Για αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εδώ christos.vas94@gmail.com.

Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Η Γερμανική Ορθόδοξη Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας στο Buchhagen

 Αγία Τριάδα



Η Αγία Μονή της Αγίας Τριάδος στο Buchhagen, στο Weserbergland, ιδρύθηκε το 1990 από τον Γέροντα Ιωάννη. Είναι η έδρα της πρώτης γερμανικής ορθόδοξης μοναστικής κοινότητας και από το 1993 αποτελεί αββαείο του Βουλγαρικού Ορθόδοξου Πατριαρχείου. Η μοναστική ζωή ακολουθεί την παράδοση του Αγίου Όρους Άθω.





Οι μοναχοί είναι άνδρες αφιερωμένοι στον Θεό, οι οποίοι ζουν σε άγια υπακοή με τον γέροντά τους. Η καρδιά του μοναχισμού είναι η αγάπη προς τον Θεό που υπερβαίνει τα πάντα και η πλήρης αφοσίωση σε Αυτόν, η οποία βρίσκει την έκφρασή της στην ολοκληρωτική μοναστική προσφορά. Στη μυστηριώδη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, στην προσευχή, την εργασία και τη μελέτη, αυξάνει η ζωή του αγιασμού.



Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάπτυξη και καλλιέργεια της γερμανόφωνης ορθόδοξης εκκλησιαστικής ψαλμωδίας. Ακούστε εδώ 


Η μονή είναι οικονομικά αυτοσυντήρητη. Η βιολογική κηπουρική, οι οικιακές εργασίες, η μεταφραστική εργασία, οι καλλιτεχνικές και άλλες δραστηριότητες ανήκουν στη ζωή της όπως και η καρδιακή προσευχή, η λατρεία και η ιερή ψαλμωδία.




Ανέγερση του καθολικού της μονής

Επιτέλους έφθασε η ώρα. Η εκκλησία υψώνεται πλέον ορατά. Μαζί με εθελοντές βοηθούς, οι πατέρες εργάζονται οι ίδιοι ως προσευχόμενοι κτίστες και οικοδόμοι. Στον σχεδιασμό, ο Γέροντας συνδέεται με την αρχαιότερη γερμανική ιερή αρχιτεκτονική, η οποία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη βυζαντινή. Στο πνεύμα της Αγίας Παραδόσεως, χάρη στην εφαρμογή μουσικά φυσικών αναλογιών, δημιουργείται εδώ ένας ιερός χώρος εξαιρετικής αρμονίας και ομορφιάς.






Για να στηρίξετε την ανέγερση του καθολικού της μονής δωρεές εδώ

Λογαριασμός δωρεών (Παρακαλούμε προσέξτε τα κεφαλαία και πεζά γράμματα)

Deutsches Orthodoxes Dreifaltigkeitskloster
IBAN: 
DE50 2545 0110 0026 0024 28


BIC: NOLADE 21 SWB
Sparkasse Hameln-Weserbergland







Ιστορία
Η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος ιδρύθηκε το 1990 από τον Γέροντα Ιωάννη και τα επόμενα χρόνια ανεγέρθηκε μαζί με τους πρώτους μοναχούς με ίδια μέσα και με τα ίδια τους τα χέρια. Στο μεταξύ το ιερό στηρίζεται από μια δεύτερη γενιά μοναχών. Η γραμμή της μοναχικής κουράς του μεγάλου σχήματος, η οποία μεταδίδεται στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, μπορεί να ανιχνευθεί πίσω σε πολλές γενιές. Οδηγεί μέσω του Γέροντα Δανιήλ των Κατουνακίων (αρχές 19ου αι.) στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και στον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη.


Ο πατήρ Ιωάννης σπούδασε τη δεκαετία του 1970 στο Βερολίνο μουσική, αργότερα θρησκειολογία και βυζαντινολογία. Αφού ήρθε σε επαφή με την Ορθοδοξία το 1974, παρακολουθούσε τακτικά τις ορθόδοξες ακολουθίες και άρχισε την άσκηση της καρδιακής προσευχής. Το 1981 έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος και εκεί, τον Αύγουστο του 1984, έλαβε τη μοναχική κουρά του Μεγάλου Σχήματος.


Με την ευλογία του γέροντά του, το 1985 άρχισε την χορωδιακή προσευχή μαζί με δύο αδελφούς σε ένα προσωρινό μοναστηριακό διαμέρισμα στο τότε Δυτικό Βερολίνο και προετοίμαζε την ίδρυση της μονής. Η ζωή κινήθηκε για μερικά χρόνια ανάμεσα στο Άγιον Όρος και το Βερολίνο.


Το έτος της γερμανικής ενότητας, το 1990, οι μοναχοί αγόρασαν το οικόπεδο στο Buchhagen και άρχισαν την οικοδόμηση του γερμανικού ορθόδοξου ιερού.




Απρόβλεπτες αντιστάσεις στάθηκαν απέναντι στην ίδρυση της μονής· ατελείωτες δυσκολίες έπρεπε να ξεπεραστούν. Όμως με τη χάρη και την ευλογία της Αγίας Τριάδος, τη βοήθεια της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας και των Αγίων Πατέρων συνέβησαν και πολλά θαύματα.


Τον Αύγουστο του 1994 η μονή καθαγιάστηκε από την Αυτού Υψηλοσεβασμιότητα Συμεών, Μητροπολίτη Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, ως γερμανική ορθόδοξη αββαεία στην κοινωνία του Βουλγαρικού Πατριαρχείου. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια ανεγέρθηκε η κρύπτη του μοναστηριακού ναού και το 1996 καθαγιάστηκε επίσης ως ναός της Θείας Σοφίας.

Από το 1999 έως το 2002 ανεγέρθηκαν ο πύργος του Μιχαήλ και το βόρειο μοναστηριακό τείχος με τον πύργο της Μαρίας.


Από το 2004 έως το 2009 κατασκευάστηκε η κρήνη του αγιασμού, και το 2013 και 2014 αναδιαμορφώθηκε ο χώρος της εισόδου.


Η μονή είναι πλέον αδιανόητη χωρίς την περιοχή. Οι άνθρωποι της γύρω περιοχής εκτιμούν τους μοναχούς και χαίρονται όταν βλέπουν έναν από τους πατέρες στην πόλη. Ξέρουν ότι όταν από το βουνό οι καμπάνες ηχούν προς την κοιλάδα, στο ιερό αρχίζει η ψαλμωδία και οι μοναχοί προσεύχονται για τη χώρα και τους ανθρώπους. Ορισμένοι ορθόδοξοι πιστοί μετακόμισαν στην περιφέρεια Holzminden εξαιτίας της μονής, για να μπορούν να συμμετέχουν τακτικά στις ακολουθίες. Πολλοί επισκέπτες από τη Γερμανία και από πολλές άλλες χώρες ελκύονται ξανά και ξανά στη μονή του Buchhagen, όπου βρίσκουν και στην κοντινή περιοχή καλές δυνατότητες διανυκτέρευσης σε ξενοδοχεία και πανσιόν.

Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε την ιστοσελίδα της Μονής εδώ












Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

Δεν υπάρχει είδος χριστιανικής ζωής που να μη μισήσει ο διάβολος… Από την ζωή της Γερόντισσας Μαρίας Μαγδαληνής του Σινά

 



Από τις διηγήσεις της Γερόντισσας Δωροθέας, Ρουμάνας μοναχής που διακόνησε την Γερόντισσα Μαρία Μαγδαληνή στο Σινά για μεγάλο χρονικό διάστημα στο ασκητήριό της στην έρημο ….


Η μοναχή Μαρία Μαγδαληνή από το Σινά ήταν γαλλίδα, πλούσια και μορφωμένη, από μια παραδοσιακή καθολική οικογένεια . Γεννήθηκε στην Γαλλία αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Οι γονείς της καλοί κι ευλαβείς άνθρωποι την έστειλαν να μάθει γράμματα σε ένα σχολείο μέσα σε ένα γυναικείο καθολικό μοναστήρι που είχε πολύ καλή φήμη εκείνο τον καιρό αλλά που η Μαρία Μαγδαληνή Le Beller, όπως ήταν το όνομά της τότε, το βρήκε πολύ αυστηρό και η προσπάθεια των γονέων της να κάνουν το κοριτσάκι τους μια μορφωμένη και καλή χριστιανή που να παντρευτεί και να κάνει μια παραδοσιακή γαλλική οικογένεια σύμφωνα με τους κανόνες της καθολικής εκκλησίας είχε το αντίθετο αποτέλεσμα και η νεαρή πλέον γαλλιδα έφυγε από το μοναστήρι και έγινε τελείως άπιστη.


Ο καλός Θεός όμως που δεν θέλει να χαθεί κανένας άνθρωπος κάλεσε αυτή την ξεχωριστή ψυχή να γνωρίσει την Ορθοδοξία και μέσα στην ελευθερία της πλέον να βαπτιστεί ορθόδοξη το 1986 από τον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων Διόδωρο που ήταν και ο πνευματικός της μέχρι την κοίμηση του. Βαπτίστηκε στον ποταμό Ιορδάνη όπως ο ίδιος ο Χριστός και αποφάσισε να σηκώσει τον σταυρό της και να ζήσει ασκητική ζωή για την αγάπη του Χριστού

Η οικογένειά της την θεώρησε αποστάτη, τη συμβούλευε να γυρίσει στην καθολική εκκλησία για να μπορεί πάλι να ενταχθεί στην οικογένεια και να έχει τα χρήματα και την κληρονομιά της.


Η μακαριστή 40 χρονών στην ηλικία πλέον άφησε για την Ορθοδοξία οικογένεια, χρήμα, κληρονομιά και δόξα. Κι έμεινε στην έρημο του Ιορδάνη. Ο πατριάρχης την έστειλε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, που δεν έμεινε όμως για πολύ καιρό λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ της μακαριστής και των ελληνίδων μοναχών εκεί, που δεν συμπεριφέρθηκαν καλά απέναντί της . Αλλά εκεί έμαθε με θαύμα την ελληνική γλώσσα χωρίς να την έχει σπουδάσει ποτέ. Όταν την γνώρισα εγώ και μου τα έλεγε όλα αυτά, τον Ιούνιο του 2007 θαύμαζα πως διάβαζε τόσο άνετα εκκλησιαστικά βιβλία στα αρχαία ελληνικά και ήξερε και απ’ έξω μερικά κομμάτια , που από μια ξένη ερημίτισσα μόνο από θαύμα μπορεί να γίνει, εφόσον οι ερημίτες δεν μιλάνε πολύ αλλά τις περισσότερες μέρες του χρόνου δεν βγάζουν ούτε μια λέξη. Εφόσον ζουν μόνες τους και δεν μιλάνε παρά μόνο με τον Θεό και δεν ακούνε κάποιον να μιλάει, ούτε ραδιόφωνο, ή τηλεόραση έχουν για να εξασκήσουν την γλώσσα.


Βγήκε λοιπόν από το μοναστήρι που δεν της ταίριαζε και γύρισε στην έρημο του Ιορδάνου και στον πνευματικό της. Όταν ο πνευματικός της, ο πατριάρχης, έμαθε ότι είναι πάλι ελεύθερη εκείνη απάντησε ότι δεν μπορεί παρά μόνο αν ασκητεύσει μόνη της. Και πάλι δάκρυα στα μάτια της και πάλι δύσκολη κι ασήκωτη περίοδο της ζωής της με πολύ προσευχή και δοκιμασίες.

Η λύση ήλθε από τον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη που της είπε να πάει στην Αίγυπτο, στην έρημο του Σινά, στην σπηλιά του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, 8 χιλιόμετρα στην καρδιά της ερήμου και 13 χιλιόμετρα μακρυά από το αντρικό μοναστήρι της αγίας Αικατερίνης που είχε ιερείς και λειτουργίες που μπορούσε να πάει να κοινωνήσει.

