὶ ποὺ σκέπασε τὴν ἀρετὴ τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ τὴ δόξα Του μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κι αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴν κατακαεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γιατί ἡ κτίση δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κοιτάξει , ἂν δὲν ἔπαιρνε ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὴ (τὸ σῶμα), κ’ ἔτσι μίλησε μ’ αὐτή. Σκέπασε τὴ μεγαλωσύνη Του μὲ τὴ σάρκα, καὶ μ’ αὐτὴ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία. Ὥστε, βλέποντας τὸν ἐμεῖς πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ γένος μας καὶ πὼς μᾶς μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος, νὰ μὴν τρομάξουμε ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γι’ αὐτό, ὅποιος φορέσει τὴ στολὴ ποὺ φόρεσε ὁ Κτίστης (δηλαδὴ τὴν ταπεινοφροσύνη), τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸ ντύθηκε».

Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινὴ καρδιά, ποὺ μοναχὰ σ’ αὐτὴ πηγαίνει καὶ γεννιέται ὁ Χριστός.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς φωτοβολὰ μέσα στὸ χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ μέσα τῆς ἀκούγεται μία ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σὰν ἐκείνη ποὺ ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». […]
(Απὸ τὸ βιβλίο του «Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου»)

https://proskynitis.blogspot.gr/2016/12/blog-post_149.html

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Έρχονται Χριστούγεννα(Γέροντας Αιμιλιανός)

Image may contain: 1 person, shoes


Έρχονται Χριστούγεννα. Το ξέρετε ότι τα προεόρτια τροπάρια αρχίζουν από τις είκοσι Δεκεμβρίου.
Η Εκκλησία έχει ρυθμίσει σοφά και την τελευταία ημέρα κατά την οποία μεγαλώνει η νύχτα. Από τις είκοσι μία του μηνός η ημέρα αρχίζει πια να μεγαλώνει. Οι νύχτες και τα νοητά σκοτάδια φεύγουν και αυξάνει το φως και οι ημέρες.
Άς παρακαλέσουμε τον Θεό να μας πάρει το σκοτάδι της καρδιάς μας τώρα που μεγαλώνει η ημέρα και γίνεται ολοφώτεινη, τώρα που αλλάζει η φορά του χρόνου.
Η Εκκλησία μάς το αναγγέλλει με την ανατολή του πραγματικού φωτός, του Ηλίου των ψυχών ημών.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

https://proskynitis.blogspot.gr/2016/12/blog-post_501.html