Ήταν εκεί στην έρημο, ο τόπος, 1500 χρόνια τώρα, που έζησαν ασκητές , κάτω από το βουνό που ο Θεός έδωσε στον προφήτη Μωυσή τις 10 εντολές, πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Ευλογημένος τόπος που αντί για οξυγόνο -που δεν έχει και πολύ – αναπνέεις τη χάρη του Θεού, εφόσον αδιαλείπτως γινόταν προσευχές εκεί χιλιάδες χρόνια.


Η μακαριστή Μαρία Μαγδαληνή ένοιωσε ότι ο λόγος του αγίου Πορφυρίου ήταν προφητικός και η κατάσταση εξελίχθηκε με εκείνη να φύγει από το Ισραήλ, από τον Ιορδάνη, για το Σινά, την Αίγυπτο και να πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα μόνο για εξομολόγηση.


Στο Σινά έζησε λιγάκι γύρω από το μοναστήρι της αγίας Αικατερίνης και επειδή ήταν αντρικό μοναστήρι, σύντομα της είπαν να φύγει γιατί για μοναχές στη χερσόνησο του Σινά είναι μόνο το μοναστήρι στη Φαραν. Η Μαρία Μαγδαληνή όμως μετά από κακές εμπειρίες που είχε από το καθολικό μοναστήρι με τις γαλλίδες μοναχές και το ορθόδοξο με ελληνίδες μοναχές δεν μπορούσε να δοκιμάσει σε μοναστήρι.


Η σωτηρία της ήλθε 13 χιλιόμετρα μακρυά από την αγία Αικατερίνη στη σπηλιά που ασκητευσε ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Δεν υπάρχει όμως είδος χριστιανικής ζωής που να μη μισήσει ο διάβολος, η σπηλιά ήταν, όπως μου εξήγησε εκείνη, ανοιχτή , αλλά λίγο τακτοποιημένη μέσα για να μπορεί να γίνεται λειτουργία, έτσι βρήκε εκεί την ησυχία της για κάποιο καιρό. Κοιμόταν μέσα στην σπηλιά που από παλιά ήταν κελί μοναχού. Το καλοκαίρι ερχόταν τουρίστες με ιερείς εκεί έκαναν λειτουργία και κοινωνούσε και αυτή. Της έδιναν και φαγητό και ονόματα με κάποια χρήματα για να τα μνημονεύει οπότε μπορούσε να πάει πότε πότε στο χωριό , 8 χιλ. πιο κάτω και να αγοράσει φαγητό. Κι έτσι τα καλοκαίρια περνούσαν χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Το χειμώνα όμως πεινούσε πολύ..


Όταν δεν μπορούσε πια όχι τόσο από την πείνα για επίγειο φαγητό αλλά για τον Χριστό, γιατί δεν μπορούσε να μείνει τόσο πολύ καιρό χωρίς την θεία Κοινωνία. Πήγαινε και ζητιάνευε στο μοναστήρι της αγίας Αικατερινας, αυτό ήταν δύσκολο , πότε πότε της το απαγόρευαν γιατί την έβλεπαν σαν τρελή και πλανεμένη. Σας λέω εγώ που την έζησα ήταν μια χαρά έξυπνη γυναίκα, πολύ έξυπνη μπορώ να πω. Μια γυναίκα που ο κόσμος δεν ήταν άξιος γι’ αυτή. Και την δοκίμαζε ο Θεός ακόμα παρά πάνω, γιατί ο πατριάρχης ο πνευματικός της πέθανε τον Δεκέμβρη του 2000, κι έτσι έμεινε μόνη της, διωγμένη στην έρημο και χωρίς πνευματικό. Ευτυχώς που την δέχτηκε ο π. Παύλος ο πνευματικός των μοναχών από την αγία Αικατερίνη που παρ όλο που της απαγορεύανε καμμιά φορά να πηγαίνει, της συμπαραστάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της .


Άλλη δοκιμασία όμως την κτύπησε… Ήρθαν να κλείσουν τη σπηλιά του αγίου Ιωάννου της Κλίμακας που έμενε για να το κάνουν εκκλησάκι και εκείνη δεν θα είχε κλειδί. Δεν ήταν πια δεκτή να μένει μέσα… της απαγόρευσαν να ξαναμπεί μέσα… Με πήγαινε μόνο έξω από το εκκλησάκι κι έξω από την σπηλιά να προσευχηθούμε. Αυτή η σπηλιά ήταν το κελί του αγίου Ιωάννου και τόσων ασκητών, και τώρα έδιωξαν μια ασκήτρια από μέσα και την έκλεισαν για να την κάνουν εκκλησάκι για 2-3 λειτουργίες το χρόνο. Ενώ ο κόσμος είναι γεμάτος άδεια εκκλησάκια.


…Τότε απελπίστηκε πολύ. Πάλι δεν είχε που να πάει. Γύρω στα 500 μέτρα από την σπηλιά πιο κάτω ήταν μια μεγάλη πέτρα από κάτω της μια τρύπα που ίσα- ίσα χωρούσε μισός άνθρωπος, την θυμάμαι πολύ καλά κάθισα εκεί κι εγώ λίγο, και μου έδειξε κι εκεί έμεινε για λίγο. Αλλά ο ανελέητος ήλιος του Σινά την έκαψε πολύ γιατί το μεσημέρι και το απόγευμα ήταν πολύ λίγη η σκιά κάτω από αυτή την πέτρα και τον χειμώνα δεν θα την προστάτευε από βροχή και κρύο. Εκτός από αυτό στις ρωγμές που είχε αυτή η πέτρα και οι άλλες πέτρες γύρω ζούσαν σκορπιοί και δηλητηριώδη φίδια. Κοιμόταν εκεί σε έναν υπνόσακο που το πρωί έβρισκε σκορπιούς και φίδια μέσα. Και δεν είμαι μάρτυρας μόνο εγώ που για λίγο της έγινα υποτακτική αλλά υπάρχουν κι άλλοι ανάμεσά τους και σεβαστοί πνευματικοί που το ξέρουν αυτό. Μια μέρα λοιπόν λίγο πριν τελειώσουν οι εργασίες για να κλείσει η σπηλιά, μου είπε ότι, καθόταν μέσα κι έκλαιγε δυνατά μόνη της με τον Θεό. Αν ήταν άνδρας θα γινόταν δεκτή από το ελληνικό αντρικό μοναστήρι ή σε κάποια σκήτη γύρω όπως έγινε δεκτός ο άγιος Παΐσιος αλλά επειδή ήταν γυναίκα οι μοναχοί δεν την ήθελαν, ούτε 13 χιλ. μακρυά στην έρημο.


Ήταν τελείως απελπισμένη , δεν είχε που να πάει ούτε ήθελε να γυρίσει στην οικογένειά της και να αφήσει τον Χριστό. Κατάλαβε ότι η ζωή της είναι να ασκητέψει και η έρημος κλεινόταν πάλι μπροστά της. Έκλαιγε απελπισμένη στη σπηλιά. Χωρίς να καταλάβει μπήκε μέσα ένας Βεδουίνος και στάθηκε κοντά της, ήταν μουσουλμάνος και ζούσε στο χωριό που βρισκόταν 8 χιλ. μακρυά. Μου είπε ότι θαύμαζε καιρό μετά πως δεν τον άκουσε ώστε να σταματήσει να κλαίει. Ποτέ δεν μιλούσε για την ζωή της με τους ντόπιους που έβλεπε μόνο πολύ σπάνια. Ο Βεδουίνος την ρώτησε γιατί κλαίει , και θυμάμαι ότι μου είπε τη συζήτησή τους στα αραβικά , στην ντόπια γλώσσα που εγώ δεν ήξερα, αλλά η Μαρία Μαγδαληνή την έμαθε τόσα χρόνια εκεί. Και ξαναζούσε το γεγονός σαν να ήταν τώρα, και μου είπε δεν ξέρει γιατί απάντησε ειλικρινά στον μουσουλμάνο βεδουίνο που δεν θα μπορούσε να την καταλάβει . Κανονικά θα του έλεγε ότι έχει κάποια προβλήματα και θα περάσουν. Αυτή τη φορά του απάντησε αλήθεια ότι κλείνουν την σπηλιά και κείνη θα χρειαστεί να φύγει γιατί που αλλού θα μπορούσε να μείνει. Ο άντρας της είπε αυτό είναι εύκολο , δεν είναι πρόβλημα αυτό να κλαις , έχω εγώ ένα κτήμα εδώ κάτω από την σπηλιά , πολύ καλό κτήμα έχει πηγάδι θέλω να το πουλήσω, δεν το αγοράζεις εσύ; Να μπορείς να φτιάξεις σπίτι εδώ κοντά που σου αρέσει. Τότε η Μαρία Μαγδαληνή χάρηκε τόσο πολύ αλλά δεν είχε χρήματα, πως να πληρώσει.


Η μαύρη της ψυχολογία έγινε πιο μαύρη με την χαμένη ελπίδα. Σε λίγο όμως μετανόησε που δεν είχε εμπιστοσύνη στο Θεό, γιατί κάτι έκανε ο Θεός και τελικά βρέθηκαν τα χρήματα. Μου είπε ότι κάποιος από την οικογένειά της τελικά της άφησε κάποια χρήματα στην κατάλληλη στιγμή για να αγοράσει το κτήμα στο όνομά της. Να κτίσει εκεί μια σκήτη και να βάλει στη τράπεζα τα υπόλοιπα για να έχει και κάποιο τόκο που θα τη βοηθούσε να ζήσει εκεί. Μέχρι και τότε που πήγα εγώ, από αυτό το τόκο παίρναμε φαγητό από το χωριό, έτσι μου είπε. Στη Γαλλία αυτά τα χρήματα μπορεί να ήταν λίγα αλλά για την Αίγυπτο ήταν αρκετά.

Γεμάτη χαρά λοιπόν επικοινώνησε με τον άγιο Πορφύριο, μάλλον πήγε και τον είδε όταν βγήκε να πάρει τα χρήματα και του είπε το θαύμα με το κτήμα. Εκείνος δεν φάνηκε καθόλου να θαυμάζει κι εκείνη του ζήτησε ευλογία να αρχίζει να κτίζει το κελλι της εκεί.

Ο άγιος είπε πολύ αποφασιστικά, Όχι, δεν θα κτίσεις ένα κελί, θα κτίσεις πέντε κελλια , θα κάνεις μια σκήτη που θα έλθουν κι άλλες μοναχές.

Μπορεί αυτή την πληροφορία να μην την συγκρατούσα αν δεν τη θυμόταν πότε πότε και δεν θα μου το έλεγε. Πέντε μοναχές; Τι λες να είναι αλήθεια ; Μου είπε πέντε μοναχές και είμαι μόνο εγώ, και εσύ που δεν κάνεις γιατί μιλάς πολύ. Έλεγα κι εγώ, Εντάξει δεν ξέρουμε μέχρι το τέλος της ζωής σας τι θα γίνει. Μπορεί να έλθουν πέντε κι όλες καλές. Κοιμήθηκε τώρα η Γερόντισσα και δεν είναι καμμιά εκεί, να πάνε πιο μετά οι πέντε; Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να πάνε και να ζήσουν εκεί συνέχεια πέντε μοναχές μέχρι το τέλος του κόσμου και να έχουν εκεί και τα άγια λείψανά της που λάθος ενταφιάστηκε αλλού.


Μόλις πήρε το κτήμα το τυπικό της άλλαξε, την νύχτα προσευχόταν και τη ημέρα κουβαλούσε πέτρες, Πέτρες μεγάλες και βαρειές όχι αστεία. Και έκανε τόσο ζέστη, σας λέω όταν σηκωνόμουν τη νύχτα ίδρωνε μέχρι και το κεφάλι μου, ήταν μούσκεμα τα μαλλιά μου, φανταστείτε την ημέρα πως ήταν. Τρια κελιά τα έφτιαξε μόνη της μόνο από πέτρες χωρίς τσιμέντο και τα έφτιαξε μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ασκητικά, όμορφα, ένα δωματιάκι σα σπίτια με παραθυράκι , με απόσταση το ένα από το άλλο κελλι για να μπορούν οι μοναχές να είναι μόνες τους να μην ακούγονται μεταξύ τους όταν προσεύχονται και χύνουν δάκρυα στον Θεό. Μέσα σε κάθε κελί έφτιαξε και κρεββάτι όπως είχαμε και εμείς, δυο κούτσουρα που στερεώνονταν στα σανίδια και μια κουρελού από πάνω αντί στρώμα και σεντόνι, έτσι είναι το τυπικό στην έρημο. Και μου έκανε εντύπωση πως έφτιαξε για τις μοναχές μικρές κουρτίνες στα παράθυρα, που εγώ το θεώρησα υπερβολικό, δεν ξαναείδα μέχρι τότε ασκητικό κελλι με κουρτίνα.


Και μπορεί να μην το είχα παρατηρήσει κιόλας αν δεν χαλούσα μια κουρτίνα μια μέρα που με έστειλε να καθαρίσω αυτά τα σπιτάκια. Ήταν κουρτινάκι μικρο ίσα-ισα το μικρο παραθυράκι χοντροφτιαγμενα σε κάποιο αργαλειό, πατέντα δικιά της. Όταν το τίναξα με δύναμη να φύγει η σκόνη που εκεί είναι παντού άνοιξε η από κάτω ραφή και χαλάρωσε το μισό υφαντό, πήγα και της το έδειξα και της ζήτησα συγνώμη και τότε μου υπογράμμισε ότι μόνη της τα έφτιαξε γιατί ο πολύς ήλιος θα πείραζε τα μάτια των μοναχών, οπότε χρειάζονται κουρτίνες για προστασία. Ντράπηκα ακόμα πιο πολύ για την κατάκριση μου γιατί εκείνη έφτιαξε με κόπο κουρτίνες από αγάπη για μοναχές που ακόμα δεν γνώριζε για να μην χαλάσουν τα μάτια τους από τον δυνατό ήλιο του Σινά. Κι όχι από πολυτέλεια όπως νόμιζα εγώ, κι εγώ πήγα να κατακρίνω και να χαλάσω.


Το τέταρτο και το πέμπτο κελί που της είπε ο άγιος Πορφύριος θα τα έκτιζε μαζί με το κουζινακι και το εκκλησάκι είναι αυτό που μέναμε εμείς οι δυο. Γι αυτό σκέφτηκε να τα χτίσει με τσιμέντο. Εδώ χρειαζόταν βοήθεια γιατί δεν θα μπορούσε η ίδια να κουβαλήσει τα τσιμέντα στην πλάτη 8 χιλ από το χωριό, παρόλο που από την πολύ δουλειά έγινε πολύ δυνατή, ακόμα και με το λίγο φαγητό της ερήμου. Βρήκε στο χωριό δυο αδέλφια Βεδουίνους που είχαν καμήλα και δέχτηκαν να τους πληρώσει να φέρουν τα υλικά πάνω και να την βοηθήσουν στη δουλειά. Ήλπιζε αυτά τα παιδιά θα ήξεραν κάτι από αυτή τη δουλειά ώστε να τελειώσουν και να φύγουν γρήγορα, όμως εκείνη τελικά τους έμαθε τα πάντα….


Ενα περιστατικό που διηγούνταν… Τους είχε νερό για να πίνουν σε ένα μπουκάλι πλαστικό 1 ½ λίτρου , εκείνη της το γέμιζε από το μικρό πηγάδι της που με την προσευχή της ο Θεός αύξανε το νερό και αυτοί όταν ερχόταν έπιναν από εκεί. Κάποια στιγμή η γερόντισσα είδε ότι το μπουκάλι λερώθηκε πολύ, και μόλις βρήκε καινούργιο μπουκάλι στο χωριό τους το άλλαξε, απλά το καινούργιο ήταν πιο μικρό, του μισού λίτρου, κατά τα άλλα ίδιο με το προηγούμενο. Έρχονται λοιπόν οι δυο μουσουλμάνοι εργάτες και αρχίζουν έναν τσακωμό και μια στενοχώρια που στην αρχή η γερόντισσα δεν κατάλαβε, γιατί ακόμα δεν είχε μάθει αρκετά καλά την γλώσσα τους. Μετά κατάλαβε, οι βεδουίνοι νόμισαν ότι το μπουκάλι έγινε πιο μικρό από τον ήλιο, όπως κάνουν τα ρούχα από το νερό και μάλωναν ο ένας τον άλλον ποιος άφησε το μπουκάλι απ έξω και δεν το έβαλε από κάτω από την πέτρα που ταν η θέση του, γιατί τώρα να, το μπουκάλι μίκρυνε και δεν θα τους φτάσει το νερό. Η γερόντισσα τους ησύχαζε και τους εξήγησε ότι δεν μίκρυνε από τον ήλιο αλλά εκείνη τους το άλλαξε και θα τους το γεμίζει με νερό από το πηγάδι όσες φορές χρειάζεται.


Τους έμαθε να φτιάχνουν και τσιμέντο, έμαθαν κι άλλα πολλά κι όταν τελείωσαν να κτίζουν το κελί της γερόντισσας πήγαν στο χωριό και άνοιξαν εταιρεία οικοδομών κι άρχιζαν να κτίζουν σπίτια στο χωριό. Όταν είχα πάει εγώ στο Σινά ήταν οι μόνοι που είχαν αυτή την ειδικότητα σε εκείνο το χωριό , μου έδειξε η γερόντισσα και έπειτα λένε δεν βοηθάει ο μοναχισμός τον κόσμο.

Έτσι άλλαξε κι ο τρόπος που την κοιτούσαν οι ντόπιοι…. κάποια παιδιά από το χωριό αρρώστησαν κι εκείνη προσευχήθηκε κι ο Θεός τους έκανε καλά . Και μερικοί χωριανοί άρχισαν να την έχουν σε μεγάλη τιμή και υπόληψη.

Πηγή

Δείτε και εδώ

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Η Γερμανίδα Μοναχή Γλυκερία της Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου μας διηγείται την μεταστροφή της στην Ορθοδοξία



Ἡ Γερμανίδα Μοναχή Γλυκερία τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου μᾶς διηγεῖται τήν μεταστροφή της στην Ορθοδοξία:

“Εἶμαι Γερμανίδα. Ἦρθα ἐδῶ πρίν ἀπό δέκα περίπου χρόνια γιά τουρισμό. Ἀνῆκα στόν Προτεσταντισμό, ἀλλά δέν πίστευα. Ζοῦσα χωρίς κανένα περιορισμό… ἦρθα στήν Πάτμο μέ τό σόρτς, ἡλιοκαμμένη, μέ τό σακίδιό μου στήν πλάτη, μέ μόνη ἐπιθυμία νά περάσω καλά στίς ἔρημες παραλίες τοῦ ὑπέροχου αὐτοῦ νησιοῦ. Ἀλλά ἔτσι, γιά νά ᾽χω ἥσυχη τή συνείδησί μου, εἶπα νά κάνω καί μία “πολιτισμική” ἐπίσκεψι στό Μοναστήρι. Μπῆκα λοιπόν στό σπήλαιο, μετά πῆγα στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί, τελικά, οὔτε ξέρω πῶς, “προσγειώθηκα” ἐδῶ ἕνα ἀπογευματάκι, τήν ὥρα τοῦ Ἐσπερινοῦ. Μπῆκα στήν ἐκκλησία καί παρακολούθησα ὄρθια τήν ἀκολουθία. Νά, ὅμως, πού μοῦ συνέβη κάτι τό ἀπίστευτο, δέν εἶναι εὔκολο νά σᾶς τό περιγράψω, παγιδεύτηκα κυριολεκτικά, μέ κατέλαβε μία μυστηριώδης δύναμι πού ἀνέτρεψε τά πάντα καί γέμισε τήν καρδιά μου μέ γλυκύτητα καί εἰρήνη. Πλημμύρισα ἀπό μία εὐτυχία τέτοια πού μόνο ὁ οὐρανός μπορεῖ νά δώση! Μοῦ ἦταν ἀδύνατον νά φύγω ἀπ᾽ τό παρεκκλήσι. Ἔμεινα μέσα καί δέν ξανάφυγα ποτέ ἀπ᾽ τό Μοναστήρι, ὅπου ἔγινα ἡ ἀδελφή Γλυκερία πού σᾶς μιλάει τώρα!”.

πηγή 

Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

In memory of the slain monks (Optina Hermitage, Paskha 1993) video

In the year 1993 the Orthodox world was shocked by a tragic event, which had happened in Optina Hermitage: three inhabitants of the monastery were brutally murdered on Easter night. orthodoxwiki.org/New_Martyrs_of_Optina_Pustyn

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Πως ένας μοναχός, εγκαταλείποντας το μοναστήρι. συνάντησε έναν δράκο στο δρόμο

Πως ένας μοναχός, εγκαταλείποντας το μοναστήρι. συνάντησε έναν δράκο στο δρόμο




Ένας μοναχός ήταν τόσο άστατος και ανήσυχος στη σκέψη του, που επιθυμούσε να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Για αυτό το λάθος του, ο άγιος Βενέδικτος τον επιτιμούσε καθημερινά και πολλές φορές του έδινε ωφέλιμες συμβουλές. Όμως παρόλα αυτά, δεν ήθελε πλέον να μείνει στο μοναστήρι και παρακαλούσε να τον αφήσουν να φύγει.

Ο άγιος Βενέδικτος, κουρασμένος από την επιμονή του, του είπε να φύγει.
Μόλις βγήκε από τις πόρτες του μοναστηριού, βρήκε μπροστά του έναν δράκο που τον περίμενε με ανοιχτό το στόμα.  Φοβούμενος πως ο δράκος θα τον καταβροχθίσει, άρχισε με μεγάλο φόβο και τρέμοντας να φωνάζει δυνατά λέγοντας: «Βοήθεια, βοήθεια! Ο δράκος θα με φάει!»

Ακούγοντας τον θόρυβο οι μοναχοί έτρεξαν έξω, αλλά δεν είδαν κανέναν δράκο παρά μόνο τον τρομαγμένο μοναχό. Τον έφεραν πάλι πίσω στο μοναστήρι. Έπειτα υποσχέθηκε πως δεν θα εγκαταλείψει ξανά το μοναστήρι και συνέχισε έπειτα να ακολουθεί τη ζωή του μοναχού. Με τις προσευχές του αγίου Βενέδικτου, είδε τον δράκο να έρχεται προς το μέρος του, τον δράκο τον οποίο, ενώ δεν τον έβλεπε τον ακολουθούσε με τη θέληση του.

Αγγλικό κείμενο εδώ 

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Σχετικά με μία ψεύτικη φωτιά που έκαιγε την κουζίνα.

Σχετικά με μία ψεύτικη φωτιά που έκαιγε την κουζίνα.



Συνέχεια από εδώ

Έπειτα ο άγιος Βενέδικτος σκέφτηκε πως θα ήταν καλό να σκάψουν ξανά το έδαφος στο ίδιο σημείο πριν να αναχωρήσει. Αυτό έγινε και μία βαθιά τρύπα σκάφτηκε. Οι μοναχοί βρήκαν εκεί ένα είδωλο από χαλκό το οποίο αφού το πέταξαν μέσα στην κουζίνα, είδαν φωτιά να βγαίνει ξαφνικά μέσα από αυτό η οποία φαινόταν σε όλους σαν να καίει όλη την κουζίνα. Για να τη σβήσουν, οι μοναχοί έριχναν νερό κάνοντας τόσο θόρυβο, που ο Βενέδικτος, ακούγοντας τους πήγε να δει τι γινόταν.   
Ο ίδιος δεν έβλεπε καμία φωτιά, όμως οι μοναχοί έλεγαν πως βλέπουν. Έσκυψε το κεφάλι του προσευχόμενος και έπειτα κατάλαβε πως είχαν πλανηθεί βλέποντας μία ψεύτικη φωτιά. Έπειτα ευλόγησε τα μάτια τους ώστε να μπορέσουν να δουν πως η κουζίνα ήταν απόλυτα ασφαλής και να καταλάβουν πως αυτές ήταν ψεύτικες φωτιές τις οποίες ο διάβολος είχε δημιουργήσει.

Αγγλικό κείμενο εδώ 

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow 

Για μία πηγή που ανέβλυσε στην κορυφή ενός βουνού, με τις προσευχές του αγίου Βενέδικτου.

Για μία πηγή που ανέβλυσε στην κορυφή ενός βουνού, με τις προσευχές του αγίου Βενέδικτου.



Ανάμεσα στα μοναστήρια που είχε χτίσει σε εκείνα τα μέρη, τρία από αυτά βρίσκονταν πάνω στα βράχια ενός βουνού, έτσι ήταν πολύ επίπονο για τους μοναχούς να κατεβαίνουν και να φέρνουν νερό, ιδιαίτερα γιατί η πλαγιά του βουνού ήταν τόσο απότομη που γινόταν επικίνδυνη. Έτσι οι μοναχοί αυτών των μοναστηριών πήγαν στον υπηρέτη του Θεού ,τον άγιο Βενέδικτο, και του εξήγησαν πόσο κουραστικό ήταν για αυτούς να κατεβαίνουν καθημερινά στη λίμνη για να πάρουν νερό. Πρόσθεσαν πως ήταν πολύ απαραίτητο για αυτούς να πάνε σε έναν άλλο τόπο.
Ο άνθρωπος του Θεού, αφού τους παρηγόρησε με γλυκά λόγια, τους είπε να γυρίσουν πίσω. Την επόμενη νύχτα, έχοντας μαζί του μόνο τον μικρό Πλακίδα, ανέβηκε πάνω στον βράχο αυτού του βουνού και έμεινε εκεί για αρκετή ώρα προσευχόμενος. Όταν τελείωσε, πήρε τρεις πέτρες και τις ακούμπησε στο ίδιο σημείο σαν σημάδι, και έτσι, χωρίς να καταλάβει κανείς τι είχε κάνει, επέστρεψε στο δικό του μοναστήρι. 
Την επόμενη ημέρα, όταν οι προαναφερθέντες μοναχοί πήγαν ξανά για να μιλήσουν στον Βενέδικτο για το θέμα που τους απασχολούσε, ο άγιος τους είπε: «Πηγαίνετε στον βράχο και στο σημείο που θα βρείτε τρεις πέτρες τοποθετημένες μαζί, σκάψτε έναν μικρό λάκκο, γιατί ο παντοδύναμος Θεός μπορεί να κάνει νερό να αναβλύσει στην κορυφή  αυτού του βουνού και έτσι να σας απαλλάξει από τον κόπο του να το μεταφέρετε από τόσο μακριά.»  Έφυγαν και πήγαν στον βράχο του βουνού σύμφωνα με τις οδηγίες του. Είδαν τον βράχο να είναι υγρός. Αφού έσκαψαν με ένα φτυάρι, νερό ανέβλυσε άφθονα. Τόσο άφθονα, που μέχρι σήμερα, το νερό αναβλύζει  και τρέχει από την κορυφή  μέχρι την βάση του βουνού.

Αγγλικό κείμενο εδώ
Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow


Πως ο άγιος Βενέδικτος (πατέρας του Ορθόδοξου Δυτικού μοναχισμού) γνώριζε τις περήφανες σκέψεις ενός από τους μοναχούς του.




Κάποτε, όταν ο σεβάσμιος πατέρας (ο άγιος Βενέδικτος) έτρωγε το δείπνο του, ένας από τους μοναχούς του, ο οποίος ήταν γιος ενός σπουδαίου άνδρα, κρατούσε το κερί. Καθώς στεκόταν εκεί, και ο άγιος έτρωγε το γεύμα του, έκανε μία πολύ περήφανη σκέψη μέσα στο μυαλό του. Μίλησε στον εαυτό του και είπε: «Ποιος είναι αυτός, που τον περιμένω στο δείπνο και του κρατάω το κερί; Και ποιος είμαι εγώ, που θα του κάνω τέτοια εξυπηρέτηση;»

Αμέσως ο άγιος άνδρας στράφηκε προς αυτόν και του μίλησε με αυστηρότητα: «Πρόσεξε την καρδιά σου αδερφέ, τι είναι αυτά που σκέφτεσαι; Πρόσεξε την καρδιά σου.» Αμέσως κάλεσε έναν άλλο από τους μοναχούς του, και τον παρακάλεσε να πάρει το κερί από τα χέρια του μοναχού. Έπειτα τον διέταξε να σταματήσει να περιμένει και να αποσυρθεί. 

Ο Βενέδικτος, αφού του ζητήθηκε από τους μοναχούς να τους πει τι ήταν αυτό που σκέφτηκε ο μοναχός, τους είπε για το πόσο είχε φουσκώσει αυτός ο μοναχός από υπερηφάνεια και για το τι είπε ενάντια σε αυτόν μέσα στην καρδιά του. 

Τότε όλοι κατάλαβαν πολύ καλά πως τίποτα δεν μπορούσε να κρυφτεί από τον σεβάσμιο Βενέδικτο, βλέποντας πως και ο παραμικρός ήχος των κρυφών σκέψεων των ανθρώπων έφτανε στα αυτιά του.

Αγγλικό κείμενο εδώ 

Μετάφραση Orthodoxy-Rainbow


Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Holy New Martyrs of Optina

by Fr John Valadez



From Issue 19

In 1917, the Russian Revolution and the rise of communism resulted in the deaths of millions of believers and destroyed countless churches and monasteries. Optina monastery, once the center of true spirituality for the entire region, was initially spared… but not for long. In 1938 the last Abbot was executed by the communists and the Monastery was shut down. It’s lands were taken by peasant farmers and it’s beautiful cathedral turned into a state museum. It stood silently decaying, awaiting it’s own resurrection. Just before the fall of communism, Optina was returned to the Church, and many of its former starets were glorified officially as Saints. The monastery began to be rebuilt and is flourishing once again today.

10256157_10151968629951594_6674884649005512322_n
Holy Martyrs of Optina

Hieromonk Vasily was born Igor Roslyakov. He spent the years after high school working in an automobile factory before entering the Moscow University for Journalism. He recieved a master’s degree in sports and was a qualified newspaper journalist. Later, he married and subsequently divorced with no children. Like many graduates today, though he was academically distinguished, he lacked direction. Modern life seemed to have no purpose. In 1984 he embraced the ancient Christian faith of Russia and began to attend the divine services in the Epiphany Cathedral regularly. His devotion growing daily, he could always be found standing in the same spot in every service, near the Icon of Saint Vasily (Basil the Blessed).

In 1988, Igor moved into the Optina Monastery, which was still in ruins. After he was tonsured a monk and raised to the priesthood he was given the name Vasily, after St Basil. He and the few brothers there began to rebuild Optina and restore the Holy place to its former physical and spiritual glory. Those at the monastery with him can remember tears in his eyes at every Easter service. Many people – pilgrims and monks alike – noticed something special in Fr. Vasily. He became a wise spiritual Father to many, who remembered his deep, otherworldly compassion. Once, some of the faithful asked him, “Father, do you have a special, sacred wish?”

“Yes,” he answered, “I would like to die at Easter, to the chiming of bells.” Everyone knew Father Vasily as a counsellor wise beyond his years, a self-sacrificing priest who would go the extra mile for his spiritual children. He had great faith in God and was devoted to his Saints. What they didn’t expect was for him to receive the death he had wished for.



Leonid Tatarnikov was born in a small village in 1957. As a baby, people thought he was sick because he cried so often. When he was baptized at age two, he stopped immediately, and became healthy. All the local girls loved him as he grew into a handsome youth, and one famously tried to use witchcraft to put a spell on him, telling him, “You’ll be mine or no one else’s!” But Leonid simply ignored girls in general, and concentrated on his studies. He was known never to touch alcohol, instead focusing on learning, earning the nickname “bookworm.”

After college he enrolled in the Red Army. Once his service was complete, Leonid had a variety of odd jobs: sailor, horse breeder, photographer, and even a shoemaker. He studied dance martial arts intensely, once even being offered a contract to be a professional dancer. He could still do the splits without any effort into his thirties. Still, he was empty inside. Soon in his search for answers he began to go to the local church, and on the feast of Pentecost in 1990, Leonid (who now called himself Alexei) finally received an answer to his prayers. He had a vision, and immediately dropped everything to become a monk, buying a one-way ticket to Optina monastery. At the station, his ticket and passport were stolen, but that did not stop him. Using whatever means necessary, including walking most of the distance on foot, he reached the monastery in just a month and a half. At the age of thirty six, he was tonsured and became monk Trofim.

Trofim worked hard at the monastery. After Optina had been shut down by the communist authorities, the farmers tried in vain to get the monastery’s lands to grow anything. When the monks returned to Optina, it began to bear fruit again. Monk Trofim himself would help the local villagers (especially the elderly) plant their potatoes, and they marveled that wherever he had worked the plants were completely healthy. In all the surrounding gardens Colorado beetles infested everything, but where monk Trofim had labored there couldn’t be found even one beetle. Local farmers even came to the monastery asking the monks what prayers Father Trofim had been saying over the gardens, hoping to help their own crops. He worked other obediences, taking on extra work voluntarily. With prayer as his only training, he was an adept bell-ringer, tractor operator, receptionist, house-painter, baker, clerk, and worked in the forge.

The monk Trofim labored in asceticism, eating very little and sleeping even less. Instead, he devoted his hours to prayer, making prostrations before the icon of the Mother of God. In spite of his labor and the harsh treatment of his body, he was never sick, and seemed never to be the least bit tired. For the first and last week of great Lent, it was discovered later, he would eat nothing at all, sustaining himself only through prayer. But somehow near the end of his life he began to walk slowly, and to seem weary when he had never been weary before, as though he knew he was not long for this earth, and there was much to do before the end…

Vladimir Pushkarev was born in 1955 in a blighted village, where most of the men broke their back cutting lumber for pennies, and broke their spirits in poverty, drinking away what little they could earn. No one was baptized, and the nearest church could only be reached from that place by plane, which was impossible to afford. Vladimir attended school, and found his way out of the small town through the Army, where he served beyond the compulsory years. During this time he learned the eastern art of warfare, like the young Leonid Tatarnikov he hardened his body through intense physical training. After his service he worked as a lumberjack in Baikal. He never drank or smoked, and though he was respected, some people considered him a sorcerer because of his natural inclinations toward the spiritual., and the occult nature of the eastern martial arts he was practicing.

While in the forest, an old man appeared to Vladimir in the Taiga and gave him a book about magic. The old man said he would meet Vladimir on the same spot one year later. Though Vladimir didn’t return to meet the old man again, he did perform magical tricks to amuse the local girls. He would send some into the forest and told them to write a note, and would tell them what they had written from a distance. Soon, however, the fun would end, when Vladimir experienced his own death. Through his practice of magic, his soul separated from his body and traveled to a kingdom of terror. Suddenly an Angel appeared before him and offered to send him back, but only if he agreed to go to church afterwards.

After that Vladimir immediately devoted himself to God, moving from that region, where there was no church, to the Rostov-on Don, where he got a job tending the yard at the Cathedral devoted to the birth of the Theotokos. His selfish way of life was completely reversed as he labored and fasted, eating only crackers and prosfora with a little holy water for the entire fast. He began to ravel on holidays all around the region, visiting monasteries and hoping to find one to stay in. He was hired in Kiev and worked cleaning toilets in the cathedral when the Bishop gave his blessing and recommended that he go to Optina.

Vladimir arrived in Optina on foot and was tonsured with the name Ferapont. He quickly devoted himself to his labor, becoming a skilled woodcarver, making crosses for the brothers. In all things, he became devoted to God, crucifying his passions through obedience and prayer. After the monks had finished all the prayers for the day, many noticed that monk Ferapont would continue to pray long into the night. Once, one of the brothers decided to secretly count how many bows he made during the night, but as hard as he tried, he fell asleep long before Father Ferapont finished his prayers.

Once, a man who doubted the existence of God came to the Monastery by accident, and at last he believed. He explained to the Churchwarden, “I saw here how one monk was praying,” he said. “I saw the face of an angel talking with the Lord. Do you know that angels are among you?” “What angels?” asked the surprised warden. The visitor turned and pointed at Monk Ferapont, who had walked out of the Church at that moment. The hierodeacon who lived with Ferapont in the cell related that before the death of Ferapont, he did not sleep at all, praying all the night and only found rest while bending over a chair. Moreover, during all of Passion Week he did not eat a bite.


In 1993, Monks Trofim, Ferapont, and Father Vasily had been fasting with all of the brothers during Passion Week, anticipating Pascha, the glorious service, a celebration of the Resurrection of Christ. In Optina at Pascha there is a procession from the Monastery to the Skete of St. John the Baptist, which is some distance east of the Monastery proper. Over ten thousand pilgrims were present for Pascha. After the Liturgy the monks all went to the refectory to break the fast. After the meal, two of the bell ringers, monks Ferapont and Trofim, returned to the bell tower to continue the Easter peal, ringing for the Resurrection of Christ. At ten past six, the bell ringing became uneven and suddenly stopped completely.

A man named Nikolay Averin, an admitted Satanist, had climbed into the belfry and stabbed monk Ferapont with a knife. He died instantly. Monk Trofim shouted, “God, have mercy on us!” before he too was stabbed. Rising to ring the bell, he yelled, “Help!” and fell down, giving up his spirit. Having committed the murder, Averin slipped the edge of the monks’ robes to their heads and pulled their klobuks over their faces. The murderer quickly fled toward the skete, where Hieromonk Vasily was also going in order to hear confessions. The criminal stabbed him in the back, then climbed over the monastery wall and threw away his self-made knife. According to police, it was double-edged, five centimeters wide, and resembled a sword. It was engraved on its blade with “ 666” and “Satan”.

Averin had stabbed the God-fearing monks, now Martyrs, in the back. According to the investigator, the injuries were inflicted with unusual professionalism “and deliberately—they were not too deep—to make the victim bleed to death over a long time”. In spite of a terrible wound, Hieromonk Vasily lived longer than the others. He looked at the people surrounding him and even tried to rise. He was also brought to the Cathedral and was put next to the relics of St Ambrose before he was taken by ambulance to the local hospital in Kozelsk. There he also soon passed away.

Many investigators wondered; “how this man could overpower the two monks in the belfry?” Monk Trofim was so strong he was able to tie a fire poker into a knot with his bare hands. Father Vasily, before becoming a monk, had been one of the best water-polo players in the USSR. His reaction time was described as “stunning” and he was extremely powerful. Monk Ferapont had been a master of martial arts in his former life. Also, the belfry was so small that many noted it was impossible for a stranger to get in unnoticed.

It was clear to all the Monks and all the faithful that the monks had borne their Martyrdom with bravery. The Martyrs couldn’t requite violence using violence. It was their last temptation. A real monk must never bloody his hands. All became slowly aware that by that time the Martyrs had been prepared for death. They had foreseen the glory of martyrdom prepared for them. According to many witnesses, Monk Trophim had often recently spoken that he had little time left – half a year, a year. While Ferapont, once a silent monk, began asking everybody to pray for him. Also, all of the monks began to give away their few possessions before their murder, including their personal tools, telling others that they would not need them any more, even though at the time, there were so few tools in the monastery that many had to get tools sent from their former homes, or ask friends to bring them.

And so, the newly re-opened Optina, which in centuries past had given the world many saints, now gave up three Martyrs. Their faith in God and love for all did not die with their murders, however. Averin killed monks Ferapont and Trophim while they were announcing to the world the Resurrection of Christ. Hieromonk Vasily was killed when he was going to the skete to hear confessions, but all faithful Orthodox Christians know that death is not the end, but the beginning. The world lost three faithful monks, but the faithful have gained three heavenly intercessors, who achieved what they had struggled for, and reached the pinnacle of perfection, having the Martyr’s crown! While we ourselves may or may not be chosen for Martyrdom, we should imitate these holy Martyrs and heed their call, to be ready! For as we have heard, Suddenly the Judge shall come, and the deeds of each shall be revealed. Therefore, let us glorify their Martyrdom, and remember the words of the Gospel, “If he comes suddenly, do not let him find you sleeping. What I say to you, I say to everyone: ‘Watch!’ “

Oh Holy New Martyrs of Optina, Pray to God for us!

+Seraphim

http://deathtotheworld.com/articles/holy-new-martyrs-of-optina/

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Ναταλία Λιονάκη: Ακολούθησα το μοναχισμό γιατί πλημμύριζα από χαρά και φως

Αποτέλεσμα εικόνας για Ναταλία Λιονάκη: Ακολούθησα το μοναχισμό γιατί πλημμύριζα από χαρά και φως

«Δεν ακολούθησα το δρόμο του Θεού από ερωτική απογοήτευση ούτε από κατάθλιψη, τον ακολούθησα επειδή με πλημμύριζε από χαρά και φως ο Χριστός».
Αυτά ήταν τα λόγια της Ναταλίας Λιονάκη στη δημοσιογράφο Μαρία Γιαχνάκη όταν την είχε συναντήσει στο σπίτι της στο Παγκράτι, την περίοδο που όλοι την κυνηγούσαν για να μιλήσει στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Οι δύο γυναίκες είχαν καθίσει για ώρες μαζί στον καναπέ του σπιτιού της Ναταλίας όπου είχε βρεθεί για λίγες ώρες ώστε να δει τη μητέρα της που ήταν ασθενής΄.

Η Ναταλία τότε έλεγαν όλοι ήταν σαν χαμένη, όμως η Ναταλία δεν ήταν καθόλου σαστισμένη απλώς είχε παραδώσει την ζωή της, στο θέλημα του Θεού προσπαθώντας να κόψει το δικό της θέλημα όπως λένε στην μοναστική ζωή και είχε βάλει στόχο να αξιωθεί να την δεχθούν στον Μοναχισμό.
Στα χέρια της κρατούσε πάντα το κομποσκοίνι κι έλεγε την ευχή: «Κύριε Χριστέ ελέησόν με».
«Έχω πάντα τον Χριστό στο μυαλό μου και κάνω πάντα νοερή προσευχή.
Δεν με θλίβει τίποτα μόνο νιώθω την χαρά που προσεύχομαι και προσπαθώ με την προσευχή να μην αποσπώ το νου μου.»

Η Ναταλία έδινε απαντήσεις πνευματικές σε όσους την ρωτούσαν για την επιλογή της αλλά κανείς δε μπορούσε να καταλάβει αν δεν είχε σχέση με το Θεό τι σήμαιναν τα λόγια της.
Η Ναταλία ταπεινώθηκε, έδωσε τα υπάρχοντά της στον κόσμο, μελέτησε πατερικά κείμενα, έμαθε να διαβάζει ακολουθίες και το σημαντικότερο ;
Έκανε παρακλήσεις στην Παναγία και γονάτιζε στην Παναγία προσφέροντάς της πλούσια τα δάκρια της μετάνοιάς της.

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/10/blog-post_39.html

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

«Μπάτουσκα!!! Ἀλήθεια καί τρισαλήθεια, εἶναι σιμιγδάλι!»

*****Άγιος Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός*****

Αποτέλεσμα εικόνας για ФЕОФИЛ КИЕВСКИЙ, ХРИСТА РАДИ ЮРОДИВЫЙ, ПРП

Άλλο ένα περιστατικό πού διηγήθηκε ο ύποτακτικός του Στάρετς Θεόφιλου:

Ό Στάρετς είχε μεταφερθή στό ερημητήριο Γκολοσεγιέφσκαγια. Μιά ημέρα, τόν Μάϊο του 1853, περίπου έξι μήνες πριν τόν θάνατό του, ο μακάριος φώναξε τόν υποτακτικό του:
«Παντελεήμων! ’Άς πάμε στό δάσος νά προσευχηθούμε στον Θεό».
Καθώς βάδιζαν, ο Στάρετς διάβαζε τό Εύαγγέλιο, έψαλλε κι έπλεκε ένα ζευγάρι κάλτσες, ενώ ο Παντελεήμων έκοβε σανό σ’ όλο τό δρόμο καί έκανε δεμάτια γιά νά ταΐση τόν ταύρο στην επιστροφή τους στό σπίτι. Πήγαν μακρυά- καί όταν έφτασε πιά τό απόγευμα, κατά τήν δύση του ήλιου, οι οδοιπόροι μας πήραν τόν δρόμο του γυρισμού.
Περπατώντας πίσω απ’ τό μέρος όπου τώρα βρίσκεται τό ερημητήριο Πρεομπραζέσκαγια, ο Στάρετς σταμάτησε καί ρώτησε:
«Τι θάλεγες νά ξεκουραζόμασταν γιά λίγο σ’ αυτόν τόν λόφο Παντελεήμων καί ν’ απολαύσουμε από δώ την θέα της 'Αγίας Λαύρας;».
Ο κατάκοπος υποτακτικός, μή περιμένοντας δεύτερη κουβέντα, ξάπλωσε στό γρασίδι κι άρχισε νά ροχαλίζη. Ο Στάρετς Θεόφιλος έβγαλε ένα κομμάτι πάγο τό έβαλε στό νερό, πρόσθεσε καί λίγο μέλι καί τό ήπιε γιά νά δυναμώση τό εξαντλημένο του σώμα.

Πέρασε μισή ώρα. Ξαφνικά ο μακάριος φώναξε:
«Παντελεήμων! Κάποιοι ξένοι πλησιάζουν. Τρέξε νά τούς φέρης εδώ».
Ο αγουροξυπνημένος υποτακτικός σήκωσε τό κεφάλι του καί είδε μιά ομάδα προσκυνητών κάτω στον δρόμο. Τούς φώναξε νάρθουν κοντά στον Στάρετς.
«Ο Θεός βοηθός σας», τούς χαιρέτησε εκείνος.
«Ευχαριστούμε Μπάτουσκα», απάντησαν οι άντρες.
«Προφανώς δεν έχετε φάει τίποτα ακόμα», είπε ο Στάρετς.
«Όχι, Μπάτουσκα. Μουσκέψαμε λίγο ξερό ψωμί στό νερό, αλλά δεν έχουμε βάλει φαγητό στό στόμα μας μιά ολόκληρη εβδομάδα».
«Δεν πειράζει. Καθήστε καί μη σάς νοιάζει. Η Μητέρα του Θεού θά φροντίσει γιά όλους αμέσως».
Έτσι, αφού έβαλε τούς ταξιδιώτες νά καθήσουν, έβγαλε μιά μικρή πυροστιά άπ’ τό καλάθι του, άνοιξε μιά μικρή τρύπα στό χώμα κι’ έστειλε τόν Παντελεήμονα νά μαζέψη λίγα χαμόκλαδα.
«Κλαδιά; Σέ τι θά σέ χρησιμέψουν Μπάτουσκα; ρώτησε εκείνος, γνωρίζοντας καλά ότι δέν υπήρχε τίποτα γιά νά μαγειρέψουν».
«Αγαθιάρη! Θά βράσουμε χυλό. Όπως βλέπεις πρέπει νά ταΐσουμε τούς ξένους μας».
Πράγματι τά κλαδιά ήρθαν, αλλά δέν ύπήρχε φωτιά.
«Τι μπελάς κι αυτός!», είπε ο Παντελεήμων εκνευρισμένος. «Δέν βρίσκεται τίποτα γιά ν’ ανάψουμε φωτιά, Μπάτουσκα».
«Κι ο Θεός;!», παρατήρησε εκείνος μέ σημασία.
Μετά, υψώνοντας τά μάτια του, άρχισε νά προσεύχεται:
«Ω Κύριε! Στό πρόσταγμά Σου φωτιά ανάβει έμπροσθεν Σου καί αστραπές φωτίζουν τόν ουρανό. Άκουσε Κύριε τήν φωνή της προσευχής μου, όταν Σ’ επικαλούμαι, όταν υψώνω τά χέρια μου στον Αγιο Ναό Σου. ’Άκουσε τις ικεσίες μου· δώσε σ’ αύτούς τούς φτωχούς τροφή γιά νά δοξάσουν τό Άγιο Όνομά Σου!».
Στήν συνέχεια, σταύρωσε τήν πυροστιά, λέγοντας:
«Στό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος...».

Πρίν τελείωση τόν λόγο του, κάτω άπό τήν πυροστιά ξετυλίχτηκε μιά τουλίπα γαλάζιου καπνού. Τά κλαδιά άρχισαν νά καπνίζουν καί γρήγορα άναψαν τριζοβολώντας μέσα σέ λαμπρές φλόγες. Βλέποντας ένα τέτοιο θαύμα ο Παντελεήμων θέλησε νά τό βάλη στά πόδια, άλλά ο Στάρετς τόν κράτησε καί κουνώντας τό δάχτυλό του τον πρόσταζε νά ρίξη λίγο απ’ τό κομμένο χορτάρι μέσα στό τσουκάλι ενώ ο ίδιος έριξε μπόλικα χαλίκια κι ένα κομμάτι πάγο πού έβγαλε από τό καλάθι του. Οταν όλα αυτά άρχισαν νά βράζουν, ο μακάριος μή διακόπτοντας τήν μυστική του προσευχή, σταύρωσε γιά άλλη μιά φορά τήν πυροστιά κι άνακάτεψε τό περιεχόμενο του τσουκαλιού:

«Λοιπόν, δοκίμασέ το τώρα», είπε γυρίζοντας πρός τον υποτακτικό του. Ό Παντελεήμων πήρε επιφυλακτικά στήν μύτη τού κουταλιού λίγο άπ’ τόν χυλό καί τόν δοκίμασε μέ τήν άκρη της γλώσσας του. Αμέσως όμως γέμισε μιά ολόκληρη κουταλιά καί την έφαγε φωνάζοντας έξαλλος:
«Μπάτουσκα!!! Αλήθεια καί τρισαλήθεια, είναι σιμιγδάλι!».
«Βιάσου καί σέρβιρε τούς καλεσμένους μας κουτούτσικε πριν κρυώση».
Ο Παντελεήμων μέ χαρά καί φόβο άρχισε νά γεμίζη μέ τόν χυλό τίς ταξιδιωτικές γαβάθες των έκπληκτων προσκυνητών. Αλλά όσο κι αν έβαζε, η ποσότητα του χυλού δέν λιγόστευε στό τσουκάλι. "Ολοι έφαγαν καί χόρτασαν καί μέ τό παραπάνω, καί τό τσουκάλι παρέμεινε γεμάτο. (Οπως άκριβώς τό ψωμί καί τά ψάρια στήν έρημο τότε πολλαπλασιάστηκαν καί έθρεψαν τά πλήθη, έτσι καί τώρα έγινε μέ τόν χυλό, χάρη στίς προσευχές του Στάρετς Θεόφιλου).
«Ο Κύριος μαζί σας», είπε ευγενικά ο μακάριος γυρνώντας πρός τούς ταξιδιώτες, όταν είχαν πλέον τελειώσει τό φαγητό. «Πηγαίνετε στήν 'Αγία Λαύρα καί προσευχηθήτε γιά όλους».
Κυριολεκτικά συγκλονισμένοι από τό θαύμα στό όποιο υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες, οι προσκυνητές, έφτασαν στήν Λαύρα κι άρχισαν νά τό διηγούνται σ’ όλους μέ θαυμασμό καί δέος.
Έτσι είναι: Ολα όσα ζητάς μ’ αληθινή πίστη στήν προσευχή, θά τά λάβης.

Από το βιλίο «Ο στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός(1788-1853)Εκδ.Ι.Μ.Παναγίας του Εβρου

πηγή

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Οι δύο φλόγες που δε χώρισαν ποτέ



Ο Γέρων Αιμιλιανός ήταν είκοσι δύο χρόνια μικρότερος από τον παπά Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, κι όμως η Υπεραγία Θεοτόκος είχε κρίνει ότι εκείνος ο ιερομόναχος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα βιώματα του σπουδαίου αγιορείτη, κι όπως αργότερα εξομολογούνταν ο παπά Εφραίμ:
«Οι καρδιές μας έγιναν ένα και συναντιόμαστε σαν δύο φλόγες που ανεβαίνουν στον ουρανό!».

Στην πρώτη εντύπωση, ο παπά Εφραίμ είχε παρεξηγήσει τον μετέπειτα Γέροντα Αιμιλιανό τον Σιμωνοπετρίτη. Τον είχε δει κάπως καλοφτιαγμένο, του φάνηκε κάπως «σιδερωμένος», ατσαλάκωτος που λέμε, έμοιαζε κάπως σαν πριγκιπόπουλο, ώστε είπε από μέσα του:
«Ε, καλά, ένας παπάς σαν τους άλλους που ήρθε να συζητήσουμε για προσευχή! Με σιδερωμένα ράσα και πουκάμισο! Άντε, να του δώσω ένα λουκούμι και να φύγει!».

Ο Γέρων Αιμιλιανός, έτσι όπως ήταν από τη φύση του καλοσυνάτος, ευγενής, ολόλαμπρος, έβγαλε με σεμνότητα τον σκούφο του, καθήμενος σεβαστικά απέναντι στον Γέροντα Εφραίμ.
«Είμαι ηγούμενος στα Μετέωρα» συστήθηκε ο Γέρων Αιμιλιανός. Φαινόταν ότι είχε έρθει με λαχτάρα για να συζητήσει με τον παπά Εφραίμ περί νοεράς προσευχής.

«Στα Μετέωρα πολύς κόσμος» αποκρίθηκε ο παπά Εφραίμ, ίσως ακόμη με μία άρνηση μέσα του για εκείνον τον απρόσμενο επισκέπτη. «Να έρθετε στο Άγιον Όρος» προτίμησε να πει.
Κάτι, όμως, ειδοποιούσε τον παπά Εφραίμ, μέσα του ενδομύχως, ότι κάπως είχε αδικήσει στην κρίση του εκείνον τον νεαρό ηγούμενο από τα Μετέωρα, ο οποίος, εξάλλου, είχε κοπιάσει αρκετά, μαζί με άλλους δύο, για να έρθουν σε συνάντηση μαζί του.

«Μήπως τον αδικώ τον άνθρωπο;» συλλογίστηκε ο παπά Εφραίμ. Πήγε να φέρει το λουκούμι για το κέρασμα, ενώ μέσα του βαρούσε μία πολύ βαριά αμφιβολία. «Και δεν παίρνω μια πληροφορία;» είπε για να σιγουρευτεί.
Πήγε ο παπά Εφραίμ παραμέσα στο εκκλησάκι του, στην εικόνα της Παναγίας, έχοντας βάλει για σκοπό να πάρει οπωσδήποτε «πληροφορία» περί του πατρός Αιμιλιανού, αυτουνού του μουσαφίρη του απέξω, του ατσαλάκωτου απ’ τα Μετέωρα.
Έκανε δυο, έκανε τρεις μετάνοιες ο παπά Εφραίμ, είπε μετά προς τη Θεοτόκο: «Παναγία μου, να του μιλήσω, ή θα χάσω τα λόγια μου;».
Ακούει, τότε, ο Εφραίμ ο Κατουνακιώτης την ίδια την Υπεραγία Θεοτόκο να του αποκρίνεται μέσα από την εικόνα Της:
«Βρήκες δεύτερον Γέρο Ιωσήφ. Μίλα!!» του λέει.
[Αναφέρονταν η Θεοτόκος στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, τον αετό των αετών του Αγίου Όρους κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνος και εκλιπόντα πνευματικό πατέρα του παπά Εφραίμ] .
Αναστατώθηκε ο παπά Εφραίμ. Ω, ίδρωσε! Τρόμαξε. «Ω, εγκλημάτησα κατά του εαυτού μου!!» είπε με τρομάρα. Έτρεξε έξω, πήρε μαζί του τον πατέρα Αιμιλιανό και τον έχωσε μέσα στο εκκλησάκι. Θα πρέπει να συζήτησαν κάμποσες ώρες μεταξύ τους και από τότε δε χώρισαν ποτέ τους.
Ο παπά Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε συχνά γι’ αυτόν τον θεόσταλτο των Μετεώρων: «Βρήκα τον απολεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο Γέρο Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό!».
Άλλοτε, είπε για τον Αιμιλιανό: «Αυτός, παιδί μου, είναι ευωδία».

ΠΗΓΕΣ
- Γέρων Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης, Ομιλία για τον Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και άλλους σπουδαίους Γέροντες της Ορθοδοξίας στη Σχολή Γονέων Ανοικτού Πανεπιστημίου Κατερίνης, Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008. Βιντεοσκόπηση ανηρτημένη στο διαδίκτυο [youtube.com] υπό τον τίτλο «Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης». https://www.youtube.com/watch?v=xwYJCH9V2rg

- Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους, Α’ Έκδοση, 2000, σ. 91-92
 Κώστας Παναγόπουλος, costasp247@gmail.com

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/09/blog-post_79.html


Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Όσιος Ονούφριος-Ο Άγιος που τάιζε ψωμί τον μικρό Χριστό...

Υπάρχει ένα θαυμάσιο γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ονουφρίου, τον οποίο εορτάζει η εκκλησία μας στις 12 Ιουνίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ОНУФРИЙ ВЕЛИКИЙ, ПРП.

Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε στο Κοινόβιο, συνέβη το εξής:Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες. Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα....
Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν.
- Κάποιο ζωάκι μάλλον θα ταΐζει σκέφτηκε.
Αυτό συνεχίστηκε για καμιά εβδομάδα
.- Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά που του δίνω.Πράγματι,τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο Καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα.

Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και μ' αυτά που είδε, γούρλωσαν τα μάτια του... Ο μικρός κουβέντιαζε με το βρέφος Ιησούς, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου!
-Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταΐζει κανείς...ούτε και η μαμά Σου...Και άπλωσε το χέρι και Του έδωσε μια φέτα ψωμί..Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί και όπως μάζεψε το χεράκι του μαζί με το ψωμάκι, εξαφανίστηκε το ψωμί μέσα στην εικόνα.
Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης, με την ψυχή γεμάτη έκπληξη και δέος,έτρεξε στον Ηγούμενο και του διηγήθηκε τι συνέβη.

Αποτέλεσμα εικόνας για ОНУФРИЙ ВЕЛИКИЙ, ПРП.

Τότε ο Ηγούμενος του έδωσε εντολή να μην δώσουν του παιδιού καθόλου ψωμί, αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε, να του λέγουν:
Να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί Εκείνος, τον οποίον μέχρι χθες εσύ τάιζες.Την επομένη ημέρα, βλέποντας ο μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίδουν ψωμί και τον στέλνουν να ζητήσει από Εκείνον, που μέχρι τότε έτρεφε, έτρεξε αμέσως στην Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα είπε στον Χριστούλη:
- Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν να Σου πω να μου δώσεις από το δικό Σου.

Σχετική εικόνα

Τώρα, που θα το βρεις Εσύ, δέν ξέρω! Και ω του θαύματος! άπλωσε το μικρό Του χεράκι το βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του, και του έδωσε ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να το σηκώσει! Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ, που το ουράνιο αυτό άρωμα απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, αλλά και σ' όλο το μοναστήρι και στον γύρω τόπο. Έκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα, είδαν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο έξω, μετά πολλού-πολλού κόπου. Έτρεξαν δύο μοναχοί να βοηθήσουν, αλλά ήταν πολύ βαρύς! Για πολλές ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν, αλλά ο ουράνιος άρτος ήταν και παρέμενε αδαπάνητος. Είναι αυτό, που έχει βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη Θεία Λατρεία: " Ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος".Από τότε ευλαβούντο πολύ τον μικρό Ονούφριο, διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της ηλικίας του θα αυξάνετο και η αγιότης του. Θα εγίνετο ένας μεγάλος Άγιος όπως και έγινε.Από τέτοιον όμοιο ουράνιο άρτο ετρέφετο ο Άγιος Ονούφριος, όταν για εξήντα ολόκληρα χρόνια ζούσε στην έρημο.

Εμπειρίες κατά την Θ.Λειτουργία,π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/06/blog-post_46.html




Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Το 1995 στέφθηκε ο πιο ωραίος άντρας της Κύπρου.Το 2016 είναι μοναχός στο Τρόοδος



Το 1995, στα 24 του χρόνια, ο Μενέλαος Μιχαηλίδης κέρδισε τα ανδρικά καλλιστεία της Κύπρου. Τότε εκπροσώπησε την χώρα μας με επιτυχία στα αντρικά καλλιστεία της Θαϋλάνδης…

Ο μοναχός Νήφων (στην κοσμική του ζωή, Μενέλαος Μιχαηλίδης) εξήγησε στο taxidiaris.blogspot.com.cy ότι έχει αποφασίσει, να αφιερώσει τη ζωή του στην υπηρεσία του Θεού και έχει οικειοθελώς επιλέξει να εγκαταλείψει την υπόλοιπη κοινωνία και να ζήσει τη ζωή του με προσευχή και περισυλλογή σε ένα μοναστήρι.
Και συγκεκριμένα στην Μονή Τιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμού (Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή), την πρώτη ανδρική Μονή της Μητροπολιτικής περιφέρειας Λεμεσού, η οποία ακολουθεί το Αγιορείτικο Τυπικό και είναι κτισμένη σε κατάφυτη περιοχή στις νότιες πλαγιές του όρους Τρόοδος.

Για τον πάτερ Νύφων, ο οποίος ξεκίνησε ένα πνευματικό ταξίδι, δεν ήταν και μια εύκολη απόφαση να αφήσει συγγενείς, φίλους και την άνεση της ζωής και να αφοσιωθεί σε μια σκληρή μοναστική δοκιμασία.
Kαταλαβαίνει γιατί άνθρωποι δεν κατανοούν εύκολα την ιδέα ενός νεαρού άνδρα, που τελείωσε μάλιστα και πανεπιστήμιο, να επιλέγει τη θρησκευτική ζωή. «Φαίνεται τόσο διαφορετικό και δύσκολο να γίνει αποδεκτό. Για χρόνια οι ίδιοι οι γονείς μου δεν το δέχτηκαν…». Ήταν όμως, μια συνειδητή επιλογή μέσα από μια εσωτερική ανάγκη.



Τηρεί το αγιορείτικο λατρευτικό τυπικό, χωρίς να χάνει την επαφή με τους επισκέπτες. Ακολουθεί την παράδοση χωρίς να αποστερεί τη ζωντάνια από τους επτά μοναχούς. Η μονή είναι κτισμένη σε κατάφυτη περιοχή στις νότιες πλαγιές του όρους Τρόοδος και η ίδρυσή της ανάγεται στον 12ο αιώνα, περίοδο ίδρυσης και άλλων μοναστηριών στο Τρόοδος, λέει ο πάτερ Νήφων.

Αυτό το μοναστήρι έχει διατηρηθεί από την εποχή της Φραγκοκρατίας και την κυριαρχία των Βενετών στην Κύπρο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κλάπηκε από τον Ναό της Μονής η θαυματουργή αρχαία εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, η οποία πωλήθηκε στο εξωτερικό. Η εικόνα τελικά εντοπίστηκε και με ενέργειες της Εκκλησίας της Κύπρου, επιστράφηκε ξανά στην Κύπρο και σήμερα βρίσκεται και πάλι στη θέση της στο τέμπλο του Ναού της Μονής.

https://proskynitis.blogspot.gr/2016/11/1995-2016.html

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗΣ ΖΩΗΣ




Η μοναχική ζωή ονομάζεται και αγγελικόν πολίτευμα, διότι πρώτο των αγγέλων η δοξολογία και η ευχαριστία. Έχουν όμως διακονίες και οι άγγελοι, που είναι το δεύτερο. Μία διακονία τους είναι η διακονία προς τον Θεόν και η δευτέρα προς τους ανθρώπους, να τους βοηθούν, δια να φτάσουν εις την σωτηρίαν. Έτσι και εις την μοναχικήν ζωήν, πρώτα είναι η δοξολογία και η ευχαριστία και έπειτα η διακονία. Δι’ αυτό, την διακονίαν θα την εκλάβετε ότι είναι διακονία προς τον Θεόν. Ψάλλω δια τον Θεόν, εργάζομαι δια τον Θεόν, κουβαλώ πέτρες δια τον Θεόν, λειτουργώ δια τον Θεόν, μαγειρεύω δια τον Θεόν… Ό,τι κάμνω είναι του Θεού πράγματα, τίποτε ιδικόν μας δεν είναι. Όλοι είμεθα ξένοι από τα πράγματα και όλοι ιδικοί Του. Επειδή, λοιπόν, είμεθα του Θεού, είναι και όλα ιδικά μας και παραλλήλως είμεθα ξένοι από όλα, από κάθε ιδιοκτησίαν. Καταλαβαίνετε, νομίζω.

Διότι το κάθε τι, το οποίον κάμνω, το κάμνω επειδή το θέλει ο Θεός, όχι δια ιδικήν μου ιδιοκτησίαν. Είμαι μάγειρας; Είμαι ξενοδόχος; Τα πάντα διακονώ με προσοχή και ευγένεια. Όχι θυμούς και αγριότητες του τύπου «μη μου πειράζετε τα πράγματα, είναι δικά μου». Όχι. Αλλά με την ευγένεια η οποία επιβάλλεται. Παραδείγματος χάριν «με συγχωρείς π. Ε… άλλη φορά πρόσεξέ το» ή «άλλη φορά, ευλόγησον, θα το φτιάξω». Όχι «διατί μου το πήρες»,»διατί μου το αφήρεσες», «διατί ήλθες εσύ, ενώ ήμουν εγώ».

Η διακονία είναι θείον έργο. Θα πάμε με τον ευγενέστερο τρόπο και μάλιστα ευχάριστα και ευπροσήγορα, θα διακονώ ως να διακονώ αυτήν ταύτην την αγάπην του Θεού. Η διακονία μου λοιπόν, είναι διακονία Θεού και το μοναστήρι τι είναι; Είναι καθαρώς το σπίτι του Θεού. Δεν είναι δικό μας, ούτε ιδικόν μου, ούτε του π. Α… ούτε κανενός. Είναι του Θεού και παραμένει πάντοτε της Εκκλησίας. Είναι άγιον. Τώρα, εάν οι άνθρωποι της Εκκλησίας παραφέρονται μερικές φορές, η Εκκλησία παραμένει αγία πάντοτε. Οι άνθρωποι φεύγουν, η Εκκλησία παραμένει αγία εις τους αιώνας. Δι’ αυτό μένω πάντοτε εις την Εκκλησία. Και ό,τι κάμνω, το κάμνω για την Εκκλησία, και ό,τι πει η Εκκλησία. Δια τούτο λέγει εις ένα σοβαρό δογματικό θέμα ο άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης: «Κάλλιον πλανᾶσθαι μετὰ τῆς Ἐκκλησίας ἢ ὀρθοτομεῖν μακράν Αὐτῆς». Και είναι μία Εκκλησία άπαντες, οι άγιοι, οι άγγελοι και εμείς. Όλοι είμεθα ένα. Όλα είναι του Θεού και όλα δια τον Θεόν. Δι’ αυτό, λοιπόν, ευχαρίστως πρέπει να διακονούμεν μέσα εις την Μονήν.

Ό άνθρωπος, ο φωτισμένος υπό του Αγίου Πνεύματος, ουδέποτε συγκρούεται, όπου κι αν περάσει. Ο μη φωτισμένος άνθρωπος συγκρούεται με τους ανθρώπους και με τους τοίχους ακόμη. Του φταίνε και οι τοίχοι ακόμη. Όταν όμως έχομεν επίγνωσιν της αποστολής μας, είμεθα ελεύθερα πουλιά.

Από τον άνθρωπον που λέγει συνεχώς «Δόξα σοι ὁ Θεός» απομακρύνεται ο διάβολος και οι πειρασμοί, και οι σαρκικοί πειρασμοί και οι λογισμικοί πειρασμοί. Και έχομεν είπει ορισμένους τρόπους, πώς θα αποφεύγομεν τους πονηρούς λογισμούς. Όταν, παραδείγματος χάριν, περνούν εις το μοναστήρι από τον νουν διάφορα. Πονηρός λογισμός είναι και μίσος και αντιπάθειες κ.λπ. Τα ρίπτομεν όλα εις το κενόν και αφήνομεν ανέπαφον την σκέψην μας, δεν την σκεπτόμεθα καθόλου την προσβολήν του εχθρού. Καθώς επίσης και τα συμβαίνοντα γύρω μας, δηλαδή τί μου είπες; Πώς μου συμπεριφέρθηκες; Τί μου έκαμνες; Τίποτα. Ό,τι έγινεν, επέρασεν και δεν δύναται να σταθεί καθόλου. Επέρασεν, επήγεν οπίσω κι εμείς προχωρούμεν εμπρός εις την πορείαν μας προς την αγάπην του Θεού.

Ο Θεός δεν θέλει τίποτε άλλο από εμάς, παρά να επιτύχωμεν την σωτηρίαν μας και να σωθώμεν. Και Αυτός θα είναι από κοντά αρωγός, Πατέρας, Βασιλεύς, συναντιλήπτωρ. Εις το διάστημα, λοιπόν, της εδώ ζωής διάγομεν ησύχως, και όλα τα γεγονότα, αν τα πολυσκεφθώμεν, θα είδωμεν ότι είναι υπέρ ημών όλα, ενώ αντιθέτως ενομίζαμεν ότι είναι όλα εναντίον ημών. Δηλαδή τάχα με μισούν, με περιφρονούν, αδιαφορούν δι’ εμέ, ενώ, εάν όλα αυτά τα κοιτάζω υπό άλλο πρίσμα, είναι όλα υπέρ ημών∙ διότι αυτά είναι προς αγιασμόν. Διατί αν σε επήνεσαν, όμως δεν σε ηγίασαν, όταν όμως σε περιφρόνησαν αδίκως, τότε ασφαλώς σε ηγίασαν. Όταν αδίκως σε κατηγόρησαν, ασφαλώς σε ηγίασαν. Όταν σε εκούρασαν χωρίς λόγο, σε ηγίασαν και συ υπέμεινες δια την αγάπην του Χριστού.

Όσο δια τας διακονίας, θα πρέπει να κατανοήσωμε αυτάς ως διεξόδους των χαρισμάτων μας. Μια και το κάθετι του άλλου αδελφού είναι και ιδικόν μου. Δια να ζήσωμεν όλοι μια ψυχή, όπως κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας οι άγιοι απόστολοι ήταν μία ψυχή όλοι τους και είχαν άπαντα κοινά. Τούτο σημαίνει ότι και το ιδικόν σου φταίξιμο είναι ιδικόν μου, και το ιδικόν μου χάρισμα είναι και ιδικόν σου χάρισμα.

Κάθησε μόνος και ζήσε μόνος, ούτε μία παιδαγωγία θα έχεις εκ του Θεού. Όπως θέλεις, θα πράττεις∙ όπως θέλεις θα φέρεσαι. Ενώ, όταν ζεις με άλλους, τότε παιδαγωγείσαι, τότε δέχεσαι τις παρατηρήσεις του άλλου και είναι ωφέλιμες. Το κοινόβιον από πάσης πλευράς είναι τρόπος σωτηρίας και αγιασμού. Αυτοί δε που πάνε κατά μόνας –αναχωρηταί– πρώτα περνούν από το κοινόβιο και έχουν παιδείαν αρκετά προχωρημένη. Άλλοι όμως, που πάνε κατευθείαν εις την αναχώρησιν, αποτυγχάνουν.

Αρχιμανδρίτου Δαμασκηνού, Ωδή υπέρ του αγαπητού (απόσπασμα)

πηγή 




Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

«Μοναχισμός είναι η ενότητα και η υπέρβαση των διαιρέσεων» (βίντεο)

Ο Ιερομ. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός μιλάει στην παρουσίαση του βιβλίου του π.Τζόναθαν Χέμιγκς «Στην έρημο πηγές. Ο Μέγας Αντώνιος και το ζωντανό νερό της νίψις» των εκδόσεων Εν πλω.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Ο μοναχός Μωυσής απο τη μονή του π.Σεραφείμ Ρόουζ-Πλάτινα/Η.Π.Α.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ PLATINA,CALIFORNIA-U.S.A./ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2009

Δάσος παγωμένο, εκκλησία μικρή,μοναχοί λίγοι-όλοι νεαροί αμερικάνοι,χαμογελαστοί.Ο τάφος του π.Σεραφείμ Ρόουζ λίγο πιο πέρα,στο πίσω μέρος της εκκλησίας.Η νύχτα τον Φεβρουάριο ερχεται γρήγορα



Μαθαίνουμε ότι για τις γυναίκες υπάρχει μόνο ένα κελάκι με δυο κρεβάτια.Για τους άνδρες επίσης ένα κελί αλλά με πιο πολλά κρεβάτια..Εμφανίζεται ο π.Μωυσής,ένας μαύρος…πολύ μαύρος.Μες τη νύχτα φαίνονται μόνο τα δόντια του,όταν φιλόξενα μας χαμογελά.Είναι ψηλός,κάπου δυο μέτρα!.Αυτός μας οδηγεί στο κελί όπου ήδη έχει ανάψει φωτιά…
Τότε ξαφνικά το συνδέω με την εικόνα του Αγ.Μωυσή του Αιθίοπα που είδα στην εκκλησία του Αγ.Γερμανού στην Πλάτινα.Είναι σαν μια ζωντανή απάντηση στην έκπληξή μου που είδα αυτήν την εικόνα μεταξύ δεκάδων εικόνων Ρώσων αγίων,σ’ένα απομακρυσμένο σημείο της Αμερικής:ο νεαρός ‘’έγχρωμος’’ ορθόδοξος Αμερικανός μοναχός δεν έλαβε τυχαία αυτό το όνομα στη μοναχική κουρά του!



Ι.Μ.Πλάτινα

Την επομένη όταν πήραμε πρωινό, βλέπουμε ότι η υπακοή του Μωυσή είναι στην τράπεζα:μαγείρεψε,σερβιρε στα γρήγορα,διάβασε από κάποιο βιβλίο όταν όλοι τρώγαμε.Την με πολύ αγάπη φιλοξενία,με απλές,μη εξεζητημένες κινήσεις,και την μεταδιδόμενη από καρδιά σε καρδιά χαρά,τα έχει εκ περισσού ο νεαρός ορθόδοξος Αμερικανός-όπως τα είχε κάποτε ο Αγ.Μωυσής ο Αιθίοπας.



Εάν στην Αμερική του 21ου αιώνα,όπου το 1% του πληθυσμού είναι ορθόδοξοι,μπορεί κάποιος να έχει ως παράδειγμα την άσκηση του Αγ.Μωυσή του Αιθίοπα,όπου έζησε τον 4ο αιώνα στην έρημο της Αιγύπτου,τότε δεν έχουν χαθεί όλα

Μαρία Κιρκουλέσκου
περιοδικό «Lumea Credintei
μετάφραση www.proskynitis.blogspot.com

http://proskynitis.blogspot.gr/2012/08/blog-post_28.html

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Βενέδικτος



Ημέρα μνήμης 14 Μαρτίου


Το 529 (έτος κατά το οποίο έκλεισαν οι σχολές φιλοσοφίας στην Αθήνα) ιδρύθηκε στο Μόντε Κασσίνο της Ιταλίας το περιφημότερο μοναστήρι του λατινικού κόσμου.

Ιδρυτής του ήταν ο Βενέδικτος της Νούρσιας που γεννήθηκε στο Σπλιτ(Σπαλάτο) της Δαλματίας, πιθανώς από οικογένεια της παρηκμασμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πήγε στη Ρώμη για να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά σε ηλικία 15 χρόνων (για άγνωστους λόγους) αποφάσισε να αποσυρθεί από τον κόσμο σε μια ερημική τοποθεσία κοντά στο Σουμπιάκο, στα βουνά των Σαβίνων. Έκανε μια σπηλιά του βουνού, το ασκητικό κελί του, κοντά στα χείλη του γκρεμού, και έζησε για μερικά χρόνια μόνος του. Κάποια στιγμή οι μοναχοί ενός γειτονικού μοναστηριού τον προσκάλεσαν να γίνει ηγούμενός τους. Η συμβίωση τους κράτησε μόνο μερικούς μήνες γιατί οι μοναχοί – προφανώς δυσαρεστημένοι με τον αυστηρό ασκητικό κανόνα που τους έβαλε- αποφάσισαν να τον δηλητηριάσουν. Έτσι, ο Βενέδικτος ξαναγύρισε στην ασκητική ζωή του πάνω στο βουνό.

Η ίδρυση του πρώτου μοναστηριού

Η φήμη του εξαπλωνόταν μέρα με τη μέρα, πολλοί έσπευδαν να ζητήσουν την ευλογία του ή τις συμβουλές του και πολλοί νέοι έχτιζαν τις καλύβες τους κοντά του. Ο Βενεδίκτος, μαζί με τους πιστότερους οπαδούς του, κατέφυγε στο Μόντε Κασσίνο, ένα λόφο ύψους 565 μέτρων, στην επαρχία της Καμπανίας.

Εκεί κατεδαφίζοντας αρχαίο ειδωλολατρικό ναό, έχτισε γύρω στο 529 το μοναστήρι του και έγραψε τον κανόνα των Βενεδικτίνων, το κανόνα που ακολουθούσαν από τότε τα περισσότερα μοναστήρια της Δύσης.

Οι Κανόνες του Τάγματος*

Ο υποψήφιος μοναχός, αφού πέρναγε το στάδιο της μαθητείας και παρ'όλα αυτά εξακολουθούσε να επιθυμεί να γίνει μοναχός, έδινε γραπτούς όρκους υποταγής, οι οποίοι κατατίθενταν στον ναό του μοναστηριού με επίσημη ιεροτελεστία. Από το τότε ο μοναχός δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη μοναστική ζωή παρά μόνο με έγγραφη άδεια του ηγούμενού του. Ο ηγούμενος εκλέγονταν από τους μοναχούς και αφού προηγούνταν ομαδική συζήτηση για τα σημαντικά θέματα της μονής, στον ηγούμενο έμενε να πάρει τη τελική απόφαση. Οι μοναχοί ήταν υποχρεωμένοι να πειθαρχούν με ταπεινοφροσύνη, να μην μιλάνε παρά σε περίπτωση ανάγκης, να μην αστειεύονται ή γελούν δυνατά, και έπρεπε να βαδίζουν με το βλέμμα προσηλωμένο στο έδαφος. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε η θέση τους στην κοινωνία έπαιζε πλέον ρόλο μέσα στο μοναστήρι. Η ελεημοσύνη και η φιλοξενία έπρεπε να προσφέρεται με γενναιοδωρία, σε οποιονδήποτε τη ζητούσε. Οι μοναχοί εργάζονταν στους αγρούς, στα εργαστήρια, στο μαγειρείο ή αντέγραφαν χειρόγραφα, κ.λ.π. Έτρωγαν 1 φορά την ημέρα, εκτός από το καλοκαίρι που λόγω της μεγάλης διάρκειας της μέρας, έτρωγαν 2 φορές. Έπιναν κρασί, και έτρωγαν μόνο το κρέας πουλερικών ή πουλιών.

Προσεύχονταν σε τακτές ώρες μέσα στη μέρα.

Οι ώρες προσευχής, οι λεγόμενες κανονικές ώρες ήταν:

Στις 2 τα μεσάνυχτα (=η νυχτερινή), την αυγή(=το εωθινό), στις 6 π.μ.(1η ώρα), στις 9 π.μ.(3η ώρα), στις 12 μ.μ.(6η ώρα) , στις 15:00 (9η ώρα), στη δύση (=εσπερινός) και πριν τον ύπνο (η τελευταία προσευχή της ημέρας).




Μετά το θάνατό του

Το μοναστήρι του Μόντε Κασσίνο υπό τη μακρόχρονη διεύθυνση (1058- 1087) του ηγούμενου Ντεζιτέριου έφτασε στον κολοφώνα της δόξας του. Βυζαντινοί τεχνίτες και τεχνουργήματα διακόσμησαν το μοναστήρι. Ταυτόχρονα έγινε μια φημισμένη σχολή που εκτός από τη θεολογία διδάσκονταν η γραμματική, η κλασσική ρωμαϊκή φιλολογία, αρχές ιατρικής και νομικής. Επίσης εκείνη την εποχή έγιναν οι ωραιότερες μικρογραφήσεις των χειρογράφων, αλλά και οι ωραιότερες καλλιγραφήσεις. Οι μοναχοί επίσης βοήθησαν τους χωρικούς να εκχερσώσουν και να καλλιεργήσουν καινούρια εδάφη, να οργώσουν και να σπείρουν με πιο παραγωγικό τρόπο, να κόψουν τα δάση και να εκμεταλλευτούν τη ξυλεία, να αποξηράνουν τα έλη, να ζεύξουν τους ποταμούς με γέφυρες, να χαράξουν καινούριους δρόμους για καλύτερες μεταφορές. Επίσης οργάνωσαν βιοτεχνικά κέντρα, σχολεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα, αντέγραψαν χειρόγραφα, συγκρότησαν βιβλιοθήκες, έδωσαν θάρρος και παρηγοριά στους ανθρώπους.

Σημειώσεις
το κείμενο είναι απο την Ιστορία του Παγκόσμιου Πολιτισμού του Will Durant, έκδοση του 1958, τόμος Δ', σελ. 407

Επιπλέον βιβλιογραφία

Κουμανούδη Μαρίνα, Οι Βενεδικτίνοι στην ελληνολατινική Ανατολή: η περίπτωση της μονής του Αγίου Γεωργίου Μείζονος Βενετίας (11ος-15ος αι.), Αθήνα – Βενετία 2011

*Να σημειωθεί για όσους τυχόν δεν γνωρίζουν, πως σήμερα οι Βενεδικτίνοι μοναχοί δεν ανήκουν στην Ορθοδοξία. Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες, αλλά κάποια στιγμή μετά το σχίσμα ακολούθησαν και αυτοί την Ρώμη. Εάν κάποιος γνωρίζει λεπτομέρειες σχετικά με την πτώση των Βενεδικτινών μοναχών ας τις μοιραστεί μαζί μας.

πηγή